1 of 101

Δέντρα και θάμνοι του σχολείου μας.

2 of 101

γιακαράντα

3 of 101

Επιστημονική ονομασία: Jacaranda mimosifolia David Don�Ελληνική ονομασία: Γιακαράντα ή Ιακαράνδη η μιμηλήφυλλος�Κοινές ονομασίες: Τζακαράντα, Μπλε τζακαράντα, Δέντρο φτέρη

Το Jacaranda mimosifolia Γιακαράντα είναι δέντρο των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, ιθαγενής της Βραζιλίας, στην Ελλάδα ευδοκιμεί στις Νότιες περιοχές και προτιμάει ηλιόλουστες περιοχές, καλά αρδευόμενες, με εδάφη μέτρια, καλά αποστραγγιζόμενα.

Είναι φυλλοβόλο δένδρο, της οικογένειας των Bignoniaceae, με ύψος που φτάνει συνήθως έως 5 μέτρα, με μεγάλη πλατιά κόμη, αρκετά διακλαδισμένη, με φλοιό γκριζο-καφετί χρώματος, λείο στα νεαρά δέντρα, με μικρές κάθετες σχισμές στα πιο ώριμα.

Έχει σύνθετα φύλλα, αντίθετης διάταξης που εμφανίζονται μαζί με τα πρώτα άνθη, έχουν μήκος έως και 45 εκ. είναι δις πτεροειδή με 14-22 ζεύγη ωοειδή φυλλαρίων λίγο μακρύτερα από 1 εκ., που καλύπτονται από ένα ελαφρό χνούδι.

Η ανθοφορία της είναι πολύ πλούσια, με φωτεινά, κυανά άνθη, σωληνοειδή με τα χείλη της στεφάνης πολύ ανοιχτά και βελούδινα, μήκους 5-6 εκ. συγκεντρωμένα σε πολυανθείς, μακριούς σφαιρικούς βότρεις μήκους 15-20 εκ. με 40 -90 άνθη. Εμφανίζονται νωρίς το καλοκαίρι και διαρκούν μέχρι και δύο μήνες, από τον Ιούνιο έως και τον Ιούλιο.

Ο καρπός της είναι σφαιρική κάψα, μαύρου χρώματος, με διάμετρο περίπου 5 εκ., ο οποίο περιέχει πολλούς επίπεδους, φτερωτούς σπόρους.

4 of 101

γιακαράντα

5 of 101

γιακαράντα

6 of 101

γιακαράντα

7 of 101

αγριοπασχαλιά

8 of 101

Επιστημονική ονομασία: Melia azedarach L.

Ελληνική ονομασία: Μελία η Αζεδαράχειος

Κοινές ονομασίες: Μελία, Ινδική Πασχαλιά

Φυλλοβόλο δένδρο της οικογένειας Meliaceae με σφαιρική κόμη, συνήθως με ύψος 7-12 μέτρα και 6-8 μ. διάμετρο.

Τα φύλλα του είναι μακρόστενα, εναλλασόμενα και 2 ή 3 φορές σύνθετα, η πάνω πλευρά έχει σκούρο πράσινο χρώμα ενώ η κάτω πιο ανοιχτόχρωμο, το φθινόπωρο παίρνουν ένα ωραίο χρυσοκίτρινο χρώμα.

Τα άνθη της Αγριοπασχαλιάς σε μεγάλες μασχαλιαίες φόβες, είναι μικρά και αρωματικά με 5 πέταλα, ανοικτό μοβ ή λιλά χρώμα. Περίοδος ανθοφορίας από το Μάιο έως και τον Ιούνιο.

Οι μικροί σφαιρικοί καρποί της Μελίας έχουν στην ωριμότητα ανοικτό κίτρινο χρώμα, κρέμονται ζαρωμένοι στο δένδρο όλο το χειμώνα.

9 of 101

αγριοπασχαλιά

10 of 101

αγριοπασχαλιά

11 of 101

αγριοπασχαλιά

12 of 101

κουμαριά

13 of 101

Arbutus unedo Κουμαριά

Στη χώρα μας συναντώνται δύο είδη: η Κουμαριά (Arbutus unedo)

και η Aγριοκουμαριά ή Ελαφοκουμαριά ή Γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne).

κουμαριά (Arbutus unedo) είναι θάμνος αειθαλής, της οικογένειας Ericaceae, φτάνει περίπου τα 3 μέτρα, μερικές φορές μπορεί να γίνει και μικρό δένδρο έως 4 μέτρα. Έχει φλοιό κόκκινο-σταχτύ χρώματος, με σχισμές που ξεφλουδίζεται σε μικρές λουρίδες.

Τα φύλλα της είναι δερματώδη, συνήθως πριονωτά, λεία σκουροπράσινα στην επάνω επιφάνεια τους και ανοικτό πράσινο στην κάτω.

Τα άνθη είναι σφαιρικά, λευκά ή ρόδινα και φύονται σε επάκριους κρεμάμενους βότρυς που ανθίζουν το φθινόπωρο.

Οι καρποί της φύονται μεμονωμένα και είναι ράγα, πορτοκαλί ή κόκκινη, ελαφρά κοκκώδης, εδώδιμη με γλυκιά γεύση και αρωματική οσμή. Αν και είναι πλούσια σε βιταμίνη C, είναι δύσπεπτα όταν καταναλώνοται σε μεγάλες ποσότητες.�Τη συναντάμε σε θαμνότοπους και δάση, σε ξηρές και πετρώδεις πλαγιές σε όλη την χώρα και σε υψόμετρο μέχρι τα 800 μέτρα.

Για θεραπευτικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται τα φύλλα και οι καρποί του φυτού.

