1 of 10

Μια γέρικη ελιά � στη φάτνη του Χριστού

Παρουσίαση: Λίνα Ρόκα

2 of 10

Το βράδυ που γεννήθηκε ο Χριστός έκανε πολύ κρύο. Η σπηλιά ήταν κρύα και η

Παναγία δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε ο Ιωσήφ σκέφτηκε να ανάψει φωτιά για να

ζεσταθούν λίγο, αλλά δεν έβρισκε πουθενά ξύλα.

3 of 10

Βγαίνει έξω από το στάβλο, κάνει μια βόλτα, μα

τίποτα. Ξαναμπαίνει πάλι μέσα , παίρνει λίγα

άχυρα από τη φάτνη και ανάβει φωτιά. Μόλις

τα είδε η Παναγία δάκρυσε και είπε να είναι

πάντα χρυσά.

4 of 10

Όμως ύστερα από λίγο τα άχυρα έσβησαν. Η

σπηλιά ξαναπάγωσε. Βγήκε πάλι ο Ιωσήφ και τα

πόδια του μπερδεύτηκαν σε ένα ξερό κλαδί.

Ήταν δεντρολίβανο. Ο Ιωσήφ το άναψε και η

Παναγία ευχήθηκε να μοσχομυρίζει και να

στολίζει τις εικόνες των Αγίων. Μα η ζεστασιά

κράτησε λίγο και η παγωνιά δυνάμωσε.

5 of 10

Τότε ο Ιωσήφ άκουσε από το σακούλι του

ψιλές φωνούλες που του έλεγαν:

«Πήγαινε Ιωσήφ στη μάνα μας την ελιά,

που είναι έξω από το στάβλο και πες της

ότι κρυώνει η Παναγία και το νεογέννητο

μωρό. Θα στεναχωρηθεί πολύ που το ξέραμε

και δεν της είπαμε τίποτα.»

Ήταν μια χούφτα ελιές που τις είχε φυλάξει ο

Ιωσήφ μαζί με λίγο ψωμί για ώρα ανάγκης.

6 of 10

Ο Ιωσήφ πήγε στην ελιά και εκείνη άρχισε να σπάει κομμάτια από τον

γέρικο κορμό της και να τα σπρώχνει προς την είσοδο του στάβλου. Όλη τη

νύχτα έκαιγε η φωτιά και η ζεστασιά απλώθηκε γύρω από τον νεογέννητο

Χριστό.

7 of 10

Το πρωί το δέντρο δεν υπήρχε.

Παρά μόνο ένα κούτσουρο ρίζας.

Όταν το είδε η Παναγία δάκρυσε,

έσκυψε, το χάιδεψε και είπε:

« Την ευχή μου να ΄χεις και να μην

ξεραίνεσαι ποτέ. Το λάδι σου να τρέφει

και να φωτίζει τους ανθρώπους.

Το βράδυ να φωτίζεις το καντήλι

του Χριστού.»

Έτσι κι έγινε. Μέχρι το βράδυ η ελιά

ξανάγινε μεγάλη, όπως ήταν πριν.

8 of 10

Από κείνη τη νύχτα τα άχυρα λάμπουν σαν χρυσάφι.

9 of 10

Το δεντρολίβανο σκορπά το άρωμα του στην εικόνα του Χριστού.

10 of 10

Και η ελιά προσφέρει στον άνθρωπο, τόσα και άλλα τόσα χρόνια, αυτά που είπε η Παναγία.