1 of 72

Ιερή πόλη

του Μεσολογγίου

2 of 72

3 of 72

4 of 72

λιμνοθάλασσα

5 of 72

6 of 72

αλυκές

7 of 72

8 of 72

9 of 72

10 of 72

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ»

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

11 of 72

12 of 72

Κιουταχής

Ιμπραήμ

«Αυτός ο παλιοφράχτης είναι το Μεσολόγγι που προσπαθείς τόσους μήνες τώρα να κυριέψεις και δεν μπορείς;»

13 of 72

14 of 72

Με αυτά τα ντροπιαστικά λόγια μίλησε ο Ιμπραήμ στον Κιουταχή ,όταν τον Δεκέμβρη του 1825 έφτασε με τον στρατό και τα πλοία του στο Μεσολόγγι, που πολιορκούσε ο Κιουταχής. Ο περήφανος Ιμπραήμ πίστευε ότι , εύκολα θα νικούσε τους Έλληνες που βρίσκονταν περικυκλωμένοι και πολεμούσαν πίσω από το τείχος του Μεσολογγίου .

15 of 72

Ο Ιμπραήμ αναλαμβάνει αρχηγός της πολιορκίας. Τη θέση των Τούρκων παίρνουν οι Αιγύπτιοι .Ο Ιμπραήμ φέρνοντας μαζί του μεγαλύτερα κανόνια, ανοίγοντας νέα χαρακώματα και χρησιμοποιώντας τα ελαφριά καράβια του από τη μεριά της λιμνοθάλασσας, φέρνει τους Έλληνες σε δύσκολη θέση. Την ίδια στιγμή τους προτείνει να παραδοθούν ,όμως αυτοί αρνούνται.

16 of 72

χαρακώματα

17 of 72

18 of 72

Βοήθεια φέρνει στους πολιορκημένους ο Μιαούλης.

Καταφέρνει να περάσει με το καράβι του ανάμεσα

από τα καράβια των Αιγυπτίων τρόφιμα ,

όπλα και μπαρούτι στα νησάκια της λιμνοθάλασσας. 

19 of 72

Οι Μεσολογγίτες αποκρούουν τις αιγυπτιακές επιθέσεις προκαλώντας στους πολιορκητές σοβαρές απώλειες.

20 of 72

21 of 72

22 of 72

23 of 72

24 of 72

25 of 72

26 of 72

27 of 72

Βλέποντας την αποτυχία του ο Ιμπραήμ ,αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια του Κιουταχή. Ο ενωμένος τουρκοαιγυπτιακός στρατός (15.000 Αιγύπτιοι και 10.000 Τούρκοι) σφίγγει ασφυκτικά το κλοιό γύρω από το Μεσολόγγι. 

Ο Κιουταχής πάνω στο άλογο επιβλέπει την πολιορκία

28 of 72

Η κατάσταση των πολιορκημένων γίνεται απελπιστική. Τα τρόφιμα έχουν τελειώσει. Οι κάτοικοι τρέφονται με αρμυρίκια της λιμνοθάλασσας, σκουλήκια, γάτες, σκύλους, ποντικούς. Μόνο βατράχους δεν έφαγαν ,όχι γιατί δεν ήθελαν ,αλλά γιατί δεν υπήρχαν. Το νερό είναι λιγοστό κι από μολυσμένα πηγάδια. Οι αρρώστιες θερίζουν και αποδυναμώνουν τους υπερασπιστές.  

29 of 72

30 of 72

Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει· 

Λαλεῖ πουλί, παίρνει σπειρί, κ᾿ ἡ μάνα τὸ ζηλεύει. 

Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει· 

Στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα, καὶ κλαίει: 

«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ᾿ ἔχω ῾γὼ στὸ χέρι; 

Ὁποῦ σὺ μοὔγινες βαρὺ κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει.»

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι,

Διονύσιος Σολωμός

31 of 72

Στις 25 Μαρτίου ο Κιουταχής προσπαθεί να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα,

που το υπερασπίζονταν μόνο 130 άνδρες με αρχηγό τον Κίτσο Τζαβέλα.��

32 of 72

����

Οι Έλληνες καταφέρνουν να αποκρούσουν την επίθεση. Τραυματίζεται ο ίδιος ο Κιουταχής, σκοτώνεται ο γαμπρός του Ιμπραήμ. Οι νεκροί Τούρκοι έφθασαν τους 1.000, έναντι μόνο 13 Ελλήνων.

