1 of 8

«Του Διάκου» ��δημοτικό τραγούδι

2 of 8

Παίρνουνε

τ’ αλαφριά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια,

Στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.

«Καρδιά ,παιδιά μου, φώναξε.

Παιδιά , μη φοβηθείτε,

σταθείτε αντρειά

σαν Έλληνες και

σα Γραικοί σταθείτε.»

Γραικός-Γραικοί=Έλληνες και χριστιανοί

3 of 8

Ψιλή βροχούλα

έπιασε κι ένα

κομμάτι αντάρα .

Έμεινε ο Διάκος

στη φωτιά

με δεκαοκτώ λεβέντες.

Τρεις ώρες επολέμαε

με δεκαοκτώ χιλιάδες.

Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια.

4 of 8

Και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.

Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα :

«Γίνεσαι Τούρκος , Διάκο μου , την πίστη σου ν’ αλλάξεις,

να προσκυνήσεις στο τζαμί ,την εκκλησιά ν’ αφήσεις;»

5 of 8

«Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας ,μουρτάτες , να χαθείτε.

Εγώ Γραικός γεννήθηκα , Γραικός θε ν’ αποθάνω.»

μουρτάτες=άπιστοι

6 of 8

7 of 8

Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.

Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.

«Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει

τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι.»

8 of 8