Ζητήματα για ΛΟΑ* ζευγάρια και οικογένειες στην συστημική οικογενειακή θεραπεία:
Ιστορικά δεδομένα και κατευθυντήριες για το μέλλον
Χριστίνα Πανταζή
Από το άρθρο των Shawn V. Guammattei και Robert-Jay Green με τίτλο:
«LGBT Couple and Family Therapy: History and future direction». Βιβλίο των Bigner, J. J., & Wetchler, J. L. (Eds.). (2012). Handbook of LGBT-affirmative couple and family therapy. Routledge
Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιαστεί
-> η ιστορία και οι σύγχρονες τάσεις στην οικογενειακή ψυχοθεραπεία
και την θεραπεία ζεύγους αναφορικά με τα ζητήματα που αφορούν τα ΛΟΑΤΚΙ[1] άτομα.
Θα αποτυπωθεί:
και της ετεροκανονικότητας στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα
άλλα ζητήματα:
Τι θα διερευνήσουμε στο άρθρο ;
1.Ιστορικά Δεδομένα από την Συστημική Θεραπεία
Ιστορικά, η πλειοψηφία των ορισμών για τις σχέσεις και την οικογένεια δεν εμπεριείχαν άτομα από την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Πιο εστιασμένα, στους χώρους της οικογενειακής και συστημικής θεραπείας συχνά έχουν διαιωνίσει αυτό το δημόσιο αίσθημα σε ο,τι αφορα τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και έχει συμβάλει να διατηρηθεί αυτή η σιωπή
Οι περισσότεροι από τις πρώτες ηγετικές μορφές στον τομέα της θεραπείας ζευγαριών και οικογένειας στο παρελθόν, αν και όχι κατάφωρα ομοφοβικοί, είχαν πάρει μια ετεροκανονική στάση και παρέμειναν σιωπηλοί για ζητήματα των ΛΟΑΤΚΙ ζευγαριών και οικογενειών. Σε μια αναζωογονητική νότα, ο Salvador Minuchin, ο ιδρυτής της δομικής οικογενειακής θεραπείας, καθώς και πολλές εξέχουσες φεμινίστριες μελετητές της οικογενειακής θεραπείας, απέφυγαν από αυτούς τους παθολογικούς διαλόγους και σε αρκετές περιπτώσεις αναφέρθηκαν εν συντομία στα γκέι και λεσβιακά ζευγάρια με ομαλοποιητικούς τρόπους (Imber -Black, 1988; McGoldrick, 1988; Minuchin & Fishman, 1981).
Όσο εξελισσόταν η συστημική θεραπεία και προχωρούσε στα πιο μοντέρνα ρεύματα και θεωρήσεις, τα ζητήματα που αφορούσαν την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, άτομα, ζευγάρια και οικογένειες γίνονταν πιο ορατά και θετικά διακείμενες από προσεγγίσεις, οικογενειακούς θεραπευτές και θεραπευτές ζεύγους
2.Ετεροσεξισμός και ετεροκανονικότητα.
Η ετεροκανονικότητα αποτελεί η κυρίαρχη, διάχυτη και λεπτή πεποίθηση ότι μια βιώσιμη οικογένεια αποτελείται από μια ετεροφυλόφιλη μητέρα και πατέρα που μεγαλώνουν ετεροφυλόφιλα παιδιά μαζί (Gamson, 2000; Hudak & Giammattei, 2010), που διαφοροποιείται από τον ετεροσεξισμό με την άκριτη υιοθέτησή του ως ετεροφυλόφιλου ως το κανόνα ή μοναδικό πρότυπο, ενώ υποθέτει ότι η ετεροφυλοφιλία είναι ανώτερη, η μόνη φυσική, κυρίαρχη και η μόνη αποδεκτή και βιώσιμη επιλογή ζωής (Perlesz et al., 2006).
Η ετεροκανονικότητα είναι μια οργανωτική αρχή που διαμορφώνει και περιορίζει τη θεωρία, την πρακτική, την έρευνα και την εκπαίδευση της οικογενειακής θεραπείας και πολλές φορές είναι το ραβδί μέτρησης για αυτό που θεωρείται φυσιολογικό και υγιές για όλα τα άτομα, τα ζευγάρια και τις οικογένειες.
Παρά τις τρέχουσες θετικές πολιτιστικές αλλαγές και την αύξηση της διαθέσιμης βιβλιογραφίας, το πεδίο της θεραπείας ζευγαριών και οικογένειας συνεχίζει να εμπλέκεται για το σύνολο των ατόμων, ζευγαριών και οικογενειών σε συζητήσεις με ορολογίες και επιρροή από την ετεροκανονικότητα.
Το ίδιο ισχύει για την πλειοψηφία των εκπαιδεύσεων για ζευγάρια και οικογένειες από τις κασέτες εκπαίδευσης οικογενειακής θεραπείας (Patten, 1997), ένα βασικό εργαλείο μάθησης στην ψυχοθεραπεία, που χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά ετεροφυλόφιλα ζευγάρια, οικογένειες ή νέους ως παραδείγματα πελατών.
Η απροσδιόριστη ετεροφυλοφιλία διατηρείται ως την προεπιλεγμένη θέση, μια θέση κυριαρχίας και ανωτερότητας που συνεχίζει να περιθωριοποιεί τα ζευγάρια και τις οικογένειες ΛΟΑΤΚΙ ατόμων και να τα καθιστά αόρατα (Sue, 2010).
Μια συνέπεια αυτής της σιωπής είναι ότι πολλοί θεραπευτές ζευγαριών και οικογενειών είναι αβέβαιοι για το πώς να αντιληφθούν και να παρέμβουν ενεργά στα προβλήματα των ΛΟΑΤΚΙ ζευγαριών και οικογενειών και μικτού προσανατολισμού και νιώθουν ότι δεν είναι ενημερωμένοι για τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν
3. ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία
για ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια και οικογένειες.
