REPASO DE VOCABULARIO
Unidad 4: ΠΡΟΣ ΤΗΙ ΚΡΗΝΗΙ
Jesús Torres me fecit MMXXI
ἀγνοέω
ἀγνοέω
ἀκούω (+ gen.)
ἀκούω (+ gen.)
ἀμέλγω
ἀμέλγω
ἀνατέλλω
ἀνατέλλω
ἀποχωρέω
ἀποχωρέω
διαβαίνω
διαβαίνω
ἐθέλω
ἐθέλω
ἐθέλω
1ª pers. pl.
ἐθέλω
ἐθέλομεν
1ª pers. pl.
ἐθέλω
ἐθέλομεν
1ª pers. pl.
2ª pers. pl.
ἐθέλω
ἐθέλομεν
1ª pers. pl.
ἐθέλετε
2ª pers. pl.
ἔχω
ἔχω
ἥκω
ἥκω
θεραπεύω
θεραπεύω
θεωρέω
θεωρέω
θραύω
θραύω
ἰέναι
ἰέναι
παίζω
παίζω
πείθω
πείθω
πιέζω
πιέζω
πληρόω
πληρόω
ποιέω
ποιέω
ποιέω
1ª pers. pl.
ποιέω
ποιοῦμεν
1ª pers. pl.
ποιέω
ποιοῦμεν
1ª pers. pl.
2ª pers. pl.
ποιέω
ποιοῦμεν
1ª pers. pl.
ποιεῖτε
2ª pers. pl.
αὐτός, αὐτή, αὐτόν
αὐτός, αὐτή, αὐτόν
ἡμεῖς
ἡμεῖς
σεαυτόν
a ti mismo
ὁ ἄγγελος
ὁ ἄγγελος
ἡ ἀγορά
ἡ ἀγορά
ὁ ἄγροικος
ὁ ἄγροικος
ὁ ἀνήρ
ὁ ἀνήρ
ὁ ἀνήρ
Vocativo singular
ὁ ἀνήρ
ὦ ἄνερ
Vocativo singular
ὁ ἀνήρ
ὦ ἄνερ
Vocativo singular
Acusativo singular
ὁ ἀνήρ
ὦ ἄνερ
Vocativo singular
τὸν ἄνδρα
Acusativo singular
τὸ ἄστυ
τὸ ἄστυ
τὸ ἄστυ
Genitivo singular
τὸ ἄστυ
τοῦ ἄστεως
Genitivo singular
τὸ ἄστυ
τοῦ ἄστεως
Genitivo singular
Genitivo plural
τὸ ἄστυ
τοῦ ἄστεως
Genitivo singular
τῶν ἄστεων
Genitivo plural
τὸ αὔλιον
τὸ αὔλιον
ὁ γεωργός
ὁ γεωργός
ἡ γῆ
ἡ γῆ
ἡ γυνή
ἡ γυνή
ἡ γυνή
Vocativo singular
ἡ γυνή
ὦ γύναι
Vocativo singular
ἡ γυνή
ὦ γύναι
Vocativo singular
Nominativo plural
ἡ γυνή
ὦ γύναι
Vocativo singular
αἱ γυναῖκες
Nominativo plural
ἡ γυνή
ὦ γύναι
Vocativo singular
αἱ γυναῖκες
Nominativo plural
Acusativo plural
ἡ γυνή
ὦ γύναι
Vocativo singular
αἱ γυναῖκες
Nominativo plural
τὰς γυναῖκας
Acusativo plural
ἡ γυνή
ὦ γύναι
Vocativo singular
αἱ γυναῖκες
Nominativo plural
τὰς γυναῖκας
Acusativo plural
Genitivo plural
ἡ γυνή
ὦ γύναι
Vocativo singular
αἱ γυναῖκες
Nominativo plural
τὰς γυναῖκας
Acusativo plural
τῶν γυναικῶν
Genitivo plural
ἡ ἐλαία
ἡ ἐλαία
τό ἔλαιον
τό ἔλαιον
ἡ ἑορτή
ἡ ἑορτή
τὸ ἔργον
τὸ ἔργον
τὸ ἑωθινόν
τὸ ἑωθινόν
