«Του Διάκου» ��δημοτικό τραγούδι�
Παίρνουνε
τ’ αλαφριά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια,
Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
«Καρδιά ,παιδιά μου, φώναξε.
Παιδιά , μη φοβηθείτε,
σταθείτε αντρειά
σαν Έλληνες και
σα Γραικοί σταθείτε.»
Γραικός-Γραικοί=Έλληνες και χριστιανοί
Ψιλή βροχούλα
έπιασε κι ένα
κομμάτι αντάρα .
Έμεινε ο Διάκος
στη φωτιά
με δεκαοκτώ λεβέντες.
Τρεις ώρες επολέμαε
με δεκαοκτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια.
Και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.
Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα :
«Γίνεσαι Τούρκος , Διάκο μου , την πίστη σου ν’ αλλάξεις,
να προσκυνήσεις στο τζαμί ,την εκκλησιά ν’ αφήσεις;»
«Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας ,μουρτάτες , να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα , Γραικός θε ν’ αποθάνω.»
μουρτάτες=άπιστοι
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.
«Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι.»