1
Μπακάλης Κώστας: history-logotexnia.blogspot.com
ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
2022- ΠΗΓΗ
ΟΜΑΔΑ ΔΕΥΤΕΡΗ – ΘΕΜΑ Γ1
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε
α. στη μεταλλευτική δραστηριότητα των ορυχείων του Λαυρίου μετά το 1866 (μονάδες 13) και�β. στα άλλα είδη εκμετάλλευσης ορυκτού πλούτου που αποτέλεσαν πηγή σημαντικών δημόσιων εσόδων κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. (μονάδες 12)
ΚΕΙΜΕΝΟ Α
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Η Εταιρεία του Λαυρίου είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία του ιταλού επιχειρηματία Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι (Giovani Battista Serpieri). Η σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: εκτός του Σερπιέρι, συμμετείχαν ο γνωστός γάλλος επιχειρηματίας της Μασσαλίας Ιλαρίων Ρου (Hilarion Roux), ένας ακόμη αλλοδαπός, άγνωστης ταυτότητας, και οι Ροδοκανάκηδες της Μασσαλίας. […]
Ο Ρου και ο Σερπιέρι ήταν ίσως οι μόνοι που γνώριζαν, κατά προσέγγιση, την πραγματική αξία του μεταλλείου τους. Ήταν μεγάλη επειδή η επιχείρηση απέδιδε υψηλά κέρδη. Δεν ήταν ο πακτωλός που παρίσταναν οι φήμες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. […]
Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας, το 1863, ήταν σχετικώς χαμηλό, μισό εκατομμύριο φράγκα. Ήταν χαμηλό σε σύγκριση με την αξία που θα αποκτούσε σύντομα η εταιρεία. Αλλά ήταν σημαντικό για την εποχή. Αντιστοιχούσε στο 2,3% περίπου των φορολογικών εσόδων του 1864. Εκτός από την εξόρυξη μεταλλεύματος από τις στοές, η εταιρεία έδωσε προτεραιότητα, όπως ήταν λογικό, στην χαμηλού κόστους αξιοποίηση των αρχαίων καταλοίπων. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1867, το κατατεθειμένο κεφάλαιό της είχε επταπλασιαστεί: ανερχόταν περίπου σε 3.500.000.
Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830-1920, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σ. 509-510.
Από τον ορυκτό πλούτο της χώρας είχε αξιοποιηθεί ως τα μέσα του αιώνα κυρίως η σμύριδα της Νάξου, που αποτελούσε εξαγώγιμο προϊόν. […]
Άλλο εξαγώγιμο ορυκτό ήταν η θηραϊκή γη, που απέφερε τον ίδιο χρόνο 141.354 δρχ.
Αμέσως μετά τη σμύριδα άλλο εκμεταλλεύσιμο υλικό ήταν ο λιγνίτης. Αν και είχε εντοπισθεί στο Μαρκόπουλο Αττικής από παλιά η ύπαρξη στρωμάτων του, τελικά μόνο τα κοιτάσματα της Κύμης ήταν ικανοποιητικά από άποψη εκμεταλλεύσεως. […]
Μιά σειρά άλλων ορυκτών, όπως οι γύψοι της Μήλου, κυρίως όμως τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Τήνου, της Ελευσίνας και του Ταϋγέτου δεν πρόσφεραν ακόμα αξιόλογο οικονομικό ενδιαφέρον. Για την προώθηση όμως της αξιοποιήσεως του ορυκτού πλούτου της χώρας είχαν γίνει τότε ειδικές μελέτες.
Οδυσσεύς Δημητρακόπουλος, «Στροφή της κυβερνητικής πολιτικής προς την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, τ. ΙΓ΄, σ. 180.
3
ΘΕΜΑ Γ1 — α.