Τα τελευταία 20 χρόνια, η έρευνα για ζευγάρια και οικογένειες λεσβιών, γκέι και μπάι (LGB) έχει αποκαλύψει μερικά κεντρικά ζητήματα με τα οποία αυτές οι οικογένειες αναφέρουν ζητήματα στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία που οι ετεροφυλόφιλοι πελάτες δεν θα αντιμετωπίσουν ως ζητήματα.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ακόμη και στις πιο φιλελεύθερες κοινότητες, όλα τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα θα βρεθούν αντιμέτωπα με την κοινωνική καταπίεση, νομικά κενά, την εξαιρετική ευαλωτότητα και τον ρίσκο της διεκδίκησης κοινωνικά στιγματισμένων ή παθολογικών ταυτοτήτων.
Αυτές οι εμπειρίες μπορούν να έχουν βαθύ αντίκτυπο σε όλες τις πτυχές της ζωής και των σχέσεών τους.
Η έρευνα για τα ομόφυλα ζευγάρια αποκαλύπτει ότι γενικά θέλουν τα ίδια πράγματα που θέλουν τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια και παλεύουν με παρόμοια θέματα.
Όταν αναζητούν θεραπεία, συνήθως αντιμετωπίζουν πολλά από τα ίδια προβλήματα με τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια. Παλεύουν με την επικοινωνία, τα οικονομικά, το σεξ, την γονεικότητα, την ανατροφή των παιδιών και τον καταμερισμό της εργασίας (R.-J. Green & Mitchell, 2008) και είναι πιο πιθανό να αναζητήσουν θεραπεία για αυτά τα ζητήματα παρά για ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με το ότι είναι ΛΟΑΤ.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν αρκετές βασικές διαφορές, τόσο χρήσιμες όσο και με διαρκείς προσκλήσεις, που πρέπει να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν οι θεραπευτές/τριες όταν δουλεύουν με ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια και οικογένειες (Gottman, Levenson, Swanson, et al., 2003).
Μερικές από αυτές τις διαφορές είναι αποτέλεσμα διακρίσεων, ομο-, δι- ή τρανσφοβίας και ετεροκανονικότητας που αντιμετωπίζουν λοατκι άτομα, ζευγάρια και οικογένειες, ενώ άλλες σχετίζονται περισσότερο με τη συγκεκριμένη δυναμική που υπάρχει συχνά μεταξύ ζευγαριών του ίδιου φύλου, μικτού προσανατολισμού και τρανσ (Connolly, 2004).
Ζητήματα για ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια και οικογένειες:
3.1 Διακρίσεις και Προκατάληψεις
Οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις που βιώνουν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα έχουν εκτεταμένες επιπτώσεις.
Δεν επηρεάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίζει η κοινωνία αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι οικογένειες καταγωγής αντιμετωπίζουν τα ΛΟΑΤΚΙ παιδιά τους και τον τρόπο με τον οποίο τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα συμπεριφέρονται στον εαυτό τους, τους συντρόφους τους και τα δικά τους παιδιά.
Ο βαθμός που αυτό επηρεάζει τις ζωές των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων εξαρτάται από το κοινωνικοπολιτικό κλίμα στο οποίο ζουν και την υποκουλτούρα ή τις ομάδες (π.χ. εθνοτικές, φυλετικές ή θρησκευτικές) στις οποίες μπορεί να ανήκουν (Goldberg, 2010).
Οι διακρίσεις, οι συμπεριφορές κατά των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων και η απουσία νομικής και κοινωνικής υποστήριξης όχι μόνο δυσχεραίνουν τη σύνδεση των ΛΟΑΤΚΙ ζευγαριών και των οικογενειών, αλλά υπονομεύουν επίσης τη δέσμευση που αναλαμβάνουν οι σεξουαλικές μειονότητες μεταξύ τους και απειλούν πάντα τη συναισθηματική και σχεσιακή τους ευημερία.
--> Είναι ένα σημαντικό ζήτημα για ένα/ μία συστημικό θεραπευτή/τρια να εξερευνήσει αν και κατά πόσο έχουν πιθανές διακρίσεις και προκαταλήψεις έχουν επηρεάσει τις σχέσεις των ΛΟΑΤΚΙ ζευγαριών και της οικογένειας μεταξύ τους.
Ζητήματα για ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια και οικογένειες:
3.2 Αντι- ΛΟΑΤΚΙ στάσεις
Είτε τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα βιώνουν είτε όχι διακρίσεις και προκαταλήψεις άμεσα ή αναπληρωματικά και έμμεσα (π.χ με την ταύτιση με άλλους που έχουν βιώσει διακρίσεις ή μέσω πολιτικών κατά των ομοφυλοφίλων και πολιτικής ρητορικής), είναι απίθανο να καταφέρουν να αποφύγουν την εσωτερίκευση ορισμένων αρνητικών στάσεων και ντροπή (R.-J. Green, 2008).
->Η εσωτερίκευση των αντι-ΛΟΑΤΚΙ στάσεων από τα ίδια τα άτομα έχει ονομαστεί εσωτερικευμένη ομοφοβία (μερικές φορές αναφέρεται ως εσωτερικευμένη ομοαρνητικότητα).
Για ορισμένα ΛΟΑΤΚΙ άτομα/ζευγάρια και οικογένειες, αυτός ο ανταγωνισμός εμφανίζεται με τη μορφή εσωτερικευμένης ετεροκανονικότητας. Έτσι, τα άτομα μπορεί να είναι περήφανα που είναι λεσβίες, γκει, μπαι ή τρανσέξουαλ, αλλά εξακολουθούν να διατηρούν πεποιθήσεις που δίνουν προνόμια στην ετεροφυλοφιλία, ειδικά στη δημιουργία ζευγαριών και οικογενειών.
Για παράδειγμα, ένα ζευγάρι του ίδιου φύλου μπορεί να είναι ανοιχτό για τη σχέση του και να εξακολουθεί να πιστεύει ότι η απόκτηση παιδιών ανήκει μόνο σε ετεροφυλόφιλα ζευγάρια. Πράγμα που πολλές φορές για αυτά τα άτομα και ζευγάρια σημαίνει
ότι εκείνοι «θα πρέπει να πενθήσουν την ιδέα της γονεικότητας και της απόκτησης παιδιών».