33 of 72

Και ενώ οι Μεσολογγίτες αντιστέκονταν γενναία ελπίζοντας σε βοήθεια, η ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε να τους βοηθήσει. Ο Μιαούλης μάταια επιχείρησε με λίγα καράβια να σπάσει τον αποκλεισμό.

34 of 72

Έτσι, οι Μεσολογγίτες παίρνουν την απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο, περνώντας μέσα από τα εχθρικά στρατεύματα. 

35 of 72

Η έξοδος θα γινόταν σύμφωνα με σχέδιο που προέβλεπε να χωριστούν σε τρία σώματα και να βγουν συγχρόνως. 

36 of 72

Έρχονται σε συνεννόηση με τους καπεταναίους της Στερεάς να χτυπήσουν κι αυτοί απ' έξω την ίδια ώρα τον εχθρό, για να διευκολύνουν την έξοδο. Οι άρρωστοι, οι γέροι και οι βαριά πληγωμένοι αποφασίστηκε να μείνουν στην πόλη και να αντισταθούν ως το τέλος.

37 of 72

Η έξοδος του Μεσολογγίου:11 Απριλίου 1826

Ξημέρωνε η Κυριακή των Βαΐων. Από τη νύχτα έδωσαν οι καπετάνιοι το σύνθημα, να βγουν έξω από το ηρωικό Μεσολόγγι, όλοι οι πολιορκημένοι. Άντρες, γυναίκες, παιδιά. Ο εχθρός όμως αγρυπνούσε και τους περίμενε

38 of 72

«Η έξοδος»ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ (1867-1945)

Το Μεσολόγγι τώρα τοιμάζεται να βγει, με το σπαθί. Τοιμάζεται κι η χήρα Μάνθα, η Μεσολογγίτισσα, να βγει κι αυτή.

O Τούρκος νικήθηκε χίλιες φορές, της πείνας το θεριό είν’ ανίκητο. Έτσι ο λαός, μαζί με τη Φρουρά, πήρανε την απόφαση.

Κι απόψε…

Νύχτα, σκοτάδι. Η χήρα στα τυφλά ψηλαφώντας ηύρε το δέμα με τα ρούχα τ’ άχαρα του μακαρίτη ανδρός της. Η μπόμπα η τούρκικη τον έκοψε στα δυο, μόλις άρχιζε η πολιορκία. Κι αυτό μονάχα; Το βόλι, το σπαθί, της αρρώστιας η οργή, της πείνας η κατάρα, θέρισαν κάθε δικό της, γύρω της.

Έρημη η χήρα, έρημη με την Ανθή την κόρη της, εφτά χρονώ μικρούλα κι άρρωστη, στα βάσανα μπασμένη, από την πείνα αγνώριστη, φάντασμα ζωντανό, κι ήμερο κι ιλαρό σαν άλλου κόσμου πλάσμα.

39 of 72

Η χήρα ντυμένη βρίσκεται με τη στολή, τη λεβέντικη και τη ματόβαφη τ’ αντρός της. Τη φύλαγε σαν άγιο λείψανο, τόσον καιρό. Και τώρα πόσα γέλια θ’ άκουγε, μέρα έτσι να την έβλεπε κανείς. Τόσο είν’ άχαρη και τόσο κωμική. Κι έχει στη μέση της ζωσμένο το σπαθί. Και πρέπει να ’ναι τόσο τρομερή κι η όψη κι η ματιά της, που θα ’διωχνε ακόμα και του χωρατού τον ίσκιο από μπροστά της. Κι είναι τόσες άλλες, χήρες είτε ανύπαντρες, νιες και γριές, αντροντυμένες, έτοιμες να βγουν απόψε…

Την κόρη της σηκώνει από το στρώμα. Το χάδι της καρδιάς τραχύ της βγαίνει απ’ το λαιμό. Μοιάζει σαν προσταγή και σα φοβέρισμα. Τη σέρνει από το χέρι, της κρυφομιλεί, μα στην αγκαλιά να τη σηκώσει δεν μπορεί. Τέτοια δύναμη κι η μάνα δεν την έχει.