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις πληροφορίες από τα κείμενα που σας δίνονται, να αναφερθείτε
στη μεταλλευτική
δραστηριότητα των ορυχείων
του Λαυρίου μετά το 1866
(μονάδες 13)
ΚΕΙΜΕΝΟ Α Η Εταιρεία του Λαυρίου είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία του ιταλού επιχειρηματία Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι (Giovani Battista Serpieri). Η σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: εκτός του Σερπιέρι, συμμετείχαν ο γνωστός γάλλος επιχειρηματίας της Μασσαλίας Ιλαρίων Ρου (Hilarion Roux), ένας ακόμη αλλοδαπός, άγνωστης ταυτότητας, και οι Ροδοκανάκηδες της Μασσαλίας. […] Ο Ρου και ο Σερπιέρι ήταν ίσως οι μόνοι που γνώριζαν, κατά προσέγγιση, την πραγματική αξία του μεταλλείου τους. Ήταν μεγάλη επειδή η επιχείρηση απέδιδε υψηλά κέρδη. Δεν ήταν ο πακτωλός που παρίσταναν οι φήμες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. […] Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας, το 1863, ήταν σχετικώς χαμηλό, μισό εκατομμύριο φράγκα. Ήταν χαμηλό σε σύγκριση με την αξία που θα αποκτούσε σύντομα η εταιρεία. Αλλά ήταν σημαντικό για την εποχή. Αντιστοιχούσε στο 2,3% περίπου των φορολογικών εσόδων του 1864. Εκτός από την εξόρυξη μεταλλεύματος από τις στοές, η εταιρεία έδωσε προτεραιότητα, όπως ήταν λογικό, στην χαμηλού κόστους αξιοποίηση των αρχαίων καταλοίπων. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1867, το κατατεθειμένο κεφάλαιό της είχε επταπλασιαστεί: ανερχόταν περίπου σε 3.500.000. Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830-1920, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σ. 509-510. |
α. στη μεταλλευτική δραστηριότητα των ορυχείων του Λαυρίου μετά το 1866 (μονάδες 13)
Η πιο γνωστή περιοχή μεταλλευτικής δραστηριότητας υπήρξε, όπως και στην αρχαιότητα, το Λαύριο. Το 1866 άρχισε εκεί τις εργασίες της μία γαλλο-ιταλική εταιρεία (Σερπιέρι-Ρου) με στόχο την εξαγωγή μεταλλεύματος όχι μόνο από τα υπόγεια κοιτάσματα αλλά και από τις «σκωρίες», τα υλικά που είχαν συσσωρευτεί εκεί στη διάρκεια των αιώνων εκμετάλλευσης των ορυχείων κατά την αρχαιότητα. Η τεχνολογία της εποχής επέτρεπε την απόσπαση μεταλλεύματος από αυτά τα κατάλοιπα.
Η πηγή (ΚΕΙΜΕΝΟ Α΄ - ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΠΗΓΗ) συμπληρώνει τα ιστορικά στοιχεία για την ίδρυση και τη σύνθεση της εταιρείας. Η Εταιρεία του Λαυρίου είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία του ιταλού επιχειρηματία Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι (Giovani Battista Serpieri). Η σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: εκτός του Σερπιέρι, συμμετείχαν ο γνωστός γάλλος επιχειρηματίας της Μασσαλίας Ιλαρίων Ρου (Hilarion Roux), ένας ακόμη αλλοδαπός, άγνωστης ταυτότητας, και οι Ροδοκανάκηδες της Μασσαλίας. […]
Παράλληλα, η ίδια πηγή αναδεικνύει την οικονομική σημασία του μεταλλείου και την υψηλή αποδοτικότητα της επιχείρησης: Ο Ρου και ο Σερπιέρι ήταν ίσως οι μόνοι που γνώριζαν, κατά προσέγγιση, την πραγματική αξία του μεταλλείου τους. Ήταν μεγάλη επειδή η επιχείρηση απέδιδε υψηλά κέρδη. Δεν ήταν ο πακτωλός που παρίσταναν οι φήμες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. […]
Ήδη πριν από την έναρξη των εργασιών το 1866, η οικονομική βάση της εταιρείας είχε διαμορφωθεί, όπως διευκρινίζει η πηγή: Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας, το 1863, ήταν σχετικώς χαμηλό, μισό εκατομμύριο φράγκα. Ήταν χαμηλό σε σύγκριση με την αξία που θα αποκτούσε σύντομα η εταιρεία. Αλλά ήταν σημαντικό για την εποχή. Αντιστοιχούσε στο 2,3% περίπου των φορολογικών εσόδων του 1864. Εκτός από την εξόρυξη μεταλλεύματος από τις στοές, η εταιρεία έδωσε προτεραιότητα, όπως ήταν λογικό, στην χαμηλού κόστους αξιοποίηση των αρχαίων καταλοίπων. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1867, το κατατεθειμένο κεφάλαιό της είχε επταπλασιαστεί: ανερχόταν περίπου σε 3.500.000.
