Η
Ε
ΛΙ
Α
Από το βιβλίο «Καθημερινές δραστηριότητες στο νηπιαγωγείο» της Ειρήνης Γενειατάκη-Αρβανιτίδη
Δημιουργία του power point: Λίνα Ρόκα
Παρουσίαση:
Λίνα Ρόκα
Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό,
μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.
Οι άνθρωποι δούλευαν πολλές ώρες
και ζούσαν μέσα στη φτώχεια και τη κούραση.
Τα παιδικά πρόσωπα ήταν θλιμμένα
σ’ αυτό το μέρος
Κάθε μέρα
η Ελιά γύριζε
τη γειτονιά της,
έβλεπε τον κόσμο
να ζει φτωχός και
δυστυχισμένος
και γύριζε στο
σπίτι της πολύ
λυπημένη.
Την άλλη μέρα, βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της
γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει
στα παιδιά της λίγο φαί.
Μια άλλη μέρα, πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε,
της σκούπισε το σπίτι ,την έπλυνε και την τάισε.
Την επομένη έβγαλε τον παράλυτο
γέρο με το καρότσι του βόλτα,
για να πάρει αέρα και ήλιο.
Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα
ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει
λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε,
όλο αδυνάτιζε και ήταν στεναχωρημένη γιατί έβλεπε ότι
παρόλο τη βοήθεια της, ο κόσμος ήταν
πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Στο δωμάτιο της καθόταν ώρες ατελείωτες
και προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να βοηθήσει
τους ανθρώπους.
Το σπουργίτι που την είδε έτσι και που την
αγαπούσε, γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα
δεν άντεξε και πέταξε για να ζητήσει βοήθεια.
Πέταξε βαθιά μέσα στο δάσος για να βρει τη
καλή νεράιδα.
-Τρέξε νεράιδα,
η Ελιά είναι
πολύ στεναχωρημένη,
χλωμή και αδύνατη.
Η καλή νεράιδα
έτρεξε στο σπίτι της
Ελιάς αμέσως.
τόσο λυπημένη;
-Δεν μπορώ να
βλέπω τόση
δυστυχία γύρω μου.
Θέλω
να βοηθήσω
τους ανθρώπους.
Να τους προσφέρω
κάτι
πολύτιμο που θα
τους δώσει χαρά
και ζωή.
Η νεράιδα, μετά τα λόγια της Ελιάς, άρχισε
το μαγικό χορό της.
Η Ελιά χάθηκε μέσα στα δέντρα με ένα απαλό
φύσημα του ανέμου.
Στη θέση της, φύτρωσε ένα δέντρο, με άσπρα
λουλουδάκια που
Έγιναν ελιές πράσινες,
μώβ και μαύρες.
Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν,
έγιναν δεντράκια και έφτιαξαν ένα
μεγάλο ελαιώνα.
Ήρθαν οι γείτονες και μάζεψαν τις ελιές
έβγαλαν λάδι, έφαγαν,
χόρτασαν, ρόδισαν
τα μάγουλα τους,
ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν
και να ζουν ευτυχισμένοι.
Για να ευχαριστήσουν την Ελιά και να της
δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι της
και το έβαλαν στο καντήλι.
Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε.
Και ο Χριστός προσευχήθηκε και
ξεκουράστηκε κάτω από την ελιά.
Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση
του ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονταν
οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να είναι
γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί
και να φωτίζονται από τις καντήλες
‘ολες οι εκκλησίες.
Αυτή είναι η ιστορία ενός δέντρου
που γεννήθηκε μέσα από την
αγάπη ενός κοριτσιού για
τον άνθρωπο.
ΤΕΛΟΣ