Γερμανική Κατοχή
1941-1944
Αφού οι Ιταλοί απέτυχαν να νικήσουν την Ελλάδα στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, οι Ναζί ανέλαβαν οι ίδιοι την επιχείρηση, Την Κυριακή στις 6 Απριλίου του 1941 τα στρατεύματα του Χίτλερ εισέβαλλαν στην Ελλάδα και παρέλασαν μπροστά από τη Βουλή των Ελλήνων και το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.
Ο εκφωνητής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος μετέδιδε με τη χαρακτηριστική φωνή του τις τελευταίες ελεύθερες φράσεις που μπορούσαν να ακουσθούν. Από την μέρα εκείνη και σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής απαγορευόταν αυστηρά να έχει κάποιος ραδιόφωνο στο σπίτι του.
�
Ο κόσμος κρατούσε την ανάσα του όσο οι κατακτητές μοίραζαν την Ελλάδα σε κομμάτια. Μελετήστε τον χάρτη και δείτε ποιες περιοχές έλεγχε η κάθε χώρα. Ποιο κομμάτι κράτησαν οι Γερμανοί; Γιατί;
Πώς μοίρασαν την Κρήτη; Γιατί;
Ποια χώρα, για την οποία δεν είχαμε μιλήσει ως τώρα, εμφανίστηκε ως σύμμαχος των Δυνάμεων του Άξονα και κατείχε τμήμα του ελληνικού εδάφους;
Πώς θα νιώθατε αν ζούσατε εκείνη την εποχή;
Παράλληλα οι Γερμανοί όρισαν μια κυβέρνηση φιλική προς αυτούς για να μπορούν να την ελέγχουν.
Όλη η χώρα σκεπάστηκε από ένα μαύρο πέπλο φόβου, αγωνίας και θλίψης.
Πολλοί άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους και το φαγητό ήταν πια λιγοστό.
Τα συσσίτια ήταν η μόνη λύση για να κρατηθεί κάποιος ζωντανός αλλά και πάλι πολλοί άνθρωποι, κυρίως ηλικιωμένοι και παιδιά δεν άντεχαν την πείνα και τις κακουχίες και πέθαιναν στους δρόμους. Ο Χειμώνας του 1941-1942 ήταν ο πιο βαρύς από όλους. Ήταν η χρονιά το μεγάλου λιμού, δηλαδή της μεγάλης πείνας.
Στα χωριά ήταν πιο εύκολα τα πράγματα αφού όλοι και κάτι έβρισκαν να φάνε οι άνθρωποι. Κανένα αυγό, φρούτα, χόρτα… ο,τι άφηναν δηλαδή οι Γερμανοί που επιτάσσανε τα σπίτια των Ελλήνων κι έκλεβαν το βιος τους. Στις πόλεις όμως και ειδικά στην Αθήνα τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα.
Οι άνθρωποι πάντα βρίσκουν τρόπους και λόγους να χαίρονται και να γελάνε ακόμη και στους πιο σκοτεινούς καιρούς. Έτσι γινόταν και τότε. Ερωτεύονταν και παντρεύονταν, πήγαιναν στο θέατρο, τραγουδούσαν τραγούδια της Σοφίας Βέμπο κι έπαιρναν κουράγιο, γελούσαν με τις παραστάσεις που σκάρωναν οι καραγκιοζοπαίχτες κοροϊδεύοντας τους κατακτητές μπροστά στα μάτια τους.
Έβρισκαν ακόμη και τη δύναμη και το κουράγιο να κάνουν Αντίσταση κι ας παραμόνευαν παντού οι Γερμανοί στρατιώτες. Πολλοί , άντρες και γυναίκες έφυγαν στα βουνά κι από εκεί πολεμούσαν τους κατακτητές κάνοντας σαμποτάζ και ανατινάζοντας γέφυρες γεμάτες πολύτιμα γερμανικά φορτία.
