Ναός του Ποσειδώνα Σούνιο
Ο Ναός του Ποσειδώνα είναι ένας αρχαίος ελληνικός ναός στο Σούνιο. Βρίσκεται περίπου 13 χιλιόμετρα νότια του Θορικού στη νοτιότερη περιοχή της Αττικής.
Το Σούνιο είναι ένα βραχώδες ακρωτήριο, το νοτιότερο σημείο της Αττικής. Ήταν το πρώτο σημείο που έβλεπε κανείς πλέοντας από τις Κυκλάδες προς τον Πειραιά. Ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.), αρχίζοντας τα Αττικά του, το περιγράφει ως εξής: «Της ηπείρου της ελληνικής κατά νήσους τας Κυκλάδας και πέλαγος το Αιγαίον άκρα Σούνιον πρόκειται γης της Αττικής...». Σούνιο ονομάστηκε από το ακρωτήριο και ο αρχαίος οικισμός-πόλη και δήμος αρχικά της λεοντίδας και στη συνέχεια της ατταλίδας φυλής, όπως μαρτυρούν ποικίλες αρχαίες επιγραφές. Από τον 17ο αι. και εξής ο χώρος είναι γνωστός και ως Capo Colonne (Καβοκολόνες), από τους κίονες που στέκονται όρθιοι μέχρι και σήμερα.
Σήμερα το Σούνιο μάς είναι κυρίως γνωστό για τον Ναό του Ποσειδώνα. Η ιερότητα του χώρου, όμως, ανάγεται σε πολύ προγενέστερη εποχή. Φαίνεται ότι ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. ο βράχος που δέσποζε στην εσχατιά της Αττικής, 73 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, είχε αφιερωθεί στη λατρεία του Ποσειδώνα, αφού στην Ακρόπολη λατρευόταν η θεά Αθηνά, η οποία κέρδισε με το δώρο της, την ελιά, τον μεταξύ τους διαγωνισμό για την ονομασία της πόλης.
Το φρούριο και τα ιερά ανήκαν στο δήμο των Σουνιέων,
όπως διαμόρφωθηκε με την πολιτειακή μεταρρύθμιση του Κλεισθένους το 510 π.Χ.
Ο δήμος ανήκε στη Λεοντίδα φυλή
και εκτεινόταν στην περιοχή ανάμεσα στο Λαύριο,
τα Μεγάλα Πεύκα, την Καμάριζα (¨Αγιο Κωνσταντίνο)
και το ακρωτήριο. Ο οικισμός του φρουρίου μάλλον
ήταν το κέντρο του δήμου,
από τον οποίο είναι γνωστά και άλλα κατάλοιπα.
Στο περιβάλλον του φρουρίου, εντοπίζεται οικισμός
πάνω από το λιμάνι και νεκροταφείο κλασικών χρόνων
στην παραλία, όπου το ναΰδριο του Αγίου Πέτρου,
καθώς και τμήμα οικισμού
των ρωμαϊκών χρόνων δυτικά του Αγίου Πέτρου.��
Από τον βράχο του Σουνίου ο Αιγέας, μυθικός βασιλιάς της Αθήνας, αφού είδε να επιστρέφει με μαύρα πανιά το πλοίο που είχε μεταφέρει στην Κρήτη τον γιο του Θησέα προκειμένου ο τελευταίος να σκοτώσει τον Μινώταυρο και να απαλλάξει την Αθήνα από τον φόρο αίματος, νόμισε ότι ο Θησέας ήταν νεκρός και πάνω στην απελπισία του ρίχτηκε στη θάλασσα και σκοτώθηκε. Από τότε η θάλασσα ονομάστηκε Αιγαίο Πέλαγος.