Η εξόρυξη αργύρου και μολύβδου γνώρισε σημαντική άνθηση και πρόσθεσε στις ελληνικές εξαγωγές προϊόντα αξίας πολλών εκατομμυρίων δραχμών.
ΕΛΑΦΡΑ ΠΑΡΑΦΡΑΣΗ ΠΗΓΗΣ – ΚΕΙΜΕΝΟ Α (ΛΑΥΡΙΟ)
Κόκκινο: τι αλλάζουμε από την πηγή Μπλε: πώς το αποδίδουμε στην παράφραση
ΑΥΤΟΥΣΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΗΓΗΣ
ΠΑΡΑΦΡΑΣΗ ΜΑΘΗΤΗ
Η Εταιρεία του Λαυρίου είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία του ιταλού επιχειρηματία Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι (Giovani Battista Serpieri).
Η ίδρυση της Εταιρείας του Λαυρίου έγινε με πρωτοβουλία του Ιταλού επιχειρηματία Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι (Giovani Battista Serpieri).
Η σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: εκτός του Σερπιέρι, συμμετείχαν ο γνωστός γάλλος επιχειρηματίας της Μασσαλίας Ιλαρίων Ρου (Hilarion Roux), ένας ακόμη αλλοδαπός, άγνωστης ταυτότητας, και οι Ροδοκανάκηδες της Μασσαλίας. […]
Η σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: εκτός από τον Σερπιέρι, πήραν μέρος ο γνωστός Γάλλος επιχειρηματίας της Μασσαλίας Ιλαρίων Ρου (Hilarion Roux), ένας ακόμη αλλοδαπός, άγνωστης ταυτότητας, και οι Ροδοκανάκηδες της Μασσαλίας. […]
Ο Ρου και ο Σερπιέρι ήταν ίσως οι μόνοι που γνώριζαν, κατά προσέγγιση, την πραγματική αξία του μεταλλείου τους.
Ο Ρου και ο Σερπιέρι πιθανότατα ήταν οι μόνοι που ήξεραν περίπου την πραγματική αξία του μεταλλείου.
Ήταν μεγάλη επειδή η επιχείρηση απέδιδε υψηλά κέρδη.
Η αξία του μεταλλείου ήταν μεγάλη, επειδή η επιχείρηση είχε υψηλά κέρδη.
Δεν ήταν ο πακτωλός που παρίσταναν οι φήμες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. […]
Δεν ήταν τόσο τεράστια όσο παρουσίαζαν οι φήμες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. […]
Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας, το 1863, ήταν σχετικώς χαμηλό, μισό εκατομμύριο φράγκα.
Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας το 1863 ήταν σχετικά μικρό, και ανερχόταν σε μισό εκατομμύριο φράγκα.
Ήταν χαμηλό σε σύγκριση με την αξία που θα αποκτούσε σύντομα η εταιρεία.
Ήταν μικρό σε σχέση με την αξία που σύντομα θα αποκτούσε η εταιρεία.
Αλλά ήταν σημαντικό για την εποχή.
Παρ’ όλα αυτά, ήταν σημαντικό ποσό για την εποχή.
Αντιστοιχούσε στο 2,3% περίπου των φορολογικών εσόδων του 1864.
Αντιστοιχούσε περίπου στο 2,3% των φορολογικών εσόδων του 1864.
Εκτός από την εξόρυξη μεταλλεύματος από τις στοές, η εταιρεία έδωσε προτεραιότητα, όπως ήταν λογικό, στην χαμηλού κόστους αξιοποίηση των αρχαίων καταλοίπων.