3.3 Επιπτώσεις του μειονοτικού στρες
Η θεωρία του μειονοτικού στρες υποστηρίζει ότι οι μειονοτικές ομάδες βιώνουν άγχος που προέρχεται από εμπειρίες στιγματισμού και διακρίσεων, που με τη σειρά τους τις θέτει σε κίνδυνο για μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων σωματικής και ψυχικής υγείας. Εκτός από την εμπειρία της κατάφωρης ομοαρνητικότητας, ο καθημερινός καταιγισμός μικροεπιθέσεων που υπομένουν τα περισσότερα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δημιουργεί ένα επίπεδο μειονοτικού στρες που έχει αποδειχθεί ότι έχει επιβλαβείς συναισθηματικές και σωματικές επιπτώσεις για τα ΛΟΑΤΚΙ ατομα
Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που ζουν σε πολιτείες των ΗΠΑ που ψήφιζαν νομοθετικές ρυθμίσεις και τροποποίησεις αναφορικά με το γάμο ατόμων ιδίου φύλου ανέφεραν σημαντικά περισσότερο άγχος, που αναφέρεται στο λεγόμενο μειονοτικό στρες (δηλαδή έκθεση σε αρνητικά μηνύματα μέσων μαζικής ενημέρωσης και αρνητικές δηλώσεις ή ακόμη και κακοποιητικοί χαρακτηρισμοί, προκαταλήψεις και αρνητικές διακρίσεις για τα λοάτκι άτομα, αρνητικό συναίσθημα που σχετίζεται με τροποποιήσεις) και υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής δυσφορίας (δηλ. , αρνητικό εκφραζόμενο συναίσθημα, έντονο και παρατεταμένο άγχος και συμπτώματα κατάθλιψης) παρά τα ετεροφυλόφιλα ή λοατκι άτομα που ζούσαν σε άλλες πολιτείες στις ΗΠΑ (Hatzenbuehler, McLaughlin, Keyes, 8c Hasin, 2010· Rostosky, Riggle, Horne, 8c Miller, 2009).
--> Χωρίς νομική αναγνώριση των σχέσεών τους, τα ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια και τα παιδιά τους γίνονται ψυχοσυναισθηματικά ευάλωτα σε περιόδους κρίσης.
Τα πολιτιστικά και θρησκευτικά πλαίσια των οικογενειών καταγωγής έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν σημαντικά την επιλογή των ΛΟΑΤΚΙ νέων να αποκαλυφθούν. Εκείνες οι οικογένειες που ζουν σε πολύ συντηρητικές ή αγροτικές περιοχές και/ή ανήκουν σε συντηρητικές θρησκευτικές οργανώσεις που καταδικάζουν την ομοφυλοφιλία και τις παραλλαγές του φύλου μπορεί να έχουν πολύ πιο δύσκολο χρόνο να προσαρμοστούν και να μάθουν να υποστηρίζουν ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο (Connolly, 2005; Stone Fish & Harvey, 2005).
Η επικοινωνία με τους γονείς είναι συχνά ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα για τα νέα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, ειδικά αν έχουν μεγαλώσει ακούγοντας αρνητικά μηνύματα για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Ως αποτέλεσμα, οι γονείς είναι συχνά οι τελευταίοι που θα μάθουν ότι το παιδί τους είναι ΛΟΑΤΚΙ (D’Augelli, Omoto, & Kurtzman, 2006· Savin Williams, 2005).
Πολλοί ΛΟΑΤΚΙ νέοι θα περιμένουν μέχρι να πάψουν να εξαρτώνται από τους γονείς τους για οικονομική υποστήριξη πριν αυτοαποκαλυφθούν, και μερικοί μπορεί να μην βγουν ποτέ στις οικογένειές τους από έναν πολύ πραγματικό φόβο απόρριψης και απώλειας κοινωνικής υποστήριξης.
3.4 Το ζήτημα της αποκάλυψης της ΛΟΑΤΚΙ ταυτότητας σε οικογένειες καταγωγής.
Σε αντίθεση με τις φυλετικές και εθνοτικές μειονότητες, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα συνήθως μεγαλώνουν από γονείς που δεν τους μοιάζουν και σπάνια γνωρίζουν και τα ίδια πώς είναι να είσαι ΛΟΑΤΚΙ. .
Ακόμη και σε οικογένειες που το αποδέχονται, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα μένουν εκτός κοινών τελετουργικών γνωριμιών και συχνά πρέπει να κρύψουν τα ενδιαφέροντά τους για το ίδιο φύλο σε δημόσιες συγκεντρώσεις, συγγενικές συγκεντρώσεις κ.ο.κ. Οι σχέσεις τους δεν γιορτάζονται ή ακόμη και δεν επιτρέπεται να εκφράζονται δημόσια χωρίς την απειλή αντίδρασης και με δυσμενείς επιπτώσεις.
Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δεν είναι τα μόνα που θα αντιμετωπίσουν τις διακρίσεις .
Οι οικογένειες και οι γονείς που υποστηρίζουν τα ΛΟΑΤΚΙ παιδιά τους συχνά εξοστρακίζονται από την κοινότητα, τους φίλους και μερικές φορές ακόμη και την ευρύτερη οικογένεια. Αυτή η απομόνωση ισχύει ιδιαίτερα για τα άτομα που ζουν σε συντηρητικές, αγροτικές περιοχές ή συμμετέχουν σε συντηρητικές θρησκευτικές οργανώσεις. Οι γονείς χρειάζεται συχνά να συμφιλιώσουν τις πεποιθήσεις τους, να κατανοήσουν τους φόβους τους και να θρηνήσουν για την απώλεια οποιωνδήποτε ετεροτυπικών ονείρων που μπορεί να είχαν για το παιδί τους προτού μπορέσουν να έρθουν σε ένα μέρος αποδοχής και να μάθουν να σχετιστούν πραγματικά το ΛΟΑΤΚΙ παιδί τους (Brill & Pepper, 2008 LaSala, 2010, Stone Pish & Harvey, 2005).