ἡ θυγάτηρ
ἡ θυγάτηρ
ἡ θυγάτηρ
Vocativo singular
ἡ θυγάτηρ
ὦ θύγατερ
Vocativo singular
ὁ καιρός
ὁ καιρός
ἡ κλίνη
ἡ κλίνη
ἡ κόρη
ἡ κόρη
ἡ κόρη
Vocativo singular
ἡ κόρη
ὦ κόρη
Vocativo singular
ἡ κόρη
ὦ κόρη
Vocativo singular
Acusativo singular
ἡ κόρη
ὦ κόρη
Vocativo singular
τὴν κόρην
Acusativo singular
ἡ κόρη
ὦ κόρη
Vocativo singular
τὴν κόρην
Acusativo singular
Genitivo singular
ἡ κόρη
ὦ κόρη
Vocativo singular
τὴν κόρην
Acusativo singular
τῆς κόρης
Genitivo singular
ἡ κόρη
ὦ κόρη
Vocativo singular
τὴν κόρην
Acusativo singular
τῆς κόρης
Genitivo singular
Dativo singular
ἡ κόρη
ὦ κόρη
Vocativo singular
τὴν κόρην
Acusativo singular
τῆς κόρης
Genitivo singular
τῇ κόρῃ
Dativo singular
ἡ κρήνη
ἡ κρήνη
ἡ κώμη
ἡ κώμη
ἡ μήτηρ
ἡ μήτηρ
ἡ ὁδός
ἡ ὁδός
ἡ οἰκία
τὸ παιδίον
τὸ παιδίον
τὸ πρόβατον
τὸ πρόβατον
ἡ ὑδρία
ἡ ὑδρία
Vocativo singular
ἡ ὑδρία
ὦ ὑδρία
Vocativo singular
ἡ ὑδρία
ὦ ὑδρία
Vocativo singular
Acusativo singular
ἡ ὑδρία
ὦ ὑδρία
Vocativo singular
τὴν ὑδρίαν
Acusativo singular
ἡ ὑδρία
ὦ ὑδρία
Vocativo singular
τὴν ὑδρίαν
Acusativo singular
Genitivo singular
ἡ ὑδρία
ὦ ὑδρία
Vocativo singular
τὴν ὑδρίαν
Acusativo singular
τῆς ὑδρίας
Genitivo singular
ἡ ὑδρία
ὦ ὑδρία
Vocativo singular
τὴν ὑδρίαν
Acusativo singular
τῆς ὑδρίας
Genitivo singular
Dativo singular
ἡ ὑδρία
ὦ ὑδρία
Vocativo singular
τὴν ὑδρίαν
Acusativo singular
τῆς ὑδρίας
Genitivo singular
τῇ ὑδρίᾳ
Dativo singular
ἡ φίλη
ἡ φίλη
ὁ φίλος
ὁ φίλος
ὁ χορός
ὁ χορός
ὁ χόρτος
ὁ χόρτος
ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο
ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο
μέγας, μεγάλη, μέγα
μέγας, μεγάλη, μέγα
μεστός, μεστή, μεστόν
μεστός, μεστή, μεστόν
ῥᾴδιος, ῥᾳδία, ῥᾴδιον
ῥᾴδιος, ῥᾳδία, ῥᾴδιον
ἡ Μέλιττα
ἡ Μέλιττα
Vocat. sing.
ἡ Μέλιττα
ὦ Μέλιττα
Vocat. sing.
ἡ Μέλιττα
ὦ Μέλιττα
Vocat. sing.
Acusat. sing.
ἡ Μέλιττα
ὦ Μέλιττα
Vocat. sing.