Το κούμαρο τρώγεται όταν έχει ωριμάσει πλήρως, είναι ένας πολύ εύγευστος και εκλεκτός καρπός.�Οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία τους. Έτσι μπορούμε να δούμε πάνω στο δέντρο την ίδια στιγμή ώριμους και άγουρους καρπούς, αλλά και λουλούδια.

14 of 101

κουμαριά

15 of 101

κουμαριά

16 of 101

κουμαριά

17 of 101

λυγαριά

18 of 101

Vitex agnus-castus Λυγαριά

Το Vitex agnus-castus Λυγαριά είναι ενδημικό της περιοχής της Μεσόγειο, θάμνος πολύ διαδεδομένος στην Ελλάδα, όπου φύεται κυρίως σε υγρές-αμμώδης-χαλικώδεις τοποθεσίες, ρέματα, σε κοίτες ποταμών αλλά και σε ακτές, σε υψόμετρο από 0-έως 500 μέτρα.

Επιστημονική ονομασία: Vitex agnus-castus L

Ελληνική ονομασία: Βίτεξ ο αγνός, Άγνος η κοινή, Άγνος ο αγνός.

Κοινές ονομασίες: Λυγαριά, Λυγιά, Άγνος, Αγνιά, Καναπίτσα, Άγρια λεβάντα, Καλαθιά, Πιπέρι του μοναχού, Βάλσαμο του Αβραάμ

Το όνομα Λυγαριά οφείλεται στα ευλύγιστα κλαδιά της.

Η λυγαριά είναι ένας φυλλοβόλος θάμνος, της οικογένειας των Verbenaceae, με ύψος μέχρι 3 μέτρα, σπάνια έως 5μ., με κόμη όρθια και σφαιρική, με κλαδίσκους τετράγωνους και χνουδωτούς.

Τα αρωματικά φύλλα της είναι γκριζο-πρασινωπά, με χνούδι στην κάτω επιφάνεια, αντίθετα και σύνθετα παλαμοειδή, με 5-7 φυλλάρια λογχοειδή, με μήκος 2-10 εκ., με περίμετρο λεία ή ελαφρά οδοντωτή.

Τα εύοσμα, βιολετί ή λευκά άνθη της, είναι αρρενοθήλεα, ελαφρώς ζυγόμορφα, τα οποία φύονται σε επάκριες κυματοειδείς ταξιανθίες που προσομοιάζουν στάχεις ή φόβες. Περίοδος ανθοφορίας από τον Αύγουστο έως και το Νοέμβριο.

Ο καρπός της είναι μικρή, κόκκινο-μελανή, σφαιρική δρύπη, με μήκος 3-4 χιλ. περιέχει 4 σπόρους.

19 of 101

λυγαριά

20 of 101

λυγαριά

21 of 101

κουτσουπιά

22 of 101

κουτσουπιά

Cercis siliquastrum Κουτσουπιά

Το δέντρο Cercis siliquastrum Κουτσουπιά είναι ένα μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα, εκτός από την Κρήτη. Απαντάται σε δάση, σε βραχώδεις πλαγιές, σε μακία βλάστηση, σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 900 μέτρα. Το ωραίο της φύλλωμα και η πλούσια ανθοφορία της, θεωρείται εξαιρετικό καλλωπιστικό δένδρο, γι΄ αυτό και φυτεύεται σε πάρκα, στους κήπους, σε αυλές σπιτιών, κατά μήκος των δρόμων ή σε αναδασώσεις.

Επιστημονική ονομασία: Cercis siliquastrum Ελληνική ονομασία: Κέρκις η κερατονιοειδής, Κερκίς η έλλοβος

Κοινές ονομασίες: Κουτσουπιά,  κερκίς, μαμουκαλιά, δένδρο του Ιούδα, κότσικας

Κουτσουπιά είναι ένας πολυετές, μεγάλος φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δένδρο της οικογένειας των Fabaceae, μπορεί να φτάσει σε ύψος μέχρι και τα 10 μέτρα

Εχει φύλλα λεία, κατ εναλλαγή, νεφροειδή με καρδιοειδή βάση, με μήκος 10-13 εκατοστά, 7-νευρα, με μακρύ κοκινωπό μίσχο.

Τα εύοσμα αρρενοθήλεα ρόδινα-μοβ άνθη, ανά 4-10 σε κοντές και πυκνές ταξιανθίες, που εμφανίζονται απευθείας από τα κλαδιά ακριβώς πριν ή μαζί με τα φύλλα. Περίοδος ανθοφορίας από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι και τα τέλη Μάιος.

Καρπός πιεσμένος κοκκινοκαστανός χέδρωπας που κρέμεται καθέτως προς το έδαφος.

23 of 101

κουτσουπιά

24 of 101

κουτσουπιά

25 of 101

Βραχυχίτωνας

26 of 101

Βραχυχίτωνας

Με καταγωγή από την Αυστραλία o Brachychiton populneus Βραχυχίτων ο ελάτινος είναι ένα δέντρο με γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης, ανθεκτικό στη ρύπανση των πόλεων, κατάλληλο για τις νότιες περιοχές της χώρας μας και κατάλληλο για δεντροστοιχίες.

Επιστημονική ονομασία: Brachychiton populneus Ελληνική ονομασία: Βραχυχίτων ο ελάτινος

Κοινές ονομασίες: Βραχυχίτωνας, Μπουκαλόδεντρο

Βραχυχίτων είναι ένα μονόικο, αειθαλές, μικρό ή μεσαίου μεγέθους δέντρο, της οικογένειας των Malvaceae, με ύψος 10 – 25 μέτρα, με πυκνή πυραμιδοειδή κόμη. Έχει ισχυρό κορμό, ευθυτενή, με φλοιό λείο και γκριζοπράσινο, ο οποίος λειτουργεί σαν δεξαμενή αποθήκευσης νερού που χρησιμοποιεί τις θερμές και ξηρές περιόδους του καλοκαιριού.

