ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Η ζωή του

Ο Γιώργος Ιωάννου γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ήταν το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά μιας φτωχής οικογένειας. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 1985. 

Το έργο του

Ο Ιωάννου ξεκίνησε το λογοτεχνικό του έργο ως ποιητής, το 1954. Όμως γρήγορα ο Ιωάννου στράφηκε στον πεζό λόγο, στα μικρά αφηγήματα που ο ίδιος ονομάζει πεζογραφήματα και μάλιστα πολύπτυχα. Παράλληλα έκανε μεταφράσεις αρχαίων κειμένων, εξέδωσε εκλογές δημοτικών τραγουδιών, παραμυθιών, καραγκιόζη, έγραψε θέατρο, χρονογραφήματα και μελέτες.

Το 1979 τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για το βιβλίο του Το δικό μας αίμα. Άλλα πεζογραφήματά του: Για ένα φιλότιμο, Η Σαρκοφάγος, Η μόνη κληρονομιά, Πολλαπλά κατάγματα, Εφήβων και μη, Εύφλεκτη χώρα, Καταπακτή, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, Ο της φύσεως έρως, κ.ά.

Οι παράγοντες που διαμόρφωσαν το πεζογραφικό του έργο

Τα χρόνια που σφράγισαν τη ζωή του συγγραφέα είναι εκείνα του πολέμου, της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου, όπως τα έζησε στη Θεσσαλονίκη που μεγάλωσε. Η οικογένεια (τα πρόσωπα: ο πατέρας, η γιαγιά, η προσφυγική καταγωγή, η οικονομική κατάσταση, οι πολιτικές και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και η αγωγή που ήταν μάλλον καταπιεστική). Ο κοινωνικός περίγυρος (γειτονιά, σχολείο, φίλοι), ένας προσφυγικός συνοικισμός. Εκεί έρχεται σε επαφή με πρόσφυγες, Εβραίους, με ανθρώπους που μαγεύουν τα παιδιά και έλκουν την περιέργεια τους. Από εκεί προέρχονται οι φίλοι και οι συμμαθητές (που δεν ήταν πάντα καλοί μαζί του). Τα κατηχητικά σχολεία, οι χριστιανικές ομάδες, τα κατοχικά συσσίτια.

Οι δάσκαλοι και οι σπουδές του που τον οδήγησαν και σε εξωλογοτεχνικά αντικείμενα: μεταφράσεις, φιλολογικές κριτικές, συλλογές δημοτικών τραγουδιών, μελέτες (παραμύθια, Καραγκιόζης κλπ.). Η Θεσσαλονίκη ως πόλη που είναι και ο χώρος δράσης πολλών πεζογραφημάτων του και το λογοτεχνικό της περιβάλλον («Σχολή της Θεσσαλονίκης») με τους Πεντζίκη, Καρέλλη, Ξεφλούδα κ.ά., οι οποίοι, τη δεκαετία του ’30, εισήγαγαν τον εσωτερικό μονόλογο, εκμεταλλευόμενοι τους συνειρμούς με στόχο την ανάδυση όχι μόνο της ατομικής αλλά και της συλλογικής μνήμης.

Ο κινηματογράφος επηρεάζει την τεχνική της γραφής του (π.χ. αναδρομικές αφηγήσεις) και την ατμόσφαιρα των έργων του. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που ο ίδιος λέει: «γράφοντας σκέφτομαι πλάνα». Η επικαιρότητα. Η δουλειά του και η δημοσιοϋπαλληλική του ιδιότητα.

«ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ»

1. Μες στους Προσφυγικούς συνοικισμούς

Θέματα 

Οι πρόσφυγες (Πόντιοι, Καραμανλήδες, Μικρασιάτες, Κωνσταντινοπολίτες, Θρακιώτες, Μοναστηριώτες κ.ά.) και οι δυσκολίες ενσωμάτωσής τους.

Οι δεσμοί του αφηγητή με τους πρόσφυγες.

Η μοναξιά του μέσα στην πόλη.