Με την ανάπτυξη των κοινωνικών δραστηριοτήτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων έξω από τα μπαρ και την αυξημένη ορατότητα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, ειδικά σε αστικά περιβάλλοντα, οι πιθανοί τρόποι συνάντησης με λοατκι άτομα έχουν αυξηθεί ραγδαία.
Οι ιστότοποι γνωριμιών μέσω Διαδικτύου και κοινωνικής δικτύωσης έχουν κάνει πολύ πιο εύκολο για τους πιθανούς ενδιαφερόμενους να βρουν ο ένας τον άλλον χωρίς τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε άλλους χώρους.
Αυτό ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο για άτομα που ζουν σε κοινότητες και κοινωνικά πλαίσια όπου η ομοφοβία είναι ανεξέλεγκτη, όπου η κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ είναι αόρατη ή δυσεύρετη και όπου η εύρεση συντρόφων και η ραντεβού είναι δύσκολη και συχνά κρυφή (επαρχείες, αγροτικές περιοχές)
3.5 Οι ερωτικές γνωρίμιες ατόμων του ιδίου φύλου
Αφού συναντηθούν, τα ομόφυλα ζευγάρια μπορεί να αντιμετωπίσουν πιθανά ζητήματα που μπορεί να προκύψουν ως αποτέλεσμα της στιγματισμένης φύσης της σχέσης τους και της έλλειψης κανονιστικού ή νομικού προτύπου για τη δημιουργία δεσμών ζευγαριών ή οικογενειών.
Σε αντίθεση με τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια, τα ομόφυλα ζευγάρια δεν έχουν πολιτισμικά καθορισμένο τρόπο πως να είναι και να γίνονται ζευγάρι. Ως αποτέλεσμα, το πώς εξελίσσεται η σχέση, οι αποφάσεις σχετικά με το ποιος κάνει τι στο πλαίσιο της σχέσης (ρόλοι κτλ), τα επίπεδα μονογαμίας ή μη μονογαμίας, οι οικονομικές υποχρεώσεις ο ένας προς τον άλλον και οι μελλοντικές προθέσεις συχνά αφήνονται στο ζευγάρι να τα δημιουργήσει από μόνο του.
3.6 Σχεσιακή Ασάφεια
Παρόλο που αυτή η έλλειψη προτύπου τους επιτρέπει υγιή ευελιξία, δημιουργεί επίσης ένα υψηλότερο επίπεδο σχεσιακής ασάφειας από ό,τι βιώνουν τα περισσότερα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια που μπορούν, μέσω του αρραβώνα και του γάμου, να φέρουν μία μεγαλύτερη νομική και συναισθηματική σαφήνεια στη δέσμευσή τους στο ζευγάρι (R.-J. Green & Mitchell,2008).
Για παράδειγμα, πολλές οικογένειες δεν αναγνωρίζουν τη σημασία του συντρόφου του ίδιου φύλου, δεν αναγνωρίζουν την κατάσταση του ζευγαριού ή δεν θεωρούν τον σύντροφο μέλος της οικογένειας παρά τα πολλά χρόνια συμβίωσης του ζευγαριού. Αυτή η ασάφεια όχι μόνο προκαλεί σύγχυση για τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά επηρεάζει επίσης βαθιά το επίπεδο κοινωνικής υποστήριξης που τους παρέχεται μέσω των οικογενειών, των φίλων και των κοινοτήτων τους.
4.7 Εσωτερικευμένη ομοφοβία, επίπεδα της αυτοαποκάλυψης
και η επίδραση στη σχέση.
Ένα ζήτημα που σχετίζεται άμεσα τόσο με την εξωτερική όσο και με την εσωτερικευμένη ομοφοβία είναι αν τα λοακτι άτομα σε σχέση έχουν κάνει αυτοαποκάλυψη τόσο προσωπικά όσο και ως ζευγάρι σε συγκεκριμένους κοινωνικούς χώρους.
Όταν οι σύντροφοι έχουν διαφορετικά επίπεδα αυτοαποκάλυψης, υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης και πληγωμένων συναισθημάτων που να βιώνονται μέσα στη σχέση.
Εάν ο ένας σύντροφος ‘’κρύβεται΄’ και ο άλλος είναι μερικώς ή εντελώς ορατός ως προς την λοατκι ταυτότητα, ανακύπτουν πάντα συγκρούσεις και στο ζευγάρι.
Οι σύντροφοι που ‘κρύβονται’ μπορεί να αισθάνονται ότι απειλούνται από τις δραστηριότητες των συντρόφων τους ‘να αποκαλυφθούν΄, ενώ ο σύντροφος που έχει αποκαλυφθεί θα νιώθει μέσα στη σχέση ότι ο σύντροφος τους δεν τους εκτιμά και δεν λαμβάνει σοβαρά τη σχέση, ιδίως αν οι σύντροφοί τους δεν έχουν αποκαλυφθεί σε κοντινά τους άτομα.
Επιπλέον, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα λοατκι ζευγάρια όσον αφορά το να γίνουν ορατά και να αποκαλυφθούν μπορεί να επιδεινωθούν και να ενταθούν ιδίως σε χρονικές περιόδους όπου τα πολιτικά δικαιώματα για τα ΛΟΑΤΚΙ συζητούνται έντονα στο δημόσιο λόγο.
3.8 Περιορισμένη κοινωνική υποστήριξη
Ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα για τα λοατκι ζευγάρια είναι η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης. Σε αντίθεση με τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια που λαμβάνουν μεγάλη υποστήριξη από την οικογένεια και την κοινότητα, τα ζευγάρια αυτά είναι πιο πιθανό να βρουν πλήρη έλλειψη υποστήριξης και ακόμη και αντίσταση από τους ετεροφυλόφιλους γονείς, τους συγγενείς και μερικές φορές ακόμη και την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα
Συχνά, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα δεν αγκαλιάζονται πλήρως από τις οικογένειές τους. Ακόμη και όταν τα άτομα αυτά περιλαμβάνονται σε οικογενειακές εκδηλώσεις, οι σχέσεις τους και οι σύντροφοί τους συχνά δεν αναγνωρίζονται όπως αυτές των ετεροφυλόφιλων μελών της οικογένειάς τους. Μερικά ζευγάρια διαπιστώνουν ότι αυτή η παραμέληση μετατοπίζεται όταν φέρνουν παιδιά στη σχέση.