Στη αρχαϊκή περίοδο αναπτύχθηκε το ιερό πολύ, κάτι που αποδεικνύεται από τους κολοσσιαίους κούρους που είχαν στηθεί εκεί. Βρέθηκαν τρεις εξ αυτών που βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Εκείνη τη περίοδο φαίνεται κτίστηκε ο ναός της Αθηνάς Σουνιάδος σε χαμηλότερο γειτονικό λόφο. Η κατασκευή του πώρινου ναού του Ποσειδώνα χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα. Όμως ο υπό κατασκευή αυτός ναός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε από τους Πέρσες στη διάρκεια των Μηδικών πολέμων. Αφού οι Αθηναίοι νίκησαν τον Ξέρξη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τοποθέτησαν μια εχθρική τριήρη (πολεμικό πλοίο με τρεις όχθες κουπιών) στο Σούνιο ως νικητήριο τρόπαιο, αφιερωμένο στον Ποσειδώνα. Ένας μικρός ναός του Ποσειδώνα, κτίστηκε λίγο αργότερα, προσωρινά για να καλύπτει τις ανάγκες της λατρείας.
Ο δωρικός ναός που βλέπουμε σήμερα οικοδομήθηκε από τοπικό μάρμαρο της Αγριλέζας πάνω στα ερείπια του αρχαϊκού ναού τα χρόνια του Περικλή (449/8-440 π.Χ.). Ο νέος ναός ήταν δωρικός περίπτερος, με έξι κίονες στις στενές πλευρές και δεκατρείς στις μακριές (6Χ13). Ακολουθείται ο τυπική σχέση στον αριθμό των κιόνων, σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των κιόνων της μακριάς πλευράς είναι 2α+1 των κιόνων της στενής (2Χ6+1=13). Το μήκος του ήταν 31,12 και το πλάτος 13,47.
Ο κλασικός ναός παρουσιάζει αρκετές αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες, με κορυφαίες την παράλειψη της κιονοστοιχίας στο εσωτερικό του σηκού και τις εξαιρετικά ραδινές αναλογίες των κιόνων. Σημαντικές ιδιαιτερότητες παρουσιάζει και ο γλυπτός διάκοσμος, που απαντά στις εσωτερικές πλευρές του ναού για πρώτη φορά στην αρχαία ελληνική ναοδομία.
Χωρίζεται σε τρία μέρη: τον τον πρόναο, τον σηκό, με το λατρευτικό άγαλμα του θεού και τον οπισθόδομο, όπου φυλάσσονταν τα αφιερώματα και το «ποσειδωνιακό χρήμα» από τα μεταλλεία του Λαυρίου. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος καταλήγουν σε δύο κίονες μεταξύ παραστάδων. Επίσης ο πρόναος και ο οπισθόδομος χωρίζονται από τον σηκό με τοίχο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ναού είναι η έλλειψη εσωτερικής κιονοστοιχίας στον σηκό.
Το ύψος των κιόνων είναι 6,12 μ.. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αποτελούν οι ραβδώσεις που είναι μόνο δεκαέξι (16), αντί για είκοσι (20) που ήταν το συνηθισμένο. Παρόμοια κατασκευασμένοι ήταν και οι κίονες του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Η επιλογή αυτή καθορίστηκε από τη μαλακή υφή του μαρμάρου και από τις ιδιαίτερα αντίξοες καιρικές συνθήκες της περιοχής. Ακόμη απουσιάζει η ένταση. Πάνω στα κιονόκρανα των κιόνων στηριζόταν το επιστύλιο και ακολούθως οι μετόπες και τα τρίγλυφα. Καμία από τις μετόπες δεν ήταν διακοσμημένη.