Τα γυαλιστερά, σκούρα πράσινα φύλλα του ποικίλουν σε σχήμα, είναι είτε ακέραια-

λογχοειδή ή μπορεί να είναι με 3-9 λοβούς, με μακρύ μίσχο.

Τα αρσενικά και τα θηλυκά άνθη ξεχωριστά στο ίδιο φυτό, πράσινο-κιτρινωπά και εσωτερικά με κόκκινωπές κηλίδες, καμπανόμορφα, σε ταξιανθίες βότρεις, πολλά μαζί στις άκρες των βλαστών, περίοδος ανθοφορίας από τον Μάιο-Ιούνιο, με διάρκεια περίπου ένα μήνα.

Ο καρπός είναι κάψα, καφετί χρώματος, με μήκος 10 εκατοστά, με δερματώδης υφή και σταδιακά ανοίγει και φαίνονται τα κίτρινα σπέρματά του στο εσωτερικό του.

27 of 101

Βραχυχίτωνας

28 of 101

Βραχυχίτωνας

29 of 101

Κερλετέρια

30 of 101

Κερλετέρια

Το δέντρο Koelreuteria paniculata Κερλετέρια, κατάγεται από την Ανατολικη Ασία με φυσική εξάπλωση στην Κίνα, Κορέα και Ιαπωνία. Στην χώρα μας φυτεύεται στους κήπους, τα πάρκα και τις πλατείες, είτε σε συνδυασμό με άλλα καλλωπιστικά δέντρα, είτε σε αμιγείς συστάδες. Είναι φωτόφιλο και σχετικά θερμόφιλο είδος, ιδιαίτερα ανθεκτικό στην ατμοσφαιρική ρύπανση, στη ξηρασία και στον άνεμο.

Επιστημονική ονομασία: Koelreuteria paniculata Laxm. Ελληνική ονομασία: Κοιλρευτερία η ανθηλοφόρος, Κοιλρεουτερία η φοβοειδής. Κοινές ονομασίες: Κελρετέρια, Κελρεουτέρια, Βερνικόδεντρο, Δέντρο χρυσής βροχής, Καμάρι της Ινδίας.

Η Κερλετέρια είναι ένα μικρό έως μεσαίου μεγέθους φυλλοβόλο δένδρο βραδείας ανάπτυξης, της οικογένειας των Sapindaceae, με ύψος 7-12 μέτρα, με σφαιρική, πλατιά κόμη.

Τα φύλλα είναι κατ’εναλλαγή, σύνθετα περιττόληκτα, μήκους 15-40 εκατοστά (σπάνια έως 50 εκ.), με 7-15 φυλλάδια ωοειδή ή προμήκη, ακανόνιστα πριονωτά-οδοντωτά στις παρυφές, μήκους 3-9 εκ., η πάνω πλευρά είναι λεία ενώ η κάτω χνουδωτή κατά μήκος των νευρώσεων.

Τα μικρά, χρυσοκίτρινα, εύοσμα άνθη του είναι αρρενοθήλεα, φύονται σε επάκρια φόβη μήκους 20-40 εκ., Περίοδος ανθοφορίας από τον Ιούνιο έως και τον Ιούλιο.

Ο καρπός είναι ωοειδής, προμήκης, φουσκωτή, τριγωνική κάψα, με μεμβρανώδη τοιχώματα, μήκους 3-6 εκατοστών και πλάτους 2-4 εκατοστών, πράσινη, που όταν ωριμάζει το φθινόπωρο, γίνεται πορτοκαλο-καστανί και περιέχει μαύρα, σφαιρικά σπέρματα, διαμέτρου 5-8 χιλιοστών.

31 of 101

Κερλετέρια

32 of 101

Κερλετέρια

33 of 101

Κερλετέρια

34 of 101

Πικροδάφνη

35 of 101

Πικροδάφνη

Επιστημονική ονομασία: Nerium oleander L. 1753 Κοινές ονομασίες: Ροδοδάφνη, Νήριον το ολέανδρον, Νήριον το εύοσμον, Νήριον η ροδοδάφνη, Φυλλάδα, Αριοδάφνη, Αροδάφνη, Λέανδρος, Σέψα, Σφάκα, Ψουράκια.

Η πικροδάφνη είναι ένας αειθαλής θάμνος της οικογένειας Apocynaceae που μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 5 μέτρα.

Τα βαθύ-πράσινα φύλλα της είναι γραμμοειδή-λογχοειδή, δερματώδη και τα άνθη της ρόδινο-κοκκινωπά, υπάρχουν όμως ποικιλίες με άσπρα, κίτρινα, μοβ και διπλά άνθη, με 5 λοβούς, σε ακραίες ταξιανθίες, έχει έντονη ανθοφορία από το Μάιο ως τον Οκτώβριο.

Στην Ελλάδα είναι αυτοφυής, απαντάται σε όχθες ποταμών και χειμάρρων, σε ρυάκια και σε πολλούς υγρότοπος καλλιεργείται όμως και ως καλλωπιστικό φυτό κατά μήκος των δρόμων και σε πάρκα.

36 of 101

Πικροδάφνη

37 of 101

Πικροδάφνη

38 of 101

Χαρουπιά

39 of 101

Χαρουπιά

Επιστημονική ονομασία: Ceratonia siliqua L. 1753 Ελληνική ονομασία: Κερωνία, Κερατέα η έλλοβο

Κοινές ονομασίες: Κερωνία,  Κερατέα η έλλοβος, Κερατόνια, Κουντουριδιά, Κουτσουπιά, Τσερακιά, Τερατσιά, Κουτσικιά.