-> Μπορεί η πράξη της απόκτησης παιδιών, η οποία συνηθίζεται και είναι μια ιεροτελεστία της ετεροφυλόφιλης σχέσης, να μειώσει την ασάφεια της ΛΟΑΤΚΙ σχέσης και τη βάζει σε ένα πλαίσιο που μπορούν να κατανοήσουν τα μέλη της οικογένειας των ετεροφυλόφιλων.
Επιπλέον, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα είναι επίσης λιγότερο πιθανό να έχουν διασυνδεδεμένα κοινωνικά δίκτυα σε σχέση με τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια και συχνά πρέπει να καταβάλουν πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για να δημιουργήσουν αυτές τις συνδέσεις.
Τα ζευγάρια που αντιμετωπίζουν με επιτυχία ζητήματα γύρω από τις διακρίσεις, την εσωτερικευμένη ομοφοβία και την ασάφεια των σχέσεων καταφέρνουν τελικά να δημιουργήσουν ένα δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης που συχνά αναφέρεται ως «οικογένεια της επιλογής». Αυτά τα δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης βοηθούν όλα τα ζευγάρια να ξεπεράσουν τις κρίσεις της ζωής και να γιορτάσουν και απολαύσουν τις χαρές της ζωής (Goldberg, 2010; R.-J. Green & Mitchell, 2008).
Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα, η νομική και κοινωνική υποστήριξη και το επίπεδο της εσωτερικευμένης ομοφοβίας έχουν σημαντική επιρροή στην απόφαση ενός ΛΟΑΤΚΙ ατόμου να εξετάσει το ενδεχόμενο να γίνει γονέας. Επηρεάζει επίσης τους ΛΟΑΤΚΙ γονείς που ήδη μεγαλώνουν παιδιά, καθώς και τον βαθμό επαφής που έχουν με τις οικογένειες καταγωγής τους (Goldberg, 2010).
3.9 Γονεικότητα και δημιουργία οικογενειών
Παρά τα πολλά στοιχεία για το αντίθετο (Biblarz & Stacey, 2010; Crowl et ah, 2008; Gartrell & Bos, 2010; Tasker & Patterson, 2007; Wainright & Patterson, 2008; Wainright et al., 2004), πολλα ΛΟΑΤΚΙ άτομα με εσωτερικευμένη ομοφοβία και υποστηρικτές ετεροκανονικών ιδεών μπορεί να αμφισβητήσουν εάν είναι επιβλαβές για αυτούς να μεγαλώνουν παιδιά.
Οι γονείς που μεγαλώνουν παιδιά από προηγούμενες ετεροφυλόφιλες σχέσεις μπορεί να προσπαθήσουν να κρύψουν τη σεξουαλικότητά τους από τα παιδιά, δίνοντάς τους το μήνυμα ότι κάτι δεν πάει καλά με τον ίδιο- το γονέα- και έτσι στερώντας στα παιδιά το χώρο να μιλήσουν για εμπειρίες στο σχολείο ή πράγματα που ακούνε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή κοινωνικά δίκτυα.
Άλλα λοατκι άτομα, που επιλέγουν να γίνουν γονείς αφού αυτοαποκαλυφθούν, μπορεί να δυσκολεύονται να βρουν οικονομικούς πόρους και επαγγελματίες γιατρούς για να τους βοηθήσουν να γίνουν γονείς. Πολλά λοατκι άτομα που δεν μπορούν να συλλάβουν μόνα τους παιδιά μπορεί να διαπιστώσουν ότι άλλες μέθοδοι για να φέρουν παιδιά στη ζωή τους είναι απαγορευτικές για το κόστος, ακόμη κι αν καταφέρουν να βρουν ιατρικές υπηρεσίες και δομές πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί τους.
Επιπλέον, οι υπηρεσίες υιοθεσιών μπορεί να μην είναι πρόθυμες να δώσουν παιδιά σε ένα ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρι ή θα το κάνουν μόνο εάν κρύψουν την σεξουαλικότητά και ο ένας γονέας υιοθετήσει το παιδί ως μονογονέας.
Επιπλέον, πολλές πολιτείες δεν επιτρέπουν τις υιοθεσίες σε ένα λοατκι ζευγάρι από τον δεύτερο γονέα, αφήνοντας έναν γονέα χωρίς κανένα γονικό δικαίωμα και μέριμνα πάνω στο παιδί. Ακόμη και για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που διαμένουν σε πολιτείες όπου η υιοθεσία από δεύτερο γονέα είναι νόμιμη, άλλες πολιτείες ενδέχεται να μην τους αναγνωρίσουν ως νόμιμο γονέα και να αφήσουν αυτές τις οικογένειες απίστευτα ευάλωτες όταν ταξιδεύουν και μπορεί να υπόκεινται σε άλλο νομικό πλαίσιο ή αν χωρίσουν και ένας σύντροφος μετακομίσει σε άλλη πολιτεία.
Η έλλειψη νομικής αναγνώρισης για τις ΛΟΑΤΚΙ οικογένειες θέτει τόσο τα παιδιά όσο και τους γονείς αυτών των οικογενειών σε μεγάλο κίνδυνο. Για ζευγάρια όπου τα παιδιά προέρχονταν από προηγούμενη ετεροφυλόφιλη σχέση, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να τους αρνηθούν την πρόσβαση στα παιδιά τους από ομοφοβικές οικογένειες, πρώην σύζυγους και οικογενειακά δικαστήρια.