Η εταιρεία, εκτός από την εξόρυξη μεταλλεύματος από τις στοές, έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην αξιοποίηση των αρχαίων καταλοίπων, επειδή αυτή γινόταν με μικρό κόστος.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1867, το κατατεθειμένο κεφάλαιό της είχε επταπλασιαστεί: ανερχόταν περίπου σε 3.500.000.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1867, το κεφάλαιο της εταιρείας είχε αυξηθεί επτά φορές και έφτασε περίπου τα 3.500.000.
Πηγή: Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830-1920, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σ. 509-510.
ΚΕΙΜΕΝΟ Α Η Εταιρεία του Λαυρίου είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία του ιταλού επιχειρηματία Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι (Giovani Battista Serpieri). Η σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: εκτός του Σερπιέρι, συμμετείχαν ο γνωστός γάλλος επιχειρηματίας της Μασσαλίας Ιλαρίων Ρου (Hilarion Roux), ένας ακόμη αλλοδαπός, άγνωστης ταυτότητας, και οι Ροδοκανάκηδες της Μασσαλίας. […] Ο Ρου και ο Σερπιέρι ήταν ίσως οι μόνοι που γνώριζαν, κατά προσέγγιση, την πραγματική αξία του μεταλλείου τους. Ήταν μεγάλη επειδή η επιχείρηση απέδιδε υψηλά κέρδη. Δεν ήταν ο πακτωλός που παρίσταναν οι φήμες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. […] Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας, το 1863, ήταν σχετικώς χαμηλό, μισό εκατομμύριο φράγκα. Ήταν χαμηλό σε σύγκριση με την αξία που θα αποκτούσε σύντομα η εταιρεία. Αλλά ήταν σημαντικό για την εποχή. Αντιστοιχούσε στο 2,3% περίπου των φορολογικών εσόδων του 1864. Εκτός από την εξόρυξη μεταλλεύματος από τις στοές, η εταιρεία έδωσε προτεραιότητα, όπως ήταν λογικό, στην χαμηλού κόστους αξιοποίηση των αρχαίων καταλοίπων. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1867, το κατατεθειμένο κεφάλαιό της είχε επταπλασιαστεί: ανερχόταν περίπου σε 3.500.000. Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830-1920, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σ. 509-510. |
α. στη μεταλλευτική δραστηριότητα των ορυχείων του Λαυρίου μετά το 1866 (μονάδες 13)
Η πιο γνωστή περιοχή μεταλλευτικής δραστηριότητας υπήρξε, όπως και στην αρχαιότητα, το Λαύριο. Το 1866 άρχισε εκεί τις εργασίες της μία γαλλο-ιταλική εταιρεία (Σερπιέρι-Ρου) με στόχο την εξαγωγή μεταλλεύματος όχι μόνο από τα υπόγεια κοιτάσματα αλλά και από τις «σκωρίες», τα υλικά που είχαν συσσωρευτεί εκεί στη διάρκεια των αιώνων εκμετάλλευσης των ορυχείων κατά την αρχαιότητα. Η τεχνολογία της εποχής επέτρεπε την απόσπαση μεταλλεύματος από αυτά τα κατάλοιπα.