Η χαρουπιά είναι αειθαλές δένδρο, συνήθως δίοικο, με πυκνή συνήθως σφαιρική ή ομπρελοειδή κόμη, της οικογένειας των Fabaceae, με ύψος έως 13 μέτρα, μερικές φορές μπορεί να φτάσει και τα 18 μέτρα. Είναι μακρόβιο, μόνοικο ή δίοικο, ιθαγενές της Μεσογείου, έχει λείο και καστανόφαιο κορμό, τραχύ φλοιό, με εύρωστους κορμούς.

Τα φύλλα της είναι σύνθετα, κατ’ εναλλαγή, πτερωτά 4-10 φυλλάρια, δερματώδη, βαθυπράσινα γυαλιστερά από πάνω, ωχρό-πράσινα από κάτω και ελαφρά κυματοειδή.

Τα άνθη της είναι μικρά, πρασινωπά, με βαριά οσμή, χωρίς πέταλα, με μικρό πρασινωπό κάλυκα, πεντάλοβο με πέντε στήμονες, μακριούς στα αρσενικά άνθη, κοντούς και, κατά κανόνα, άγονους στα θηλυκά ή ερμαφρόδιτα, εμφανίζονται κατευθείαν από τα κλαδιά σε κοκκινωπούς βότρυες, το φθινόπωρο και εξελίσσονται σε μακρόστενους, καστανοκόκκινους, εδώδιμους καρπούς, τα ξυλοκέρατα.

Ο καρπός της χαρουπιάς είναι λοβός, δερματώδεις, ξηρός και με μήκος 10-30 εκατοστά. Τα χαρούπια είναι μακριά, στριφτά και σκληρά πράσινου χρώματος όταν είναι άγουρα και ξυλώδη εξωτερικά, καστανού χρώματος όταν είναι ώριμα. Η σάρκα του ώριμου καρπού περιβάλλει μέχρι και 15 καστανόχρωμα και πολύ σκληρά φακοειδή σπέρματα, διατεταγμένα κατά μήκος του. Είναι σακχαρώδης και έχει ευχάριστη, γλυκιά γεύση. Η ωρίμανση του καρπού διαρκεί σχεδόν ένα χρόνο μέχρι τα τέλη Αυγούστου του επόμενου έτους που αρχίζουν να πέφτουν οι ώριμοι πια καρποί.

40 of 101

Χαρουπιά

41 of 101

Χαρουπιά

42 of 101

Κορομηλιά

43 of 101

Κορομηλιά

Κορομηλιά δέντρο - Τζανεριά | Prunus instititia

Φυλλοβόλο δέντρο, μέτριας ανάπτυξης, με τελικό ύψος 2, 50m και φύλλα ωοειδή, πριονωτά, ανοιχτοπράσινα. Ανθίζει την Aνοιξη, με άνθη λευκά έως λευκορόδινα και καρποφορεί αρχές Καλοκαιριού. Οι καρποί του ανάλογα με την ποικιλία έχουν χρώμα κιτρινωπό, ρόδινο ή σκούρο μώβ. Είναι από τα ανθεκτικότερα δέντρα στις ασθένειες, τα άγονα εδάφη και τις ακραίες θερμοκρασίες. Επειδή η παραγωγικότητά του είναι μεγάλη, συστήνεται λίπανση με σύνθετα λιπάσματα αργής αποδέσμευσης, πριν και αμέσως μετά το τέλος της καρποφορίας.

Η Αγριοκορομηλιά (Prunus cocomilia Ten) είναι ένας θάμνος ή μικρό δένδρο φυλλοβόλο δέντρο, της οικογένειας των Rosaceae, με ύψος έως 10 μέτρα, με κόμη πυκνή και στρογγυλή και με κλαδιά χωρίς αγκάθια.

Τα φύλλα είναι εναλλασσόμενα, απλά, ακέραια, λεπτά οδοντωτά στις παρυφές, έμμισχα, με έλασμα ελλειψοειδές, με μήκος 2,5-4 εκ..

Τα λευκά άνθη αρρενοθήλεα, φύονται ανά 2-4 μαζί σε κοινό ποδίσκο, σε βότρεις, περιάνθιο 5μερές. Περίοδος ανθοφορίας από τον Απρίλιο έως και το Μάϊο.

Ο καρπός είναι μονόσπερμη κρεμάμενη, λεία, σφαιρική, δρύπη, με μήκος έως 4 εκ., κιτρινωπός με κηλίδες πορφυρές.

44 of 101

Κορομηλιά

45 of 101

Κορομηλιά

46 of 101

Ελιά

47 of 101

Ελιά (Olea europaea) Η ελιά αποτελεί ένα από τα πρώτα καλλιεργούμενα είδη από τον άνθρωπο. Είναι αειθαλές, αιωνόβιο, καρποφόρο δέντρο με αρκετά μεγάλο μέγεθος. Μπορεί να φτάσει τα είκοσι μέτρα σε ύψος, με δέκα μέτρα διάμετρο κόμης. Η ελιά έχει μακρόστενα, λογχοεδιδή, δερματώδη φύλλα, σκουροπράσινα στην άνω επιφάνεια τους και αργυρόχρωα χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια τους. Ανθοφορεί την άνοιξη και το καλοκαίρι, ανάλογα την ποικιλία, και τα μικροσκοπικά υπόλευκα ανθάκια της φύονται οργανωμένα σε βοτρυώδεις ταξιανθίες. Αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες θέσεις φύτευσης και δεν έχει ιδιαίτερες εδαφικές απαιτήσεις. Έχει μέτριες απαιτήσεις σε νερό άρδευσης και σε συγκεκριμένα στάδια ανά καλλιεργητική περίοδο. Απαιτεί συτηματικές λιπάνσεις, ενώ παρουσιάζει ικανοποιητική ανθεκτικότητα στις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Οι ποικιλίες της ελιάς κατηγοριοποιούνται με βάση τη χρήση των καρπών τους σε επιτραπέζιες, λαδοελιές ή διπλής χρήσης.