Η αφόρμηση του αφηγητή

Μια συνηθισμένη, καθημερινή σκηνή: τα παιδιά που παίζουν μπάλα σε ένα προσφυγικό συνοικισμό («Στέκομαι και κοιτάζω τα παιδιά…). Ο αφηγητής τα παρακολουθεί από ένα καφενείο και οι σκέψεις του ακολουθούν την ελεύθερη ροή των συνειρμών.

Ο χώρος και ο χρόνος

Το γνωστό («ορισμένο») καφενείο, αργά το μεσημέρι, την ώρα που οι «οι μεγάλοι» γυρίζουν από τη δουλειά τους.

Η ταυτότητα των προσφύγων

- Είναι δεύτερης γενιάς, γεννημένοι στη Θεσσαλονίκη, όπως ο αφηγητής.

- Διατηρούν όμως τα χαρακτηριστικά της ράτσας και της ψυχής τους.

- Βιοπαλαιστές, αληθινοί και γνήσιοι στον καθημερινό αγώνα τους.

Η ράτσα και η ψυχή

Η ράτσα: η γενιά, η φυλή, μια ορισμένη πληθυσμιακή ομάδα με συγκεκριμένη καταγωγή και κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά (χρώμα δέρματος, γλώσσα, συνήθειες)

Η ψυχή: ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, η κουλτούρα και η ψυχοσύνθεσή του.

Η αντίθεση

Οι πρόσφυγες του συνοικισμού διαφέρουν από τους «διεσπαρμένους» πρόσφυγες, όπως ο αφηγητής, γιατί, ζώντας όλοι μαζί, διατηρούν τους δεσμούς τους με το παρελθόν και τις ρίζες τους, έχουν περισσότερη συνοχή και αμιγέστερα χαρακτηριστικά.

Η ικανότητα του αφηγητή να αναγνωρίζει τις φυλετικές ομάδες

Ο αφηγητής καυχιέται πως μπορεί να ξεχωρίσει τις φυλετικές ομάδες. Την ικανότητά του αυτή τη στηρίζει:

στην εξάσκησή του στην παρατηρητικότητά του στην προσοχή στη λεπτομέρεια στη μεγάλη του αυτοπεποίθηση στο θέμα αυτό. Λ.χ. αναγνωρίζει τους Ποντίους από την κορμοστασιά, την ομιλία, το μελαχρινό τους χρώμα.

Η ειρωνεία του αφηγητή

Το σχόλιο του αφηγητή για τους Κωνσταντινουπολίτες: όλοι ισχυρίζονται πως προέρχονται από το κέντρο της Πόλης.

Οι  δεσμοί που συνδέουν τον αφηγητή με τους πρόσφυγες

Ο αφηγητής νιώθει ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δικούς του ανθρώπους, ότι τον συνδέουν μαζί τους δεσμοί αίματος και καταγωγής. Η επαφή μαζί τους τον συγκινεί και τον συναρπάζει.

Χαρακτηριστικά είναι τα ρήματα που εκφράζουν αυτή τη βαθιά επικοινωνία:

Διαισθάνεσαι, σου ’ρχεται ν’ αγκαλιάσεις, μεθώ, χαίρομαι, ανατριχιάζω, κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά κλπ.

Η πατρίδα

Για τον αφηγητή, πατρίδα δεν είναι ο τόπος όπου γεννιέται και μεγαλώνει κανείς, αλλά ο τόπος όπου απλώνονται βαθιά οι ρίζες του. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για ένα παιδί προσφύγων: να γνωρίσει τον τόπο των γονιών του, αυτή η πατρίδα τον έλκει, μ’ αυτήν τον συνδέουν δεσμοί αίματος.

Οι βαθύτερες ρίζες

Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς, ο αφηγητής νιώθει να ζωντανεύουν και άλλοι, πανάρχαιοι, λαοί, πρόγονοι των προσφύγων, όπως οι Χετταίοι, Φρύγες, Λυδοί, ονόματα γεμάτα μυστήριο και αγάπη για τον αφηγητή.