Η πηγή (ΚΕΙΜΕΝΟ Α΄ - ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΠΗΓΗ) συμπληρώνει τα ιστορικά στοιχεία για την ίδρυση και τη σύνθεση της εταιρείας. Η ίδρυση της Εταιρείας του Λαυρίου έγινε με πρωτοβουλία του Ιταλού επιχειρηματία Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι (Giovani Battista Serpieri). Στο αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας, εκτός από τον Σερπιέρι, πήραν μέρος ο γνωστός Γάλλος επιχειρηματίας από τη Μασσαλία Ιλαρίων Ρου (Hilarion Roux), ένας ακόμη αλλοδαπός, άγνωστης ταυτότητας, και οι Ροδοκανάκηδες της Μασσαλίας. […]
Παράλληλα, η ίδια πηγή αναδεικνύει την οικονομική σημασία του μεταλλείου και την υψηλή αποδοτικότητα της επιχείρησης: Ο Ρου και ο Σερπιέρι πιθανότατα ήταν οι μόνοι που ήξεραν περίπου την πραγματική αξία του μεταλλείου τους. Η αξία του μεταλλείου ήταν μεγάλη, επειδή η επιχείρηση είχε υψηλά κέρδη. Ωστόσο, η αξία του δεν ήταν τόσο τεράστια όσο την παρουσίαζαν οι φήμες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. […]
Ήδη πριν από την έναρξη των εργασιών το 1866, η οικονομική βάση της εταιρείας είχε διαμορφωθεί, όπως διευκρινίζει η πηγή:Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας το 1863 ήταν σχετικά μικρό και ανερχόταν σε μισό εκατομμύριο φράγκα. Το ποσό αυτό ήταν μικρό σε σχέση με την αξία που σύντομα θα αποκτούσε η εταιρεία. Παρ’ όλα αυτά, ήταν σημαντικό ποσό για την εποχή. Αντιστοιχούσε περίπου στο 2,3% των φορολογικών εσόδων του 1864. Η εταιρεία, εκτός από την εξόρυξη μεταλλεύματος από τις στοές, έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην αξιοποίηση των αρχαίων καταλοίπων, επειδή αυτή γινόταν με μικρό κόστος. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1867, το κεφάλαιο της εταιρείας είχε αυξηθεί επτά φορές και έφτασε περίπου τα 3.500.000
Η εξόρυξη αργύρου και μολύβδου γνώρισε σημαντική άνθηση και πρόσθεσε στις ελληνικές εξαγωγές προϊόντα αξίας πολλών εκατομμυρίων δραχμών.
7
ΘΕΜΑ Γ1 — β.
Συνδυάζοντας τις ιστορικές σας γνώσεις με τις πληροφορίες από τα κείμενα
που σας δίνονται, να αναφερθείτε
στα άλλα είδη εκμετάλλευσης ορυκτού πλούτου
που αποτέλεσαν πηγή σημαντικών δημόσιων εσόδων κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
(μονάδες 12)
8
β. στα άλλα είδη εκμετάλλευσης ορυκτού πλούτου που αποτέλεσαν πηγή σημαντικών δημόσιων εσόδων κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. (μονάδες 12)
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Από τον ορυκτό πλούτο της χώρας είχε αξιοποιηθεί ως τα μέσα του αιώνα κυρίως η σμύριδα της Νάξου, που αποτελούσε εξαγώγιμο προϊόν. […]
Άλλο εξαγώγιμο ορυκτό ήταν η θηραϊκή γη, που απέφερε τον ίδιο χρόνο 141.354 δρχ.
Αμέσως μετά τη σμύριδα άλλο εκμεταλλεύσιμο υλικό ήταν ο λιγνίτης. Αν και είχε εντοπισθεί στο Μαρκόπουλο Αττικής από παλιά η ύπαρξη στρωμάτων του, τελικά μόνο τα κοιτάσματα της Κύμης ήταν ικανοποιητικά από άποψη εκμεταλλεύσεως. […]
Μιά σειρά άλλων ορυκτών, όπως οι γύψοι της Μήλου, κυρίως όμως τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Τήνου, της Ελευσίνας και του Ταϋγέτου δεν πρόσφεραν ακόμα αξιόλογο οικονομικό ενδιαφέρον. Για την προώθηση όμως της αξιοποιήσεως του ορυκτού πλούτου της χώρας είχαν γίνει τότε ειδικές μελέτες.
Οδυσσεύς Δημητρακόπουλος, «Στροφή της κυβερνητικής πολιτικής προς την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, τ. ΙΓ΄, σ. 180.
Από τις άλλες εκμεταλλεύσεις ξεχώριζαν εκείνες της Μήλου (θειάφι), της Νάξου (σμύριδα) και της Θήρας (θηραϊκή γη*, που χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό σε μεγάλα έργα). Η πηγή Β΄ (επίσης δευτερογενής) συμπληρώνει την εικόνα αυτή με περισσότερα στοιχεία για τα εκμεταλλεύσιμα ορυκτά: Από τον ορυκτό πλούτο της χώρας είχε αξιοποιηθεί ως τα μέσα του αιώνα κυρίως η σμύριδα της Νάξου, που αποτελούσε εξαγώγιμο προϊόν. […] Άλλο εξαγώγιμο ορυκτό ήταν η θηραϊκή γη, που απέφερε τον ίδιο χρόνο 141.354 δρχ.