Σε περιπτώσεις διαζυγίου ή θανάτου, ένας μη βιολογικός γονέας μπορεί να αμφισβητηθούν τα γονικά του δικαιώματα, να κινδυνεύσει να χάσει το σπίτι της οικογένειας και να μην έχει πρόσβαση σε νομική προσφυγή σε περίπτωση θανάτου ή εάν ο πρώην σύντροφος προσπαθήσει να εμποδίσει τον μη βιολογικό γονέα να δει το παιδιά. Σε άλλες περιπτώσεις, ο ένας μη βιολογικός γονέας μπορεί να μην είναι σε θέση να συνηγορήσει για το παιδί του στα σχολεία ή σχετικά με την ιατρική περίθαλψη.
Αυτά τα νομικά κενά και οι ελλείψεις επηρεάζουν και τα παιδιά που έχουν μερικές φορές την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με τις οικογένειές τους.
Η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης είναι ιδιαίτερα δύσκολη όταν προσπαθούν να μεγαλώσουν παιδιά.
Το να έχουν διαθέσιμους παππούδες και αδέρφια για να βοηθήσουν στη φροντίδα των παιδιών και να προσφέρουν ηθική ή οικονομική υποστήριξη σε δύσκολες στιγμές είναι πολύτιμο για τις περισσότερες οικογένειες.
Ωστόσο, τα μέλη της λοακι οικογένειας συχνά δεν λαμβάνουν το ίδιο επίπεδο συναισθηματικής – ή και άλλης- υποστήριξης που λαμβάνουν τα ετεροφυλόφιλα αδέρφια ή συγγενείς τους.
Τα παιδιά σε αυτές τις οικογένειες μπορεί να μείνουν σε μία αποστασιοποιημένη σχέση με την ευρύτερη οικογένειά τους ή μπορούν να τεθούν σε καταστάσεις όπου ακούνε αρνητικά σχόλια για τη σεξουαλικότητα των γονιών τους από άτομα που αγαπούν και εμπιστεύονται (Goldberg, 2010).
3.10 Ηλικιωμένα ΛΟΑΤΚΙ άτομα
Τα ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια ηλικιωμένων και οι οικογένειές τους αντιμετωπίζουν πολύ υψηλότερο επίπεδο ετεροσεξισμού και ομοαρνητικότητας από ό,τι οι νεότερες γενιές. Πολλα ΛΟΑΤΚΙ ηλικιωμένα διαπιστώνουν ότι αναγκάζονται να ‘’επιστρέψουν στην ντουλάπα’’ και να κρυφτούν για να έχουν πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη και στέγαση.
Τα ζευγάρια συχνά διαλύονται καθώς αρχίζουν να απαιτούν περισσότερη φροντίδα, αλλά οι εγκαταστάσεις που έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων δεν φιλοξενούν ζευγάρια του ίδιου φύλου (Balsam & DAugelli, 2006). Καθώς εξαρτώνται περισσότερο από τους άλλους, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα διαπιστώνουν ότι η σύνδεσή τους με την οικογένεια καταγωγής γίνεται πολύ πιο σημαντική (Cook-Daniels, 2006· Kimmel, Rose, Orel, & Green, 2006). Τα ζευγάρια αυτά συχνά διαλύονται καθώς αρχίζουν να απαιτούν περισσότερη φροντίδα ο ένας από τον άλλο, αλλά οι εγκαταστάσεις που έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων δεν φιλοξενούν ζευγάρια του ίδιου φύλου (Balsam & DAugelli, 2006).
).
Καθώς εξαρτώνται περισσότερο από τους άλλους, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα διαπιστώνουν ότι η σύνδεσή τους με την οικογένεια γίνεται πολύ πιο σημαντική (Cook-Daniels, 2006· Kimmel, Rose, Orel, & Green, 2006). Η νομική τεκμηρίωση και ο οικονομικός προγραμματισμός είναι πολύ πιο σημαντικά ζητήματα για τους ΛΟΑΤΚΙ ηλικιωμένους, επειδή οι σύντροφοι και οι οικογένειές τους δεν έχουν εγγυημένη πρόσβαση στους ίδιους πόρους με αυτούς των μη ΛΟΑΤ γερόντων (Cook-Daniels, 2006; Dworkin, 2006; Kimmel et al., 2006
4. Τρέχουσες τάσεις και μελλοντικές κατευθύνσεις
4.1 Οικογενειακή Θεραπεία και Θεραπεία Ζευγαριών
Μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο, δεν υπάρχουν γνωστά πρωτόκολλα θεραπείας ζευγαριού ή οικογένειας που να έχουν επικυρωθεί εμπειρικά με ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια και οικογένειες. Τα περισσότερα κείμενα οικογενειακής θεραπείας και εγχειρίδια θεραπείας δεν συζητούν τη βιωσιμότητα της θεραπείας με ΛΟΑΤΚΙ πελάτες ή υποθέτουν ότι τα πρωτόκολλα θεραπείας που λειτουργούν για ετεροφυλόφιλα ζευγάρια μεταφράζονται εύκολα σε ίδια εργασία με ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια ή η βιβλιογραφία μπορεί να περιέχει μερικά παραδείγματα ζευγαριών ιδίου φύλου
Η κλινική βιβλιογραφία που διερευνά τη χρήση των συγκεκριμένων ζευγαριών και μοντέλων οικογένειας με ζευγάρια του ίδιου φύλου ξεκινά γενικά με μια συζήτηση των αξιοσημείωτων διαφορών μεταξύ αυτών των ζευγαριών και των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών.
Οι κύριες διαφορές που σημειώθηκαν είναι οι επιπτώσεις των διακρίσεων και το μειονωτικό στρες, εμπειρίες διαπολιτισμικότητας και πολιτιστικές διαφορές των λοατκι συντρόφων, οι βαθμοί αυτοαποκάλυψης του ΛΟΑΤΚΙ ζευγαριού, διαφορές φύλου αναφορικά με την μονογαμία, συναισθημαική οικειότητα και σεξ, ζητήματα αναφορικά με την κοινωνικοποίηση του ρόλου των φύλων, μη επικύρωση του ΛΟΑΤΚΙ ζευγαριού και απώλεια των ετεροφυλοφιλικών προνομίων στις οικογένειες καταγωγής, έλλειψη προτύπων η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια της σχεσιακής ασάφειας.