Η παρέκβαση

Σε μια παρέκβαση ο αφηγητής με γλώσσα σκληρή και συναισθηματικά φορτισμένη, καταφέρεται εναντίον των «εγκληματιών των γραφείων» αλλά και όλων όσοι δυσκόλεψαν με τη στάση και τη συμπεριφορά τους την ενσωμάτωση των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία και τους εξωθούν στη διχόνοια και τη μετανάστευση.

Η αναχώρηση

Η ανομολόγητη βαθιά επικοινωνία αλλά και η απόσταση του αφηγητή από τους πρόσφυγες. Το αίσθημα της απομόνωσης εκφράζεται με τρία επίθετα: ολομόναχος, ξένος παντάξενος.

Η παραίσθηση

■Φεύγοντας, αισθάνεται τις οδικές αρτηρίες με τους κόκκινους σηματοδότες και τη θορυβώδη κυκλοφορία σαν το αίμα.

■Ο αφηγητής νιώθει τους πρόσφυγες παρόντες, να κυλούν μέσα στις φλέβες του.

Το αίσθημα της μοναξιάς

Ο αφηγητής νιώθει ξένος μέσα στη μεγαλούπολη κι αδιάφορες τις σχέσεις του με τους άλλους.

Το παράπονο

Ο αφηγητής εκφράζει το παράπονό του κι αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις συμβατικές σχέσεις των ανθρώπων, την αδιαφορία, την ανωνυμία, τη μοναξιά, το φόβο για τον άλλο. Χαρακτηρίζει μάλιστα τη στάση αυτή ως πονηρές προφάσεις του πολιτισμού για να κρύβεται η παρανομία. Η μοναξιά της μεγαλούπολης τον κάνει να «ζηλεύει» όσους παρέμειναν στα πατρογονικά τους, στη γη και τους συγγενείς τους ή κι αυτούς που, αν και πρόσφυγες, δεν αποκόπηκαν από τη ράτσα τους.

Η ευχή

Κυκλικά, ο αφηγητής επανέρχεται στην αρχή των συνειρμών με την ευχή να ζούσε σε ένα προσφυγικό συνοικισμό, εκεί όπου βρίσκει την ταυτότητά του και τις προγονικές του ρίζες.

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Ο όρος «πρόσφυγες»

Ονομάζονται οι πληθυσμοί που ξεριζώνονται από τον τόπο τους λόγω πολέμων ή άλλων πολιτικών γεγονότων, ακόμα και από φυσικές καταστροφές.

Το βιωματικό υλικό

Η προσφυγική καταγωγή του αφηγητή

Η καταγωγή από τη Θράκη

Η γέννηση στη Θεσσαλονίκη

Η μοναχική ζωή στην πόλη

Η γνώση των θρησκευτικών εθίμων και των λαϊκών δοξασιών

Η ιστορική κατάρτιση του αφηγητή.

Το αφηγηματικό υλικό

Η προσφυγιά

Η μετανάστευση

Η βιολογική και πολιτισμική καταγωγή του ανθρώπου

Η σύγχρονη ζωή στις μεγαλουπόλεις.

Το εθνογραφικό, γεωγραφικό και ιστορικό υλικό

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας προσφύγων

Οι τόποι καταγωγής και τα τοπωνύμια

Τα ονόματα αρχαίων λαών που ζούσαν στους τόπους των προσφύγων.

Αφηγηματικές τεχνικές

Η πλοκή οργανώνεται χαλαρά με βάση τους συνειρμούς και τις σκέψεις του αφηγητή. Ο αφηγητής σε α΄πρόσωπο αναφέρεται σε ένα προσωπικό του βίωμα. Η αφήγηση γίνεται από την οπτική γωνία του αφηγητή, ο οποίος έχει άμεση αντίληψη των πραγμάτων και συμμετέχει στα γεγονότα (αφήγηση με εσωτερική εστίαση).

Η αφήγηση προχωρεί ευθύγραμμα και ξαναγυρίζει στην αρχή (κυκλική αφήγηση).

Η οργάνωση του αφηγηματικού υλικού

Γίνεται μέσω συνειρμών και παρεκβάσεων (α. η παρουσίαση των φυλών, β. η παρέκβαση των αρχαίων λαών και γ. η εκμετάλλευση των προσφύγων).