Επιπλέον, αμέσως μετά τη σμύριδα άλλο εκμεταλλεύσιμο υλικό ήταν ο λιγνίτης. Αν και είχε εντοπισθεί στο Μαρκόπουλο Αττικής από παλιά η ύπαρξη στρωμάτων του, τελικά μόνο τα κοιτάσματα της Κύμης ήταν ικανοποιητικά από άποψη εκμεταλλεύσεως. […]
Ειδικά στην περίπτωση των μαρμάρων, η πηγή παρουσιάζει την αρχική περιορισμένη οικονομική τους αξιοποίηση. Μιά σειρά άλλων ορυκτών, όπως οι γύψοι της Μήλου, κυρίως όμως τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Τήνου, της Ελευσίνας και του Ταϋγέτου δεν πρόσφεραν ακόμα αξιόλογο οικονομικό ενδιαφέρον. Για την προώθηση όμως της αξιοποιήσεως του ορυκτού πλούτου της χώρας είχαν γίνει τότε ειδικές μελέτες.
Με την οικοδομική ανάπτυξη που γνώρισε η χώρα μετά τη δεκαετία του 1870, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο νέα υλικά, όπως το μάρμαρο. Η αξιοποίηση των θαυμάσιων μαρμάρων που διέθετε η χώρα πήρε σημαντικές διαστάσεις κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Σ' αυτήν την κατηγορία οικονομικής δραστηριότητας μπορούμε να εντάξουμε και τις αλυκές, πηγή σημαντικών δημοσίων εσόδων κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
9
Άλλο εξαγώγιμο ορυκτό ήταν η θηραϊκή γη, που απέφερε τον ίδιο χρόνο 141.354 δρχ.
ΕΛΑΦΡΑ ΠΑΡΑΦΡΑΣΗ ΠΗΓΗΣ – ΚΕΙΜΕΝΟ Β (ΟΡΥΚΤΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ)
Από τον ορυκτό πλούτο της χώρας είχε αξιοποιηθεί ως τα μέσα του αιώνα κυρίως η σμύριδα της Νάξου, που αποτελούσε εξαγώγιμο προϊόν. […]
Αμέσως μετά τη σμύριδα άλλο εκμεταλλεύσιμο υλικό ήταν ο λιγνίτης. Αν και είχε εντοπισθεί στο Μαρκόπουλο Αττικής από παλιά η ύπαρξη στρωμάτων του, τελικά μόνο τα κοιτάσματα της Κύμης ήταν ικανοποιητικά από άποψη εκμεταλλεύσεως. […]
Μιά σειρά άλλων ορυκτών, όπως οι γύψοι της Μήλου, κυρίως όμως τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Τήνου, της Ελευσίνας και του Ταύγέτου δεν πρόσφεραν ακόμα αξιόλογο οικονομικό ενδιαφέρον.
Για την προώθηση όμως της αξιοποιήσεως του ορυκτού πλούτου της χώρας είχαν γίνει τότε ειδικές μελέτες.
Μέχρι τα μέσα του αιώνα είχε αξιοποιηθεί κυρίως η σμύριδα της Νάξου, η οποία ήταν προϊόν που εξαγόταν. […]
Μετά τη σμύριδα, ένα ακόμη υλικό που μπορούσε να αξιοποιηθεί ήταν ο λιγνίτης. Αν και στο Μαρκόπουλο Αττικής ήταν γνωστό από παλιά ότι υπήρχαν στρώματα λιγνίτη, τελικά μόνο τα κοιτάσματα της Κύμης μπορούσαν να αξιοποιηθούν ικανοποιητικά. […]
Άλλα ορυκτά, όπως οι γύψοι της Μήλου και κυρίως τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Τήνου, της Ελευσίνας και του Ταύγέτου, δεν είχαν ακόμη σημαντική οικονομική αξία.