48 of 101

Ελιά

49 of 101

Ελιά

50 of 101

Λεμονιά

51 of 101

Τα είδη του γένους Citrus ανήκουν στην οικογένεια Rutaceae και στη φυλή Citreae. Το λεμόνι είναι καλλιεργημένο υβρίδιο που προέρχεται από άγριες ποικιλίες όπως είναι το κίτρο και το μανταρίνι. Η λεμονιά προέρχεται από την κεντρική Ινδία, όπου καλλιεργήθηκαν και τα πρώτα δένδρα.

Η λεμονιά μπορεί να μεγαλώσει μέχρι 6 μέτρα ύψος αλλά συνήθως είναι πιο κοντή. Τα κλαδιά της έχουν αγκάθια, τα φύλλα είναι πράσινα και λαμπερά. Τα άνθη είναι λευκά εξωτερικά, ενώ εσωτερικά τείνουν προς το μωβ.

52 of 101

Λεμονιά

53 of 101

Εχίνοπας ή Ζενίστα

54 of 101

Επιστημονική ονομασία: Retama raetam

Κοινές ονομασίες: Νύμφη, white broom

Retama raetam είναι αειθαλής, διακοσμητικός και πολύκλαδος θάμνος της οικογένειας των Fabaceae. Δέντρο που μπορεί να φθάσει και τα 3 μέτρα σε ύψος, έχει λεπτά, εύκαμπτα, όρθια ή κρεμάμενα, κλαδιά, τα νεαρά καλυμμένα με μακριές πεπιεσμένες μεταξένιες τρίχες. Ο φλοιός του κορμού της έχει γκρίζο χρώμα ενώ οι ρίζες της πάνε βαθιά μέσα στη γη.

Τα φύλλα είναι κατ’ εναλλαγή, μικρά, απλά, ακέραια, επιμήκη-γραμμοειδή, με μήκος 10 χιλιοστά,  πέφτουν σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από τη βλάστηση αφήνοντας το φυτό άφυλλο για μεγάλο διάστημα, αλλά η φωτοσύνθεση συνεχίζεται χάρις στο πράσινο χρώμα των νεαρών κλάδων. 

Τα μικρά, λευκά άνθη της Ratema raetem είναι ζυγόμορφα και ερμαφρόδιτα σε πυκνούς, όρθιους, απλωμένους ή κρεμάμενους βότρεις, έχουν μήκος 8-10 χιλιοστά. Τα λουλούδια εκπέμπουν μια γλυκιά, σαν το άρωμα μελιού προσελκύοντας τα έντομα και ειδικά τις μέλισσες. Περίοδος ανθοφορίας μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου.

Καρπός είναι ένας ωοειδής και αδιάρρηκτος χέδρωπας, πράσινος αρχικά, καστανός τελικά, με όρθιο ή κυρτό ράμφος, περικλείοντας 1-2 καστανά ή μαυριδερά σπέρματα.

Εχίνοπας

55 of 101

Εχίνοπας

56 of 101

Εχίνοπας

57 of 101

Εχίνοπας

58 of 101

Καλλιστήμονας

59 of 101

Καλλιστήμονας (Callistemon sp.)

Ο καλλιστήμονας είναι αειθαλής θάμνος κανονικού ρυθμού ανάπτυξης, που μπορεί εύκολα να διαμορφωθεί σε μικρό δέντρο με τα κατάλληλα κλαδέματα. Το μέγιστο ύψος του φυτού φτάνει τα πέντε μέτρα ενώ η διάμετρος του τα τρία μέτρα. Τα φύλλα του καλλιστήμονα είναι μακριά, λογχοειδή, με ζωηρό πράσινο χρώμα. Ανθίζει επάκρια σε ταξιανθία στάχεως και τα άνθη του φέρουν χαρακτηριστικούς, μακρείς, κόκκινους στήμονες που δίνουν στην ταξιανθία την γνωστή μορφή βούρτσας. Υπάρχουν και ποικιλίες με μωβ ή φούξια στήμονες. Η ανθοφορία του ξεκινάει την άνοιξη και διαρκεί μέχρι το φθινόπωρο. Προτιμά τις ηλιόλουστες θέσεις φύτευσης και ευδοκιμεί σε γόνιμα, καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Ένα έδαφος ελαφρά όξινο θα ευνοήσει ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη του φυτού μας. Έχει μέτριες απαιτήσει σε νερό και μέτρια αντοχή στο ψύχος. Συνιστώνται δύο με τρεις λιπάνσεις κατά τη διάρκεια της άνοιξης με σκεύασμα που να περιέχει σίδηρο.