Ανάγλυφη παράσταση υπήρχε στο εσωτερικό χώρο που σχηματιζόταν ανάμεσα στην είσοδο του προνάου και την εξωτερική κιονοστοιχία και καταλάμβανε και τους τέσσερις τοίχους. Μια ανάγλυφη ζωφόρος από παριανό μάρμαρο, που αναπαριστούσε τα συνηθισμένα συμπλέγματα μαχόμενων Θεών και Γιγάντων (Γιγαντομαχία) ή Λαπίθων και Κενταύρων (Κενταυρομαχία), περιέτρεχε μαζί με τους άθλους του Θησέα όλες τις εσωτερικές πλευρές του προνάου πάνω από το επιστύλιο. Πρόκειται για αλληγορία της νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών με πρωτοστάτες τους Αθηναίους, της υπεροχής της αθηναϊκής δημοκρατίας έναντι της ανατολικής απολυταρχίας. Επίσης, οι μετόπες της περίστασης δεν έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις αλλά αφέθηκαν λευκές και ακόσμητες. Αποδίδεται στον ίδιο αρχιτέκτονα που σχεδίασε τους ναούς του Ηφαίστου («Θησείο») στην Αγορά, του Άρεως στις Αχαρνές και της Νεμέσεως στον Ραμνούντα, το όνομα του οποίου, δυστυχώς, δεν σώθηκε.
Οι ανασκαφές του Βαλέριου Στάη στο ναό του Ποσειδώνα και στο ναό της Αθηνάς στο Σούνιο, που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1897 και 1915, ήταν και εξακολουθούν να είναι, οι πιο περίτεχνες και σημαντικές ανασκαφές που έγιναν στην ευρύτερη αρχαιολογική περιοχή του Σουνίου. Στα αποτελέσματα της ανασκαφής, ο Στάης αποκάλυψε μια σημαντική σειρά αγγείων, που περιελάβανε ανάγλυφα από τερακότα και ζωγραφικές πλάκες, μικρά γλυπτά (φτιαγμένα κυρίως από τερακότα), σφραγίδες, σκαραβαίους, φυλαχτά από φαγεντιανή και μεταλλικά αντικείμενα που πιθανώς ήταν υπολείμματα κοσμημάτων ή όπλων. Στις ανασκαφές του, τόσο στον ναό του Ποσειδώνα, όσο και στον ναό της Αθηνάς, ο Στάης βρήκε μεγάλους λάκκους (τους λεγόμενους βότρους) γεμάτους με θραύσματα μαρμάρινων γλυπτών και υπολείμματα αναθημάτων, που τον οδήγησαν στην θεωρία ότι αυτά τα κατάλοιπα προήλθαν από την καταστροφή των 2 ναών από τους Πέρσες το 479.
ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ ΔΙΑΛΕΞΑΝ ΤΟ ΣΟΥΝΙΟ;
Το Ακρωτήρι του Σουνίου βρίσκεται στην αρχή του Μυρτώου Πελάγους και στην άκρη του αργωσαρωνικού κόλπου και έτσι, ο ναός φαίνεται από πολλές και διαφορετικές θαλάσσιες ζεύξεις.
Το λιμάνι του Σουνίου βρισκόταν στον αμμώδη όρμο βόρεια του φρουρίου, προστατευμένο από τους βόρειους ανέμους. Αποτελούσε προωθημένη ναυτική βάση των Αθηναίων αλλά και εμπορικό σταθμό. Τα εμπορικά πλοία ήταν δυνατόν να σύρονται στην αμμώδη παραλία, ενώ για τη στάθμευση και συντήρηση των πολεμικών κατασκευάστηκαν νεώσοικοι, λείψανα των οποίων είναι ακόμα και σήμερα ορατά.
Η Τζέσικα Πάγια και η Μάργκαρετ Μάιλς υποστηρίζουν ότι η πιο ώριμη εξήγηση για τη θέση του ναού είναι η αυξανόμενη δύναμη και εξέχουσα θέση του αθηναϊκού ναυτικού σε συνδυασμό με τις συνεχείς συγκρούσεις της Αθήνας (με τους νησιώτες της Αίγινας και η μόνιμη απειλή της Αθήνας από τους Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς το 506/5 π.Χ.). Η τοποθεσία του ναού μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετούσε τόσο στρατιωτικές, όσο και οικονομικές ανάγκες της εποχής. Το Σούνιο στο παρελθόν, γνώρισε μεγάλη εμπορική και ναυτική κίνηση.