Ένα ακόμη ορυκτό που εξαγόταν ήταν η θηραϊκή γη, και απέφερε την ίδια χρονιά 141.354 δραχμές
Για να ενισχυθεί όμως η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας είχαν εκπονηθεί τότε ειδικές μελέτες.
10
β. στα άλλα είδη εκμετάλλευσης ορυκτού πλούτου που αποτέλεσαν πηγή σημαντικών δημόσιων εσόδων κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. (μονάδες 12)
ΚΕΙΜΕΝΟ Β
Από τον ορυκτό πλούτο της χώρας είχε αξιοποιηθεί ως τα μέσα του αιώνα κυρίως η σμύριδα της Νάξου, που αποτελούσε εξαγώγιμο προϊόν. […]
Άλλο εξαγώγιμο ορυκτό ήταν η θηραϊκή γη, που απέφερε τον ίδιο χρόνο 141.354 δρχ.
Αμέσως μετά τη σμύριδα άλλο εκμεταλλεύσιμο υλικό ήταν ο λιγνίτης. Αν και είχε εντοπισθεί στο Μαρκόπουλο Αττικής από παλιά η ύπαρξη στρωμάτων του, τελικά μόνο τα κοιτάσματα της Κύμης ήταν ικανοποιητικά από άποψη εκμεταλλεύσεως. […]
Μιά σειρά άλλων ορυκτών, όπως οι γύψοι της Μήλου, κυρίως όμως τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Τήνου, της Ελευσίνας και του Ταϋγέτου δεν πρόσφεραν ακόμα αξιόλογο οικονομικό ενδιαφέρον. Για την προώθηση όμως της αξιοποιήσεως του ορυκτού πλούτου της χώρας είχαν γίνει τότε ειδικές μελέτες.
Οδυσσεύς Δημητρακόπουλος, «Στροφή της κυβερνητικής πολιτικής προς την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, τ. ΙΓ΄, σ. 180.
Από τις άλλες εκμεταλλεύσεις ξεχώριζαν εκείνες της Μήλου (θειάφι), της Νάξου (σμύριδα) και της Θήρας (θηραϊκή γη*, που χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό σε μεγάλα έργα). Η πηγή Β΄ (επίσης δευτερογενής) συμπληρώνει την εικόνα αυτή με περισσότερα στοιχεία για τα εκμεταλλεύσιμα ορυκτά: Μέχρι τα μέσα του αιώνα είχε αξιοποιηθεί κυρίως η σμύριδα της Νάξου, η οποία ήταν προϊόν που εξαγόταν. […] Ένα ακόμη ορυκτό που εξαγόταν ήταν η θηραϊκή γη, και απέφερε την ίδια χρονιά 141.354 δραχμές
Επιπλέον, μετά τη σμύριδα, ένα ακόμη υλικό που μπορούσε να αξιοποιηθεί ήταν ο λιγνίτης. Αν και στο Μαρκόπουλο Αττικής ήταν γνωστό από παλιά ότι υπήρχαν στρώματα λιγνίτη, τελικά μόνο τα κοιτάσματα της Κύμης μπορούσαν να αξιοποιηθούν ικανοποιητικά. […]
Ειδικά στην περίπτωση των μαρμάρων, η πηγή παρουσιάζει την αρχική περιορισμένη οικονομική τους αξιοποίηση. Άλλα ορυκτά, όπως οι γύψοι της Μήλου και κυρίως τα μάρμαρα της Πεντέλης, της Πάρου, της Τήνου, της Ελευσίνας και του Ταύγέτου, δεν είχαν ακόμη σημαντική οικονομική αξία. Για να ενισχυθεί όμως η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας είχαν εκπονηθεί τότε ειδικές μελέτες.
Με την οικοδομική ανάπτυξη που γνώρισε η χώρα μετά τη δεκαετία του 1870, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο νέα υλικά, όπως το μάρμαρο. Η αξιοποίηση των θαυμάσιων μαρμάρων που διέθετε η χώρα πήρε σημαντικές διαστάσεις κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Σ' αυτήν την κατηγορία οικονομικής δραστηριότητας μπορούμε να εντάξουμε και τις αλυκές, πηγή σημαντικών δημοσίων εσόδων κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.