Επί του παρόντος, υπάρχει έλλειψη βιβλιογραφίας που διερευνά τη χρησιμότητα των βασικών πρωτοκόλλων θεραπείας οικογένειας και ζευγαριού με τρανς ζευγάρια και οικογένειες και πολύ λίγη που ασχολείται με τα ζητήματα των μπαι και μικτού προσανατολισμού ζευγαριών σε σχέσεις ομοφυλοφίλων. Το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας για αυτές τις οικογένειες επικεντρώνεται στα μοναδικά ζητήματα που πιθανότατα θα αντιμετωπίσει ο θεραπευτής ενός ζευγαριού όταν εργάζεται με ένα ζευγάρι μικτού προσανατολισμού ή τρανς. Εκτός από την αντιμετώπιση των διαφορών που περιγράφονται για τα ΛΟΑΤΚΙ ζευγάρια, αυτά τα ζευγάρια πρέπει να διαπραγματευτούν τις διαφορές στην ταυτότητά τους, την προδοσία που κουβαλούν τα άτομα που θα έχει βιώνει συχνά ο/η πρώην σύζυγος ή σύντροφος που δεν είναι ΛΟΑΤΚΙ, την πιθανή επαναδιαπραγμάτευση της σεξουαλικής τους ζωής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλαγές σεξουαλικού και κοινωνικού προσανατολισμού.
Οι Treyger et al. (2008) έχουν προτείνει μια προσέγγιση εστιασμένη στη λύση όταν εργάζονται με ζευγάρια μικτού προσανατολισμού, ενώ οι ερευνητές που έχουν ασχοληθεί με τη χρήση κλινικών μοντέλων για εργασία με τρανς ζευγάρια και οικογένειες έχουν εισαγάγει είτε μια ενοποίηση διαφορετικών θεωριών (Malpas, 2006) είτε εντελώς νέο μοντέλο (Raj, 2008).
Ανεξάρτητα από το μοντέλο που χρησιμοποιείται, ο/ η θεραπευτής/τρια είναι σημαντικό να αντιμετωπίζει τα ζητήματα που παρουσιάζονται από το ζευγάρι ή την οικογένεια χωρίς να κατηγορεί ακούσια τους πελάτες για τον αντίκτυπο των διακρίσεων και της εσωτερικευμένης ομοαρνητικότητας.
Τέτοια μεταμοντέρνα και κοινωνικά κονστρουξιονιστικά μοντέλα, όπως φεμινιστικές και αφηγηματικές προσεγγίσεις, έχουν χρησιμοποιηθεί σε αυτόν τον τομέα, επειδή αντιμετωπίζουν άμεσα το σύστημα από κοινωνικοπολιτική προοπτική.
Μια πολλά υποσχόμενη κίνηση στην οικογενειακή θεραπεία, όχι μόνο για τους ΛΟΑΤΚΙ πελάτες αλλά και για όλα τα ζευγάρια και τις οικογένειες,
είναι η επίδραση της κουίρ θεωρίας στην οικογενειακή θεραπεία.
Οι Stone Fish και Harvey (2005) περιγράφουν ένα μοντέλο που συνδυάζει επιτυχώς την queer θεωρία, τις μεταμοντέρνες προσεγγίσεις και την οικογενειακή θεραπεία με τρόπο που σέβεται όλους τους ανθρώπους, αλλά αντιμετωπίζει κατά μέτωπο την ετεροκανονικότητα, όχι μόνο για τους ΛΟΑΤΚΙ πελάτες αλλά και για όλους, που έτσι και αλλιώς καλλιεργεί προσδοκίες, παγιωμένες αντιλήψεις και στερεότυπα.
Αντί να παίρνει τη θέση ότι το να έχεις ένα queer μέλος της οικογένειας είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί, η οικογενειακή θεραπεία προσκαλείται να υιοθετήσει τη ριζοσπαστική θέση ότι η διαφορετικότητα είναι κανονιστική και θα πρέπει να υποστηρίζει την αξία και την ομορφιά των μη ετεροφυλόφιλων ή των μελών της οικογένειας με παραλλαγές φύλου, όχι παρά την ταυτότητά τους, αλλά εξαιτίας του (Hudak & Giammattei, 2010).
Αυτό το μοντέλο βασίζεται στην πραγματικότητα ότι οι κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με το φύλο, τους ρόλους των φύλων και τον σεξουαλικό προσανατολισμό έχουν επηρεάσει όλους και όλοι οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να αποδομήσουν αυτές τις ιδέες και να αξιολογήσουν εάν λειτουργούν προς το συμφέρον των σχέσεών τους ή όχι
4.2 Εκπαίδευση των ψυχοθεραπευτ(ρι)ών Ζευγαριού και Οικογένειας
Είναι πολύ σημαντική η εκπαίδευση των θεραπευτ(ρι)ών ζευγαριών και οικογένειας να εργάζονται επιβεβαιωτικά με ΛΟΑΤΚΙ πελάτες. Μελέτες έχουν δείξει ότι το 70-90% των θεραπευτών ζευγαριών και οικογένειας εργάζονται με ΛΟΑΤΚΙ πελάτες (Godfrey, Haddock, Fisher, & Lund, 2006).
Επιπλέον, οι ηθικοί κώδικες για όλους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας έχουν την προσδοκία ότι οι κλινικοί και θεραπευτές/τριες δεν θα «κάνουν κακό» και θα διατηρήσουν ένα επίπεδο πολιτισμικής ικανότητας όταν εργάζονται με μειονοτικές ομάδες. Μεταξύ άλλων, ο Αμερικάνικος Σύλλογος Κοινωνικών Λειτουργών, η Αμερικάνικη Εταιρία για Οικογενειακούς Θεραπευτές και Θεραπευτές Ζεύγους και Αμερικάνικη Ψυχολογική Εταιρία έχουν δηλώσει σχετικά με την κατάλληλη αντιμετώπιση των ΛΟΑΤΚΙ πελατών που περιλαμβάνουν τη γνώση της ΛΟΑΤΚΙ εμπειρίας, την κατανόηση των προκαταλήψεων κάποιου, την παροχή σεβασμού και επίσης περιλαμβάνει την αποφυγή ετεροσεξιστικών υποθέσεων και την αναζήτηση συνεχούς εκπαίδευσης για τη κατάλληλη συνεργασία με αυτές τις ομάδες.