Ο ναός του Ποσειδώνα θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί και ως κέντρο ελέγχου, αφού η θέση του έχει μεγάλη ορατότητα στην θάλασσα γύρω από την Αττική. Μετά τη μάχη με τους Πέρσες στον Μαραθώνα, οι Αθηναίοι αποδυναμώθηκαν και ήταν ευάλωτοι σε ναυτικά χτυπήματα. Η Αθήνα εκείνη την εποχή αντιμετώπισε κοντινούς εχθρούς, όπως το νησί της Αίγινας, που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τον αποδεκατισμένο στρατό της Αθήνας, επιτιθέμενοι δια θαλάσσης. Ως εκ τούτου, η Αθήνα χρειαζόταν φρούρηση, για την οποία το ακρωτήριο του Σουνίου ήταν το τέλειο μέρος, αφού όποιος ταξίδευε στις ακτές της Αττικής έπρεπε να κάνει το γύρο του Σουνίου. Έτσι, η κατασκευή του ναού ακριβώς δίπλα στο νερό της θάλασσας, ήταν μια στρατιωτική τακτική που εξασφάλιζε ένα φυλάκιο σε μια περιοχή με μεγάλη κίνηση, προκειμένου να παρακολουθεί τις κινήσεις των εχθρών.
Στους κλασικούς χρόνους, ο οικισμός του Σουνίου άκμασε κυρίως λόγω των μεταλλείων της περιοχής. Δημιουργήθηκε εκεί ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα πώλησης σκλάβων. Κάθε τέσσερα χρόνια τον μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβριος - Ιανουάριος) τελούνταν γιορτή με αγώνες πολεμικών πλοίων, στην οποία οι επίσημοι προσέρχονταν με πλοίο («θεωρίδα ναυν») από τον Πειραιά.
Το Σούνιο οχυρώθηκε κατά το 9ο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου για την προστασία της από εκεί διέλευσης των σιτοφορτίων – μάλιστα, το οχυρό αυτό θεωρούνταν το ισχυρότερο της Αττικής. Τα τείχη του, τμήματα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα, είχαν πάχος 3,5 μέτρα και περιέκλειαν κυκλικά τον χώρο, ενισχυμένα με τετράγωνους πύργους.
Την ελληνιστική περίοδο στο εσωτερικό του οχυρού αναπτύχθηκε μικρός οικισμός, ο οποίος χρησίμευε κυρίως ως στρατόπεδο. Προς το τέλος της άρχισε η παρακμή του Σουνίου. Μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια οι δύο ναοί ήταν ήδη ερειπωμένοι και το οχυρό πιθανώς εγκαταλελειμμένο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα ο περιηγητής Παυσανίας αποδίδει εσφαλμένα τον επιβλητικό ναό της άκρης στην Αθηνά και όχι στον θεό της θάλασσας.
Ο Βlouet, όπως προηγουμένως (1797) αρχαιολόγοι και αρχιτέκτονες της Eταιρείας των Dilettanti, επιχείρησε την αποτύπωση και μελέτη των ερειπίων, προχωρώντας επίσης σε μερική ανασκαφή των προπυλαίων του ιερού. Ρομαντικοί επισκέπτες του ναού, όπως ο λόρδος Byron το 1810, χάραξαν το όνομά τους πάνω στα μάρμαρά του.