Το είδος της αφήγησης

Εσωτερική, πρωτοπρόσωπη, μονοεστιακή, μονομερής: ο αφηγητής παρατηρεί από κοντά αλλά και μετέχει σε όσα αφηγείται, τα οποία παρουσιάζει από τη δική του οπτική γωνία.

Εκφραστικοί τρόποι / γλώσσα / ύφος

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί λέξεις της καθημερινής ζωής. Υπερτερούν τα ρήματα.

Η γλώσσα είναι απλή κι ανεπιτήδευτη, ο λόγος μικροπερίοδος.

Ο εξομολογητικός τόνος, η απλότητα, η απουσία έντασης, μελοδραματισμού και συναισθηματισμού προσδιορίζουν το ύφος του πεζογραφήματος. Το πρώτο ενικό πρόσωπο που κυριαρχεί στην αφήγηση προσδίδει στο κείμενο αμεσότητα και ζωντάνια. Η περιορισμένη χρήση του β΄και γ΄ενικού προσώπου φανερώνει την επιθυμία του συγγραφέα να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη και να διατυπώσει κάποιες θέσεις που θεωρούνται αντικειμενικές.

Το πεζογράφημα είναι διάσπαρτο από εικόνες.

2. Στου Κεμάλ το σπίτι

Το πεζογράφημα ανήκει στη συλλογή Η μόνη κληρονομιά (1974). Κύρια χαρακτηριστικά της συλλογής αυτής είναι: η συγγραφική ωριμότητα, η πείρα ζωής, η αφηγηματική απλότητα, το χιούμορ, η συγκρατημένη συγκίνηση.

Θέμα/ Θεματικός πυρήνας πεζογραφήματος

Οι συχνές επισκέψεις μιας άγνωστης γυναίκας τουρκικής καταγωγής στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη.

Η αγάπη και η νοσταλγία της γυναίκας για το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Οι δεσμοί με τα λειτουργικά σημεία- σύμβολα του σπιτιού (τα μούρα, το νερό από το πηγάδι).

Η στάση του αφηγητή και της οικογένειάς του απέναντι στη γυναίκα

Στην αρχή, ευγενική… Προσπαθούν με διάφορες εικασίες να ερμηνεύσουν την παράξενη συμπεριφορά της, αλλά και τις σποραδικές εμφανίσεις της. Θεωρούν ότι είναι …

«… καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ' τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα».

Έπειτα, όταν αρνείται να πιει νερό από τη βρύση, την περιβάλλουν με καχυποψία και αγανάκτηση:

«Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ' αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι».

Ο πόνος του εκπατρισμού

Στη συνέχεια, τα συναισθήματα αλλάζουν, μετατρέπονται σε συμπόνια και κατανόηση για το κοινό βίωμα του εκπατρισμού, της προσφυγιάς και της νοσταλγίας:

«Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: «η τουρκάλα!" Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι - τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της».

Η αποκάλυψη της αλήθειας

Ο μπέης και η όμορφη κόρη

Η ανταλλαγή πληθυσμών και ο ξεριζωμός (Συνθήκη της Λοζάννης 1923).

Η καυστικότητα του αφηγητή

Καταφέρεται ενάντια στη «μοντέρνα» αισθητική, την επικράτηση του συμφέροντος, την αστικοποίηση, την κερδοσκοπία, την εξαπάτηση της Αρχαιολογικής υπηρεσίας.

Ιδιαίτερα, οργίζεται για το γκρέμισμα σπιτιών με μνήμες και ιστορία και την ύψωση στη θέση τους ακαλαίσθητων πολυκατοικιών (αντιπαροχή), αλλά και για το «μπάζωμα» των αρχαιολογικών ευρημάτων…

Η οργή και αγανάκτηση

Αποτυπώνεται φραστικά με τα επίθετα ή άλλες λέξεις με αρνητική σημασία: σιχαμένος σπιτονοικοκύρης, πονηρό μυαλό, συμμορίες εργολάβων, γελοίοι, δασκαλεμένοι εργάτες, νέο εξάμβλωμα.

Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα....

Αφηγηματικές τεχνικές

Ο χρόνος της αφήγησης: Με αφετηρία το «παρόν», η αφήγηση μετατοπίζεται ευθύγραμμα προς το παρελθόν (αναδρομική).

Χαρακτηριστικά είναι τα χρονολογικά άλματα από το παρόν (δεκαετία του '70) στο παρελθόν (Μικρασιατική καταστροφή, 1936-1944) και αντίστροφα, συνήθη στην πεζογραφία του Ιωάννου, ακόμα και στο μέλλον («θα παραφυλάγω...ίσως μπορέσω να εμποδίσω»).

Ο χώρος της αφήγησης: Η Θεσσαλονίκη – η πόλη με τον πρωταρχικό ρόλο στην πεζογραφία του Ιωάννου- και συγκεκριμένα η γειτονιά όπου βρισκόταν το σπίτι του Κεμάλ, μια μονοκατοικία με κήπο.

Το είδος της αφήγησης

Όπως στα περισσότερα πεζογραφήματα του Ιωάννου, η αφήγηση είναι κατά κύριο λόγο εσωτερική (μονοεστιακή/μονομερής), βιωματική, πρωτοπρόσωπη (εγώ, εμείς) από ομοδιηγητικό αφηγητή, που συμμετέχει στα δρώμενα ως παρατηρητής. Παρόλο που ο αφηγητής παραχωρεί τον λόγο και σε άλλα πρόσωπα του κειμένου, με παρεμβολή ευθέος λόγου (η ευχαρίστηση της Τουρκάλας, τα λόγια της γιαγιάς, του σπιτονοικοκύρη, της γριάς γειτόνισσας και εκείνου που αναφωνεί “η τουρκάλα”), πρόκειται μόνο για περιστασιακές αναφορές που επιδιώκουν τη ζωντάνια και την παραστατικότητα.

Οι εκφραστικοί τρόποι

Οι εικόνες: Της γυναίκας, του σπιτιού, της αυλής, της συκομουριάς, του ψηφιδωτού, του βομβαρδισμένου σπιτιού, των δύο πολυκατοικιών.

Οι αντιθέσεις: Ο παλιός και ο νέος κόσμος, η ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων και η επιφύλαξη, το καλαίσθητο και το ακαλαίσθητο.

Η γλώσσα και το ύφος

Γλώσσα: καθημερινή, απέριττη, απλή και ανεπιτήδευτη, με πεζολογικά στοιχεία.

Ύφος: απουσία μελοδραματισμού, ποιητική ελλειπτικότητα, ελεγχόμενη συναισθηματική φόρτιση.

Ειδικότερα: το ύφος του πεζογραφήματος κινείται σε δυο επίπεδα. Όταν αναφέρεται στην Τουρκάλα ο λόγος του αφηγητή είναι συγκινησιακός, χωρίς υπερβολές όμως και μελοδραματισμούς. Η ειρωνεία και η καυστικότητα, ωστόσο, είναι διάχυτες στην δεύτερη ενότητα όπου μιλά για τους εργολάβους που «κατέστρεψαν» την παραδοσιακή όψη της πόλης.

Το ιστορικό υλικό

Ο Κεμάλ Ατατούρκ

Η Μικρασιατική Καταστροφή

Η Συνθήκη της Λοζάννης κι η ανταλλαγή πληθυσμών

Ο πόλεμος του ‘40

Η αστικοποίηση και αντιπαροχή των δεκαετιών ’60-’70 (η ύδρευση των πόλεων και η εγκατάλειψη των πηγαδιών, η ανέγερση πολυκατοικιών, το γκρέμισμα των αρχοντόσπιτων κλπ).

Το βιωματικό στοιχείο

Το δράμα του βίαιου ξεριζωμού και της ανταλλαγής πληθυσμών, ο πόνος και τα βάσανα της προσφυγιάς, η λαχτάρα για τις χαμένες πατρίδες, ο νόστος παρουσιάζονται ως βιώματα και των δύο πλευρών, Ελλήνων και Τούρκων.

Το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη

9