Μια γέρικη ελιά � στη φάτνη του Χριστού
Παρουσίαση: Λίνα Ρόκα
Το βράδυ που γεννήθηκε ο Χριστός έκανε πολύ κρύο. Η σπηλιά ήταν κρύα και η
Παναγία δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε ο Ιωσήφ σκέφτηκε να ανάψει φωτιά για να
ζεσταθούν λίγο, αλλά δεν έβρισκε πουθενά ξύλα.
Βγαίνει έξω από το στάβλο, κάνει μια βόλτα, μα
τίποτα. Ξαναμπαίνει πάλι μέσα , παίρνει λίγα
άχυρα από τη φάτνη και ανάβει φωτιά. Μόλις
τα είδε η Παναγία δάκρυσε και είπε να είναι
πάντα χρυσά.
Όμως ύστερα από λίγο τα άχυρα έσβησαν. Η
σπηλιά ξαναπάγωσε. Βγήκε πάλι ο Ιωσήφ και τα
πόδια του μπερδεύτηκαν σε ένα ξερό κλαδί.
Ήταν δεντρολίβανο. Ο Ιωσήφ το άναψε και η
Παναγία ευχήθηκε να μοσχομυρίζει και να
στολίζει τις εικόνες των Αγίων. Μα η ζεστασιά
κράτησε λίγο και η παγωνιά δυνάμωσε.
Τότε ο Ιωσήφ άκουσε από το σακούλι του
ψιλές φωνούλες που του έλεγαν:
«Πήγαινε Ιωσήφ στη μάνα μας την ελιά,
που είναι έξω από το στάβλο και πες της
ότι κρυώνει η Παναγία και το νεογέννητο
μωρό. Θα στεναχωρηθεί πολύ που το ξέραμε
και δεν της είπαμε τίποτα.»
Ήταν μια χούφτα ελιές που τις είχε φυλάξει ο
Ιωσήφ μαζί με λίγο ψωμί για ώρα ανάγκης.
Ο Ιωσήφ πήγε στην ελιά και εκείνη άρχισε να σπάει κομμάτια από τον
γέρικο κορμό της και να τα σπρώχνει προς την είσοδο του στάβλου. Όλη τη
νύχτα έκαιγε η φωτιά και η ζεστασιά απλώθηκε γύρω από τον νεογέννητο
Χριστό.
Το πρωί το δέντρο δεν υπήρχε.
Παρά μόνο ένα κούτσουρο ρίζας.
Όταν το είδε η Παναγία δάκρυσε,
έσκυψε, το χάιδεψε και είπε:
« Την ευχή μου να ΄χεις και να μην
ξεραίνεσαι ποτέ. Το λάδι σου να τρέφει
και να φωτίζει τους ανθρώπους.
Το βράδυ να φωτίζεις το καντήλι
του Χριστού.»
Έτσι κι έγινε. Μέχρι το βράδυ η ελιά
ξανάγινε μεγάλη, όπως ήταν πριν.
Από κείνη τη νύχτα τα άχυρα λάμπουν σαν χρυσάφι.
Το δεντρολίβανο σκορπά το άρωμα του στην εικόνα του Χριστού.
Και η ελιά προσφέρει στον άνθρωπο, τόσα και άλλα τόσα χρόνια, αυτά που είπε η Παναγία.