Παρά αυτή την δήλωση, πολλοί/ες θεραπευτές/τριες ζευγαριών και οικογένειας αναφέρουν οτί νιώθουν ότι δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι και δεν αισθάνονται ικανοί να εργαστούν με ΛΟΑΤΚΙ πελάτες, ζευγάρια και οικογένειες.
τα μεταπτυχιακά προγράμματα κατάρτισης έχουν υποχρέωση να βοηθήσει τους μαθητές να μάθουν τα βασικά που είναι απαραίτητα για να συνεργαστούν επιβεβαιωτικά με ΛΟΑΤΚΙ πελάτες. Είναι δυνατό τα προγράμματα κατάρτισης μεταπτυχιακών σπουδών και η κλινική επίβλεψη να χρησιμεύσουν ως ευκαιρία για τον/την θεραπευτή/τρια για αυτοεξερεύνηση και αυτογνωσία σε σχέση με μια ποικιλία θεμάτων διαφορετικότητας, συμπεριλαμβανομένου του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου.
->Η έρευνα προτείνει ότι περισσότερη εκπαίδευση σε σχέση με τη διαφορετικότητα όχι μόνο θα είχε τη δυνατότητα να αυξήσει την αυτογνωσία, η οποία μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα άνεσης στην εργασία με αυτόν τον πληθυσμό, αλλά μπορεί επίσης να βοηθήσει τους κλινικούς ιατρούς ψυχικής υγείας να αισθάνονται πιο προετοιμασμένοι στη συνεργασία με ΛΟΑΤΚΙ πελάτες (M. S. Green et al., 2009· Rock et al., 2010).
4.3 Κατευθυντήριες οδηγίες για την εκπαίδευση θεραπευτ(ρι)ών
Υπάρχουν αρκετοί τομείς στους οποίους πρέπει να εστιάσουν τα προγράμματα και η επίβλεψη/εποπτεία προκειμένου να βοηθήσουν τους/τις θεραπευτές/τριες να γίνουν καλύτερα εξοπλισμένοι ώστε να μπορούν να εργαστούν με ΛΟΑΤΚΙ πελάτες.
Το πιο σημαντικό έργο για τους κλινικούς θεραπευτ(ρι)ες είναι να δίνουν μεγάλη προσοχή στον εαυτό- θεραπευτή (Godfrey et al., 2006).
Είναι επιτακτική ανάγκη τα εκπαιδευόμενα άτομα να εξετάζουν τις δικές τους πεποιθήσεις, αξίες, επίπεδα άνεσης, προκαταλήψεις, στερεότυπα και ούτω καθεξής σχετικά με το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Χρειάζεται όχι μόνο να κατανοήσουν τις προφανείς προκαταλήψεις τους αλλά και να αμφισβητήσουν τις δικές τους ετεροτυπικές και ετεροκανονικές πεποιθήσεις, ειδικά γύρω από το τι αποτελεί ένα ζευγάρι ή οικογένεια, καθώς και τη σεξουαλική συμπεριφορά και τις έννοιες γύρω από τη έμφυλη συμπεριφορά (Long & Bonomo, 2006).
Οι εκπαιδευόμενοι πρέπει επίσης να κατανοήσουν την εμπειρία και τις επιπτώσεις της προκατάληψης, της ομοαρνητικότητας και των διακρίσεων στους ΛΟΑΤΚΙ πελάτες και τον αντίκτυπο που προκύπτει στη διαμόρφωση, δυναμική και διατήρηση των σχέσεων ζευγαριού και οικογένειας.
Οι κλινικοί γιατροί που δεν γνωρίζουν αυτές τις εμπειρίες μπορεί, ως αποτέλεσμα της έλλειψης διορατικότητάς τους, να παθολογήσουν τους πελάτες για την καταπίεση που βιώνουν στην κοινωνία και έτσι να διαιωνίζουν μύθους για τα άτομα, τα ζευγάρια και τις ΛΟΑΤΚΙ οικογένειες (Herek, 2007; Rye & Meaney, 2009). Οι κλινικοί γιατροί μπορούν να μάθουν διαβάζοντας την βιβλιογραφία για αυτά τα θέματα, μιλώντας με ΛΟΑΤΚΙ άτομα για τις εμπειρίες τους και συμμετέχοντας σε πολιτιστικές δραστηριότητες εντός της κοινότητας, ειδικά σε σχετιζόμενες συγκεντρώσεις.
Πολλές μελέτες έχουν βρει ότι η ομοαρνητικότητα και ομοφοβία μειώνεται όταν ένα άτομο γνωρίζει προσωπικά κάποιο ΛΟΑΤΚΙ άτομο και οι θεραπευτ(ρι)ες που γνωρίζουν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αισθάνονται πολύ καλύτερα εξοπλισμένοι για να συνεργαστούν μαζί τους ως πελάτες (Pettigrew & Tropp, 2000; Rye & Meaney, 2009) και πολύ λιγότερο πιθανό να έχουν «υπερβολικά παθολογικές απόψεις για τις ικανότητες και τις δυνατότητές τους (Bernstein, 2000, σ. 445). Οι εκπαιδευόμενοι/ες αποφεύγουν αυτή την παγίδα εγκαθιστώντας σχέσεις με ΛΟΑΤΚΙ συναδέλφους και συνδεόμενα με μέλη της οικογένειας που μπορεί να είναι ΛΟΑΤΚΙ, καθώς και συμμετέχοντας σε κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες παράλληλα με τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα
5. Τι χρειάζεται από εδώ και πέρα αναφορικά με τα ΛΟΑΤΚΙ ζητήματα στην οικογενειακή θεραπεία και θεραπεία ζευγαριών;
Ευχαριστώ πολύ!
Επιστημονικά Συγγράμματα της Συστημικής Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας με ΛΟΑΤΚΙ άτομα/ ζευγάρια/ Οικογένειες