40 of 72

Τραβούν αργά το δρόμο κατά τα προχώματα, μαζί με τ’ άλλο ρέμα του κόσμου που τραβά. Ζυγώνει η ώρα. Κανένας δε φωνάζει, κι όμως μια σύσμιχτη βοή ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Η χήρα σκύβει για στερνή φορά, κι άγρια και βραχνερά την άμοιρη μικρούλα θέλει να ορμηνέψει.

— Ανθή μου, Ανθή, Ανθίτσα μου, εδώ που θα κινήσουμε, σφιχτά να μου κρατείς τη φουστανέλα. Τίποτ’ άλλο να μη βλέπεις και να μην ακούς: Τη φουστανέλα να μη χάσεις απ’ τα χέρια σου! Ανθή μου, Ανθίτσα μου… Εδώ που πάμε, για να σε γλιτώσω πρέπει να χτυπώ με το σπαθί, μ’ ό,τι μπορώ. Δε θα ’χω όλο το νου μου απάνου σου. Βαστάξου εσύ με τα χεράκια σου, με την καρδιά σου! Πιάσου…

Και κινήσανε. Μες στη θεοποντή, που ανοίγαν και περνούσανε, χωρίς να γύρει πίσω, κάποτε ρωτούσε η χήρα:

— Πού είσαι, Ανθή;

— Εδώ είμαι, μάνα.

Μα κάποτε, κι εκεί που πλάκωσε το κύμα το τρανό, και σάρωσε και σαρώθηκε, η χήρα ξέχασε την Ανθή, για μόνη μια στιγμή· ξέχασε και να τη ρωτήσει. Κι άμα βρέθηκε σε μια βρουλιά κρυμμένη και πήρε αναπνοή, τότε είδε πως έλειπε η Ανθή της.

Δεν άργησε ύστερα στη ράχη απάνου να βρεθεί. Τότε γύρισε στον εαυτό της. Τότε ξύπνησε της θυγατέρας ο καημός μες στην καρδιά της.

— Ανθή!, φώναξε και πάλι φώναξε.

— Ανθή! Ανθίτσα!

41 of 72

42 of 72

43 of 72

44 of 72

Το σχέδιο όμως των Μεσολογγιτών είχε γίνει γνωστό στον εχθρό. Κι ενώ τα δύο σώματα τραβούσαν μπροστά να περάσουν πολεμώντας μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, στο τρίτο σώμα ακούστηκαν φωνές: «Οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά», που προκάλεσαν μεγάλη σύγχυση και πανικό. 

45 of 72

Τα γυναικόπαιδα οπισθοχώρησαν προς την πόλη, όπου στο μεταξύ είχαν εισβάλει και οι Τούρκοι.

46 of 72

47 of 72

48 of 72

49 of 72

50 of 72

51 of 72

52 of 72

53 of 72

Πολλοί ήταν συγκεντρωμένοι στην μπαρουταποθήκη και, όταν μπήκαν μέσα και οι Τούρκοι, ο γερο-πρόκριτος Χρίστος Καψάλης έβαλε φωτιά και τινάχτηκαν όλοι στον αέρα.

54 of 72

Χρίστος Καψάλης

55 of 72

Στους δρόμους, στα σπίτια οι Έλληνες συνέχιζαν το μάταιο πια αγώνα. Οι Τούρκοι κατέλαβαν το Μεσολόγγι και το μετέβαλαν σ' ένα σωρό από ερείπια.

56 of 72

Το Μεσολόγγι στις φλόγες.

57 of 72

Το Μεσολόγγι, με τη γενναία αντίσταση του έναν ολόκληρο χρόνο, βοήθησε αποφασιστικά τον Αγώνα. Η θυσία του κέρδισε το θαυμασμό όλων των λαών της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις τους αναγκάστηκαν να επέμβουν και να πιέσουν το σουλτάνο να σταματήσει τον πόλεμο.

58 of 72

59 of 72

Ο κήπος των ηρώων.

60 of 72

61 of 72

62 of 72

63 of 72

64 of 72

65 of 72

66 of 72

67 of 72

68 of 72

69 of 72

70 of 72

71 of 72

72 of 72