60 of 101

61 of 101

62 of 101

Ιβίσκος ο Συριακός

63 of 101

Ο συριακός ιβίσκος (Hibiscus syriacus, Malvaceae) είναι φυλλοβόλος καλλωπιστικός θάμνος που εμφανίζει πλούσια και διαρκή ανθοφορία από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο. Με το κατάλληλο κλάδεμα διαμορφώνεται σαν μικρό δέντρο. Κατάγεται από την κεντρική και ανατολική Ασία. Στην Κίνα καταναλώνουν αφεψήματα του φυτού αυτού και χρησιμοποιούν τα άνθη στην μαγειρική τους. Παρόλο που όταν πρωτοήλθε το φυτό στην Ευρώπη θεωρήθηκε ευαίσθητο, πλέον κατατάσσεται στα πιο σκληραγωγημένα καλλωπιστικά φυτά και εμφανίζει γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης. Η αντοχή του στη ρύπανση το καθιστά κατάλληλο για χρήση σε δεντροστοιχίες κοντά σε δρόμους με έντονη κυκλοφορία. Το βασικό του πλεονέκτημα του συριακού ιβίσκου είναι ότι παραμένει ανθισμένος το καλοκαίρι με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, εποχή που λίγοι θάμνοι έχουν άνθη.

Ιβίσκος ο Συριακός

64 of 101

Ιβίσκος ο Συριακός

65 of 101

Ιβίσκος ο Συριακός

66 of 101

Δεντρολίβανο

67 of 101

Δεντρολίβανο (Rosmarinus officinalis) Το δεντρολίβανο είναι αειθαλής θάμνος ορθόκλαδης ή έρπουσας ανάπτυξης και ανήκει στα αρωματικά φυτά. Βρίσκει ευρεία εφαρμογή στην κηποτεχνία, στην γαστρονομία και την φαρμακολογία. Το μέγιστο ύψος της ορθόκλαδης ποικιλίας δεν θα ξεπεράσει τα δύο μέτρα, με αντίστοιχη μέγιστη διάμετρο για την έρπουσα ποικιλία. Τα φύλλα του είναι δερματώδη, μικρά, γραμμοειδή. Η πάνω επιφάνεια των φύλλων έχει χρώμα σκούρο πράσινο και η κάτω επιφάνεια είναι ελαφρώς χνουδωτή με χρώμα λευκό ή αχνά γκριζωπό. Τα άνθη βρίσκονται κατά ομάδες και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων. Το χρώμα τους είναι μωβ, κυανόλευκο ή και λευκό. Αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες θέσεις φύτευσης και σε κάθε τύπο εδάφους, ακόμα και σε βραχώδη εδάφη. Έχει πολύ μικρές έως μηδαμινές ανάγκες σε νερό άρδευσης και μέτρια αντοχή στις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.

Δεντρολίβανο

68 of 101

Δεντρολίβανο

69 of 101

Ρίγανη

70 of 101

Ρίγανη

Ρίγανη (Origanum vulgare) Η ρίγανη είναι πολυετές αρωματικό φυτό φρυγανώδους ανάπτυξης. Απαντάται ευρέως ως αυτοφυές αλλά μπορεί και να καλλιεργηθεί στον κήπο ή σε γλάστρα. Το μέγιστο ύψος του φυτού σε πλήρη ανάπτυξη δεν θα ξεπεράσει τα ογδόντα εκατοστά, με διάμετρο κόμης πενήντα εκατοστά. Έχει φύλλα μικρά, ωοειδή, χνοώδη, αντίθετα, πράσινου χρώματος. Ανθοφορεί το καλοκαίρι και τα άνθη της, λευκού ή μωβ χρώματος, φύονται οργανωμένα σε επάκριες ταξιανθίες. Η ρίγανη αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες θέσης φύτευσης και σε καθε τύπο εδάφους, ακόμα και στα πιο άγονα και πετρώδη. Μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα και σε αποκλειστικά ξηρικές συνθήκες. Ένα καλά ανεπτυγμένο φυτό παρουσιάζει πολύ καλή αντοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες.

71 of 101

Ρίγανη

72 of 101

Βιβούρνο

73 of 101

Βιβούρνο

Επιστημονική ονομασία: Viburnum tinus L Ελληνική ονομασία: Βιβούρνο ο τίνος

Κοινές ονομασίες: Ψευδοδάφνη, Αγριοδάφνη, Άγρια δάφνη, Βιβούρνο

Φυτό αειθαλές, ύψους 2-3 m, που ανθίζει από Δεκέμβριο έως Μάιο με άνθη ροζ-λευκά σε επάκριες ταξιανθίες. Ανθεκτικό σε ξηροθερμικές συνθήκες, στο ψύχος και στα ασβεστούχα εδάφη. Χρησιμοποιείται για πυκνή μπορντούρα σε ποσοστό 3 φυτά ανά μέτρο και για μεμονωμένες φυτεύσεις, σε πάρκα ή ιδιωτικούς κήπους. Επιδέχεται κλάδεμα διαμόρφωσης σε οποιοδήποτε σχήμα, καθώς τα φύλλα του εκφύονται από την επιφάνεια του χώματος. Μετά το τέλος της ανθοφορίας του, σχηματίζονται μικροί μαύροι καρποί (μπαλάκια) που παραμένουν πάνω στο φυτό όλο το χρόνο. Με καλό πότισμα και συστηματική λίπανση αναπτύσεται πολύ γρήγορα.

74 of 101

Βιβούρνο

75 of 101

Βιβούρνο

76 of 101

Βιβούρνο

77 of 101

Ροδιά

78 of 101

Η Ροδιά είναι ένας φυλλοβόλος, αγκαθωτός θάμνος ή μικρό δέντρο, της οικογένειας των Punicaceae, με ύψος 2-5 μέτρα, πολύκλαδος με δύσκαμπτα κλαδιά.

Τα φύλλα αντίθετα, λεία, γυαλιστερά, ωοειδή-λογχοειδή, οδοντωτά, με κοντό μίσχο, στα βραχύκλαδα φύονται σε δέσμες, έχουν μήκος 3-8 εκ.. Το φθινόπωρο γίνονται κίτρινα.