Αλλά και όσοι έμεναν στις πόλεις έγραφαν προκηρύξεις και συνθήματα στους τοίχους για να ξεσηκώσουν τον ελληνικό λαό και να τους δώσουν τη δύναμη να πολεμήσει τους Γερμανούς. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο αφού μετά το βράδυ απαγορευόταν η κυκλοφορία στους δρόμους. Αν κάποιος παραβίαζε την εντολή και τον έπιαναν, τον σκότωναν.
Πολλοί Έλληνες έκρυβαν στα σπίτια τους στρατιώτες των συμμάχων ή αντιστασιακούς με κίνδυνο της ζωής τους. Άλλοι πάλι κρατούσαν κρυμμένα ραδιόφωνα για να μαθαίνουν τα νέα από το BBC το ραδιόφωνο της Μεγάλης Βρετανίας και να τα λένε στους υπόλοιπους. Στη διάδοση των νέων είχαν επιστρατευτεί και τα «χωνιά» της εποχής που φώναζαν συνθήματα κατά των Γερμανών.
Ανάμεσα στους ήρωες της Αντίστασης ήταν και πολλά παιδιά όπως οι σαλταδόροι που έκλεβαν τα τρόφιμα από τα γερμανικά καμιόνια για να τα μοιράζουν σε όσους είχαν τη μεγαλύτερη ανάγκη.
Ο καθένας και η καθεμιά αντιστέκονταν με τον τρόπο τους όπως η Βούλα Παπαϊωάννου που ήταν φωτογράφος και κόντρα στους κινδύνους μας άφησε τις πολύτιμες φωτογραφίες της από εκείνη την εποχή.
Η πιο σπουδαία και μαζική πράξη Αντίστασης ήταν στην κηδεία του σπουδαίου μας ποιητή Κωστή Παλαμά στις 27 Φεβρουαρίου του 1943.
Ο ποιητής ήταν τόσο αγαπητός στο λαό που ακόμη και η ψευτοκυβέρνηση που είχαν ορίσει οι Γερμανοί είχε στείλει εκπροσώπους. Γερμανοί στρατιώτες υπήρχαν παντού γύρω από το νεκροταφείο αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να εμποδίσουν χιλιάδες κόσμου που έρχονταν για να πουν το τελευταίο αντίο στον ποιητή. Ανάμεσα τους υπήρχαν και πολλοί ποιητές όπως ο Άγγελος Σικελιανός που διάβασε με στεντόρεια φωνή ένα ποίημα που είχε γράψει για τον ποιητή.
Ράγισαν οι καρδιές όταν ακούμπησε το χέρι του επάνω στο φέρετρο στου Κωστή Παλαμά και είπε δυνατά «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά όλη η Ελλάδα».
Τα πλήθη παρακολουθούσαν σιωπηλά. Μα όταν ήρθε η ώρα να πουν το τελευταίο αντίο, ένας Γερμανός στρατιώτης πήγε να καταθέσει στεφάνι. Ο συγγραφέας Γιώργος Κατσίμπαλης τότε δεν άντεξε άλλο τη σιωπή.
Άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο κι ας ήξερε ότι απαγορευόταν, ότι η τιμωρία ήταν πολύ αυστηρή. Ένας ένας και μία μία όσοι βρίσκονταν εκεί, ένωσαν τις φωνές τους. Δειλά δειλά και με φόβο στην αρχή μα στη συνέχεια, παίρνοντας θάρρος ο ένας από τον άλλον έγιναν όλοι ένα σώμα και μια ψυχή.
Οι φωνές τους έφτασαν ως τον ουρανό και αποχαιρέτησαν τον ποιητή όπως του άξιζε. «Ζήτω η Ελευθερία!» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί. Οι Γερμανοί κοιτούσαν σαστισμένοι και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Σίγουρα εκείνη τη μέρα πήραν το πιο μεγάλο τους μάθημα…
Πηγές:
Wikipedia
Μηχανή του Χρόνου
Lifo
Σαν σήμερα