τὴν Μέλιτταν
Acusat. sing.
ἡ Μέλιττα
ὦ Μέλιττα
Vocat. sing.
τὴν Μέλιτταν
Acusat. sing.
Genit. sing.
ἡ Μέλιττα
ὦ Μέλιττα
Vocat. sing.
τὴν Μέλιτταν
Acusat. sing.
τῆς Μελίττης
Genit. sing.
ἡ Μέλιττα
ὦ Μέλιττα
Vocat. sing.
τὴν Μέλιτταν
Acusat. sing.
τῆς Μελίττης
Genit. sing.
Dat. sing.
ἡ Μέλιττα
ὦ Μέλιττα
Vocat. sing.
τὴν Μέλιτταν
Acusat. sing.
τῆς Μελίττης
Genit. sing.
τῇ Μελίττῃ
Dat. sing.
ἡ Μυρρίνη
ἡ Μυρρίνη
Vocat. sing.
ἡ Μυρρίνη
ὦ Μυρρίνη
Vocat. sing.
ἡ Μυρρίνη
ὦ Μυρρίνη
Vocat. sing.
Acusat. sing.
ἡ Μυρρίνη
ὦ Μυρρίνη
Vocat. sing.
τὴν Μυρρίνην
Acusat. sing.
ἡ Μυρρίνη
ὦ Μυρρίνη
Vocat. sing.
τὴν Μυρρίνην
Acusat. sing.
Genit. sing.
ἡ Μυρρίνη
ὦ Μυρρίνη
Vocat. sing.
τὴν Μυρρίνην
Acusat. sing.
τῆς Μυρρίνης
Genit. sing.
ἡ Μυρρίνη
ὦ Μυρρίνη
Vocat. sing.
τὴν Μυρρίνην
Acusat. sing.
τῆς Μυρρίνης
Genit. sing.
Dat. sing.
ἡ Μυρρίνη
ὦ Μυρρίνη
Vocat. sing.
τὴν Μυρρίνην
Acusat. sing.
τῆς Μυρρίνης
Genit. sing.
τῇ Μυρρίνῃ
Dat. sing.
ὁ Ξανθίας
ὁ Ξανθίας
Vocativo sing.
ὁ Ξανθίας
ὦ Ξανθία
Vocativo sing.
ὁ Ξανθίας
ὦ Ξανθία
Vocativo sing.
Acusativo sing.
ὁ Ξανθίας
ὦ Ξανθία
Vocativo sing.
τὸν Ξανθίαν
Acusativo sing.
ὁ Ξανθίας
ὦ Ξανθία
Vocativo sing.
τὸν Ξανθίαν
Acusativo sing.
Genitivo sing.
ὁ Ξανθίας
ὦ Ξανθία
Vocativo sing.
τὸν Ξανθίαν
Acusativo sing.
τοῦ Ξανθίου
Genitivo sing.
ὁ Ξανθίας
ὦ Ξανθία
Vocativo sing.
τὸν Ξανθίαν
Acusativo sing.
τοῦ Ξανθίου
Genitivo sing.
Dativo sing.
ὁ Ξανθίας
ὦ Ξανθία
Vocativo sing.
τὸν Ξανθίαν
Acusativo sing.
τοῦ Ξανθίου
Genitivo sing.
τῷ Ξανθίᾳ
Dativo sing.
ἀπό (+ gen.)
ἀπό (+ gen.)
μετά (+ gen.)
μετά (+ gen.)
cum (+ abl.)
μετά (+ ac.)
μετά (+ ac.)
post (+ ac.)
μάλιστα
μάλιστα
muchísimo
οἴκαδε
οἴκαδε
οἴκοι
οἴκοι
ταχέως
ταχέως
ἆρα;
ἆρα;
-ne…?
τί;
τί;
χαῖρε
χαῖρε
χαίρετε
χαίρετε
ἐν νῷ ἔχω
ἐν νῷ ἔχω