Τα άνθη της μονήρη, μεγάλα, με σαρκώδη κόκκινο κάλυκα και 5-7 πέταλα επίσης κόκκινα, σπανιότερα ρόδινα ή λευκά, στήμονες πολοί με χρυσο-κίτρινους ανθήρες, φύονται στην άκρη των βλαστών, μασχαλιαία ανά 1 ή 2-3 μαζί. Περίοδος ανθοφορίας από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο.

Ο καρπός είναι σφαιρική ράγα, το ρόδι, μήκους 2-12 εκ., που είναι σωροκάρπιο ή συγκάρπιο από πολλές δρύπες, παλαιότερα ονομαζόταν σίδιο. Ο καρπός της ωριμάζει το φθινόπωρο

Ροδιά

Punica granatum Ροδιά

79 of 101

Ροδιά

80 of 101

Ροδιά

81 of 101

Δάφνη

82 of 101

Επιστημονική ονομασία: Laurus nobilis L.

Ελληνική ονομασία: Λάουρος ο ευγενής, Δάφνη του Απόλλωνος.

Κοινές ονομασίες: Βάγια, Βαγιά, Δαφνολιά, Φυλλάδα

δάφνη είναι αειθαλές θάμνος ή μικρό δέντρο της οικογένειας των δαφνοειδών, στην Ελλάδα απαντάται και αυτοφυής, σε υγρές θέσεις μέσα σε ρεματιές και φαράγγια, σε ποικίλα υποστρώματα, σε υψόμετρο 150-900 μέτρα. Ο κορμός είναι λείος και γκριζωπός.

Τα φύλλα του είναι εναλλασσόμενα, ακέραια, λογχοειδή, βαθυπράσινα με μικρό μίσχο και με ελαφρά κυματοειδή μορφή, η κάτω επιφάνεια θαμπή, ανοιχτοπράσινη.  Η οσμή τους είναι αρωματική και η γεύση τους είναι λίγο πικρή.

Τα άνθη βγαίνουν τον Μάρτιο έως Μάιο, είναι μικρά, κίτρινα και υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά. Τα αρσενικά και θηλυκά άνθη αναπτύσσονται σε διαφορετικά δέντρα.

Ο καρπός είναι δρύπη με σαρκώδες περικάρπιο και μεγάλο σπέρμα. Το χρώμα του είναι κυανόμαυρο ή μαύρο όταν ωριμάσει, έχει σχήμα ωοειδές και μέγεθος μικρής ελιάς.�Συλλέγονται οι καρποί και τα φύλλα (χωρίς τους μίσχους).

Δάφνη

83 of 101

Δάφνη

84 of 101

Κυδωνιά

85 of 101

Κυδωνιά

Κυδωνιά (Cydonia vulgaris, C. oblonga, Pyrus cydonia) Η κυδωνιά είναι φυλλοβόλο καρποφόρο δέντρο μικρού μεγέθους και αργού ρυθμού ανάπτυξης. Μπορεί να φτάσει σε μέγιστο ύψος οκτώ μέτρων με πέντε μέτρα διάμετρο. Τα φύλλα της κυδωνιάς είναι απλά, εναλασσόμενα, ωοειδή, χνουδωτά, μεγάλου μεγέθους, με μικρά παράφυλλα στη βάση του μίσχου. Ανθοφορεί την άνοιξη με άνθη μεγάλα, μονήρη σε λευκό ή ανοιχτό ρόδινο χρώμα. Το φθινόπωρο ωριμάζουν οι καρποί της κυδωνιάς, που είναι μεγάλοι, αχλαδόμορφοι, χνουδωτοί στην αρχή και απορίπτουν το χνούδι καθώς ωριμάζουν, σε χρυσοκίτρινο χρώμα. Η κυδωνιά αναπτύσσεται σε ηλιόλουστες θέσεις φυτευσης και εδάφη γόνιμα, υγρά, ουδέτερα έως ελαφρώς όξινα, με καλή αποστράγγιση. Παρουσιάζει εξαιρετική αντοχή τόσο στις υψηλές θερμοκρασίες του θέρους, όσο και στις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα.

86 of 101

Κυδωνιά

87 of 101

Κυδωνιά

88 of 101

Κυδωνιά

89 of 101

Αμυγδαλιά

90 of 101

Φυλλοβόλο, καρποφόρο δένδρο, με εντυπωσιακότατη ανοιξιάτικη ανθοφορία και ανοιχτοπράσινα, μακρόστενα, οδοντωτά φύλλα. Οι καρποί του έχουν μεγάλη διατροφική αξία και είναι μεγάλης αντοχής στα άγονα και άνυδρα ή ασβεστώδη εδάφη. Τα άνθη της είναι εντυπωσιακά, άσπρου χρώματος με ευχάριστη οσμή και πέταλα ελαφρά ρόδινα και εμφανίζονται ακόμη και μέσα στον χειμώνα προτού εμφανιστούν τα φύλλα του δέντρου. Είναι το πιο πρώιμο καρποφόρο δέντρο σε ανθοφορία. Ο καρπός του δέντρου είναι τα γνωστά αμύγδαλα τα οποία χρησιμοποιούνται σαν ξηροί καρποί. Η αμυγδαλιά ευδοκιμεί σχεδόν παντού γιατί δεν έχει μεγάλες απαιτήσεις στο κλίμα, για να καρποφορήσει κανονικά. Το δέντρο της αμυγδαλιάς, μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 12 μέτρα και αντέχει στην ξηρασία. Καρποφορεί από τον τρίτο χρόνο της ηλικίας του ως και τα 70 χρόνια. Οι πιο γνωστες ποικιλιες είναι οι Τέξας και Φερανιές.

