1. Ο ρόλος της γυναίκας στην αρχαιότητα, στο Βυζάντιο, στους νεότερους χρόνους έως και τη σύγχρονη εποχή.
Ο ρόλος της γυναίκας στο κοινωνικό σύνολο πέρασε από διάφορα επίπεδα και είναι πρόσφατοι οι αγώνες που έδωσε το γυναικείο φύλο για την εξίσωση του με τους άνδρες.
Στην Αρχαία Αθήνα η γυναίκα δεν είχε καθόλου ανεξαρτησία και ήταν πάντοτε υπό την κηδεμονία του πατέρα της, όπως λένε «κυρίου». Σε μεγαλύτερη ηλικία την ευθύνη την είχε ο άντρας της.
Η μόνη εξαίρεση ήταν να πάρει την απόφαση για την ακύρωση του γάμου της.
Η συνεισφορά στα οικονομικά της οικογένειας περιορίζονταν στην περιουσία της, δηλαδή κοσμήματα, οικιακά σκεύη, κτήματα που παραχωρούνταν στον άντρα της.
Ο ρόλος της στην οικογένεια είχε να κάνει με την επίβλεψη των δούλων και την ανατροφή των παιδιων.
Καθοριστική ήταν η παρουσία της σε θρησκευτικές τελετές, κηδείες, ταφές. Κατά τ’ άλλα δεν είχε το δικαίωμα να κυκλοφορεί χωρίς το σύζυγό της και να παίρνει μέρος στην κοινωνική ζωή της Αθήνας.
Η γυναίκα της βυζαντινής περιόδου ζούσε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της στο σπίτι. Οι έξοδοι της ήταν πάντα με συνοδεία, για την εκκλησία, τα πανηγύρια και το λουτρό, καθώς και οι επισκέψεις σε συγγενικά πρόσωπα. Ήταν οι μόνες κοινωνικά αποδεκτές δραστηριότητες της γυναίκας έξω από το σπίτι. Επίσης, δεν ήταν ευπρεπές να κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τους άνδρες, παρά μόνο αν ήταν πολύ στενά συγγενικά της πρόσωπα, όπως για παράδειγμα ο πατέρας, ο σύζυγος και οι αδελφοί. Συχνά έτρωγε σε χωριστή αίθουσα, όπως σε χωριστά δωμάτια από τους άντρες περνούσε την ημέρα της
Από πολύ μικρή μάθαινε "τα του οίκου", ενώ οι γραμματικές γνώσεις της περιορίζονταν συνήθως σε γραφή και ανάγνωση. Κάποιες γυναίκες, αναλογικά ελάχιστες, αποκτούσαν και ευρύτερη μόρφωση.
H κόρη μπορούσε να παντρευτεί από τα 12-13 χρόνια της. Για το γάμο της φρόντιζαν οι γονείς. Συχνά μάλιστα βοηθούσαν στην επιλογή του συζύγου οι προξενήτρες, που είχαν ως αμοιβή ποσοστά από την προίκα. Η θέση της συζύγου ήταν άσχημη. Οι χριστιανικές αρχές που καθόριζαν τις λειτουργίες της βυζαντινής κοινωνίας εξασφάλιζαν μία αξιοπρεπή ζωή στην παντρεμένη γυναίκα. Ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη όπου ανήκε ήταν οικοδέσποινα και κυρά. Η απόκτηση παιδιών την εξύψωνε.
Στον επαγγελματικό τομέα ο ρόλος της γυναίκας ήταν μικρός. Οι γυναίκες των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων δούλευαν στα χωράφια και στα εργαστήρια της οικογένειάς τους. Λίγες γυναίκες, μορφωμένες, ήταν ιατροί που θεράπευαν το γυναικείο πληθυσμό. Άλλες, οι λεγόμενες κοινές, ζούσαν στα μιμαρεία και στα καπηλειά.
Με το πέρασμα του χρόνου η εικόνα της γυναίκας έχει αλλάξει ουσιαστικά. Η γυναίκα παλιότερα αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως λιγότερο δυναμικό και αυτόνομο, κυρίως λόγω του ότι ήταν υποχρεωμένη να παραμένει στο σπίτι και να μην εργάζεται, αλλά να ασχολείται μονάχα με την ανατροφή των παιδιών, με «τα του σπιτιού» και οι προσωπικές της ανάγκες έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα. Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα έχουν μεταβληθεί και η θέση της γυναίκας έχει αλλάξει πάνω στην κοινωνική σκακιέρα. Η γυναίκα πλέον εργάζεται, βγάζει τα δικά της χρήματα και δεν διστάζει να διεκδικήσει όλα όσα θέλει. Οι αλλαγές αυτές αποτυπώνονται καλύτερα στο θέμα του γάμου, και πιο συγκεκριμένα στο γεγονός ότι οι γυναίκες τα τελευταία χρόνια παντρεύονται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία. Προτεραιότητα γι’ αυτές δεν αποτελεί πάντα η οικογένεια , αλλά η επαγγελματική καταξίωση και η οικονομική ανεξαρτησία.
Ένα ακόμη παράδειγμα όπου δείχνει την αλλαγή που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια, αποτελεί το γεγονός ότι η γυναίκα αποφασίζει πολύ πιο εύκολα για το διαζύγιο σε σχέση με το παρελθόν. Είναι πλέον οικονομικά ανεξάρτητη και δε διστάζει να ρισκάρει παρά το κόστος. Η σύγχρονη γυναίκα καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς ρόλους, σε αυτό της συζύγου, της μητέρας, της εργαζόμενης γυναίκας, της καλής νοικοκυράς κ.ο.κ. Στην προσπάθειά της να ανταποκριθεί σε όλα αυτά και να είναι «σωστή», όπως προστάζει η κοινωνία, συχνά πιέζεται, αγχώνεται και εξαντλείται. Η ανάγκη που προβάλλεται, είναι η γυναίκα να κρατήσει τις λεπτές ισορροπίες που απαιτούνται ανάμεσα στις υποχρεώσεις της ως μητέρας και νοικοκυράς, από τη μία και ως εργαζόμενης, από την άλλη.
Οι μαθήτριες : Στοίδου Λεμονιά, Μπακαλιού Μαρία, Φουντή Άρτεμις, Κεμαλίδου Γιώτα