Η επιστημονική έρευνα του ναού του Ποσειδώνος άρχισε το 1884 από τον αρχαιολόγο – αρχιτέκτονα W. Dorpfeld, Διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Ο αρχαιολόγος Βαλέριος Στάης ανέσκαψε συστηματικά (1897 – 1913) με δαπάνη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας το ιερό, το τείχος και τον οικισμό.�
Εργασίες για τη στερέωση και αναστύλωση του ναού πραγματοποιούνται από το 1875. Η σημερινή εικόνα του ναού διαμορφώθηκε στην δεκαετία του 1950 μετά τις επεμβάσεις από την Αρχαιολογική Υπηρεσία με ευθύνη του αρχιτέκτονα – αρχαιολόγου Αναστασίου Ορλάνδου, μελετητή του μνημείου.��Με την υλοποίηση από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού (2011-1013) του έργου «Διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου» που συγχρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΤΠΑ) αναδείχθηκαν όλα τα μνημεία του χώρου, ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτός ο σύνθετος και σημαντικός ρόλος του Σουνίου για την πόλη – κράτος των Αθηνών
Σχεδόν άγνωστος στους περισσότερους κατοίκους της Αττικής, ο Εθνικός Δρυμός Σουνίου ιδρύθηκε τη δεκαετία του '70 και είναι ο μικρότερος δρυμός της Ελλάδας. Το πιο εντυπωσιακό σημείο είναι το λεγόμενο «Χάος», ένα βάραθρο σχεδόν κυκλικού σχήματος, βάθους 55 μέτρων και διαμέτρου 120 μέτρων, που πιθανότατα σχηματίστηκε από την κατάρρευση οροφής σπηλαίου.
Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΥΝΙΟ � ΑΠΟΤΕΛΕΣΑΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ
ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΥΡΟΝ «Τα Νησιά της Ελλάδας»
Φέρετέ με στου Σουνίου τα γκρεμνά τα μαρμαρένια,�Όπου εκεί, με το δικό μου και το κλάμα του κυμάτου,�Θα σαρώνουνται σμιγμένα δίχως καν αντίλαλου έννοια,�Σαν τον κύκνο ας να πεθάνω τραγουδώντας εκεί κάτου,�Τι δική μου δε θα γίνεις, ω των σκλάβων χώρα εσύ,�Κάτω τα ποτήρια, χύστε το Σαμιώτικο κρασί.�( Τελευταία στροφή ) μτφ. Στέφανος Μύρτας�
JEAN-MOREAS- Το ακρωτήρι του Σουνίου
�Σούνιο, Σούνιο, ύψιστο ακρωτήρι�Ψυχής και πνεύματος�Κάτω απ’τον καταγάλανο ουρανό,�Περικλείωντας όλη την ανθρώπινη δόξα�Είσαι συνάμα η κούνια μα και ο τάφος μου��Στην άλλοτε νιότη μου, όταν�η ένδοξη μέρα ανέτειλλε στην νικήτρια σκιά σου,�Η εικόνα Σου, φευγαλέα�κατατρόπωσε κάθε απόθεμα δύναμης�Της καρδιάς μου��Α! πώς αιμορραγεί αυτή η καρδιά! Κι εσύ θνητή όψη,�Φυλάς εις διπλούν�Αφ’υψηλού μια θάλασσα καταγάλανη μα και άχρωμη,�Έναν ναό μισογκρεμισμένο!�Μετάφραση: ΑΝΝΑ ΗΛΙΑΔΟΥ�
Ν. Βρεττάκος - Ξημέρωμα στο Σούνιο
Είμαι ένα σύνθεμα από ξένο μεγαλείο.�Τα όσα θωρείς στην ύπαρξή μου είναι όλα ξένα,�Κάτι απ΄τη θάλασσα, απ΄τον ήλιο κι από σένα,�κάτι απ΄του δάσους κι απ΄της νύχτας το στοιχείο.�Κι όταν πεθάνω το στοιχείο του θα πάρει�το φως, η θάλασσα, το δάσος, το φεγγάρι�κ΄εδώ στη θέση μου θα μείνει πιά η σιγή.�Κι αυτή η ψυχή που μες στο στήθος μου είχα φέρει,�απ΄του ουρανού ψηλά σαν έπεσα τα μέρη,�θα΄χει σε αγάπη σκορπιστεί πάνω στη γη.
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ "Επί Ασπαλάθων..."
�Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού�πάλι με την άνοιξη.�Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες�το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι�δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια�και τους κίτρινους ανθούς.�Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...�Γαλήνη.�- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·
τ' όνομα του κίτρινου θάμνου δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή: «Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει «τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαναπάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».�Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.�31 του Μάρτη 1971
Εἶναι τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ Σεφέρη καὶ δημοσιεύτηκε στὸ Βῆμα (23. 9. 71) τρεῖς μέρες μετὰ τὸ θάνατό του στὴν περίοδο τῆς δικτατορίας. Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ μία περικοπῆ τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ. ἑ.) ποὺ ἀναφέρεται στὴ μεταθανάτια τιμωρία τῶν ἀδίκων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρδιαίου. Ὁ Ἀρδιαῖος, τύραννος σὲ μία πόλη, εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του καὶ τὸν μεγαλύτερό του ἀδερφό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τιμωρία του, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων τυράννων, στὸν ἄλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Ὅταν ἐξέτισαν τὴν καθιερωμένη ποινὴ ποὺ ἐπιβαλλόταν στοὺς ἀδίκους καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ βγοῦν στὸ φῶς, τὸ στόμιο δὲν τοὺς δεχόταν ἀλλὰ ἔβγαζε ἕνα μουγκρητό. «Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616).
Η μέρα του Ευαγγελισμού είναι και η μέρα της εθνικής μας γιορτής. Τη μέρα αυτή ο ποιητής αποφεύγοντας τους ψεύτικους εορτασμούς και τους πομπώδεις πανηγυρικούς της δικτατορίας προτίμησε να επισκεφτεί το Σούνιο, να ζήσει πιο κοντά στην ελληνική φύση και παράδοση.
Κική Δημουλά - Πάσχα προς Σούνιο
Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη,�λες κι απ’ τις άκρες της σφιχτά�την έπιασ’ η στεριά και την τεντώνει.�Στην άκρη του γκρεμού,�που συγκρατεί το θέαμα,�ευωδιάζει ο ίλιγγος�κατρακυλούν αυτοκτονίες…��
Αριστερά, η εποχή,�σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.�Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,�έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.�Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού�επάνω του ακόμη ξεχασμένο�το πάθος της σταυρώσεως παρατείνει.�Περί διαγενομένου του Σαββάτου,�Μαγδαληνής, Σαλώμης, και αρωμάτων�ιδέαν δεν έχει.�Σύμπτωσις:�Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος�oυκ αποκεκύλισται·�ήν γαρ μέγας σφόδρα. («Επί τα ίχνη»,1963)�
ΟΜΗΡΟΣ - ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Η πρώτη γραπτή αναφορά για το Σούνιο ως τόπο λατρείας γίνεται από τον Όμηρο (στίχος 278, ραψωδία γ,Οδύσσεια, όπου ο Νέστορας διηγείται στον Τηλέμαχο:��«Ημείς μεν γαρ άμα πλέομεν Τροίηθεν ιόντες�Ατρεϊδης και εγώ, φίλα ιδότες αλλήλοισιν·�αλλ' ότε Σούνιον ιρόν, αφικόμεθ' άκρον Αθηναίων...»��Μαζί αρμενίζαμε, λοιπόν, γυρνώντας απ' την Τροία,�αγαπημένα και πιστά, εγώ κι ο γιος τ' Ατρέα.�Κι όταν στο Σούνιο το ιερό φτάσαμε, στων Αθηνών τον κάβο..
Μόλις 65 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, το Σούνιο είναι ιδανικός προορισμός για αρχαιολογική και φυσιολατρική περιήγηση. Αξέχαστο θα σας μείνει το ηλιοβασίλεμά του. Κι αν σταθείτε ανάμεσα στους σωζόμενους κίονες σιωπηλοί, θα ακούσετε το παράπονο του Ποσειδώνα, που εδώ και χιλιάδες χρόνια δεν μπορεί να αποδεχτεί την ήττα του από την Αθηνά και την ελιά της όσον αφορά την ονοματοδοσία του κλεινού άστεως…