Αμυγδαλιά δέντρο - Prunus dulcis amygdalus

91 of 101

Αμυγδαλιά

92 of 101

Αμυγδαλιά

93 of 101

Βερικοκιά

94 of 101

Βερικοκιά

Η βερικοκιά είναι οπωροφόρο, μακρόβιο, φυλλοβόλο δέντρο και ανήκει στο γένος Προύνος της οικογένειας των Ροδοειδών. Στην Κύπρο το δέντρο είναι γνωστό ως χρυσομηλιά. Βρίσκεται αυτοφυής στην Ανατολική Ασία και τα Ιμαλάια, από όπου μεταφέρθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη μέσω της Αρμενίας, εξ’ ου και η επιστημονική της ονομασία Προυνούς Αρμενιάκα. Πρέπει να ήταν γνωστή στην Κίνα, γιατί υπάρχουν αναφορές σε βιβλία όπου κατά το 2200 π.Χ. είχε την ονομασία Σίνγκ. Σήμερα καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες περιοχές του κόσμου για το νόστιμο καρπό της, το βερίκοκο. Η βερικοκιά είναι δέντρο με σφαιροειδές σχήμα και αρκετές απλωτές διακλαδώσεις. Τα φύλλα της είναι πλατιά σε σχήμα αβγού ή καρδιάς στιλπνά στην επάνω επιφάνεια και φέρουν αδένες και παράφυλλα πάνω στο μίσχο. Τα άνθη της είναι και αρσενικά και θηλυκά και έχουν χρώμα λευκό ή ελαφρύ ρόδινο, φύονται δε μόνα τους ή ανά δύο. Η άνθιση ολοκληρώνεται πριν βγουν τα φύλλα και γίνεται την άνοιξη (αρχές Μαρτίου-Απριλίου), είναι δε μικρής διάρκειας. Η καλλιεργούμενη βερικοκιά πολλαπλασιάζεται με εμβολιασμό που γίνεται σε συγγενικά είδη, κυρίως σε αμυγδαλιά αλλά και σε ροδακινιά, κορομηλιά και δαμασκηνιά. Για την καλλιέργεια της τα πιο κατάλληλα εδάφη είναι αυτά με μία μέση σύσταση και λεπτή υφή. Όταν υπάρχει δυνατό και ξαφνικό κρύο ή παγετός τότε οι ανθοί καταστρέφονται, αν και τα δέντρα είναι ανθεκτικά και σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Υψηλές θερμοκρασίες επίσης προκαλούν αλλοιώσεις στον καρπό. Τα δέντρα χρειάζονται καλό πότισμα την περίοδο της ανθοφορίας τους. Κάτω από καλές συνθήκες μία βερικοκιά μπορεί να ζήσει και πάνω από 100 χρόνια.

Prunus armeniaca

95 of 101

Βερικοκιά

96 of 101

Βερικοκιά

97 of 101

Βρωμοκαρυδιά

98 of 101

Βρωμοκαρυδιά

Είναι φυλλοβόλο δένδρο της οικογένειας Simaroubaceae, έχει μικρή διάρκεια ζωής και σπάνια ζει πάνω από 50 χρόνια. Είναι δέντρο δίοικο, υπάρχει δηλαδή αρσενικό και θηλυκό φυτό, φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα και η κόμη του έχει διάμετρο 10 μέτρα.

Ο κορμός του μπορεί να φτάσει και το 1 μέτρο σε διάμετρο, είναι λείος και γκριζωπός, μπορεί να έχει ελαφρές αυλακώσεις σε άτομα μεγάλης ηλικίας, ενώ οι νεαροί βλαστοί έχουν καφέ-κοκκινωπό χρώμα, με εμφανείς τους φακοειδείς πόρους. Έχει μεγάλα ανοιχτοπράσινα μεγάλα σύνθετα φύλλα που ξεπερνούν το ένα μέτρο σε μήκος με 10-41 ωοειδή ελαφρώς ασύμμετρα ζευγαρωτά φυλλάρια μήκους 5-18 εκ. και πλάτους 2,5-5 εκ., με αδενώδεις τρίχες στη βάση τους συνδεδεμένα στο φύλλο με μικρό μίσχο μήκους 5-12 χιλιοστών. Ο μίσχος του φύλλου είναι κοκκινωπός με διογκωμένη βάση. Τα άνθη σε σύνθετους βότρεις έως και 50 εκατοστά, πολύ μικρά, κιτρινοπράσινα ή κοκκινωπά, με 5 ενωμένα σέπαλα και 5 κολλητά πέταλα. Τα αρσενικά δένδρα φέρουν κίτρινες ταξιανθίες με δύσοσμα άνθη, ενώ τα θηλυκά παράγουν κοκκινωπούς καρπούς, οι οποίοι παραμένουν στα κλαδιά για μεγάλο διάστημα του χειμώνα. Περίοδος ανθοφορίας από Απρίλιο-Ιούλιο. Οι καρποί είναι επίπεδοι περιστρεμμένοι σαμάρες, έχουν μεγάλη φυτρωτική ικανότητα και οδηγούν στο να εξαπλώνεται το φυτό αυτό σαν ζιζάνιο, γι’ αυτόν το λόγο προτείνεται η φύτευση μόνο αρσενικών φυτών. Όλα τα μέρη του βρωμόδεντρου, περισσότερο όμως τα φύλλα, αναδίδουν μια πραγματικά απαίσια μυρωδιά, κάτι πολύ πικρό, χόρτο και ξηρό καρπό, που παρομοιάζεται με χαλασμένα φιστίκια ή κάσιους.

99 of 101

Βρωμοκαρυδιά

100 of 101

Βρωμοκαρυδιά

101 of 101

Βρωμοκαρυδιά