ΑΠΕΡΓΙΑ ΕΠ’ ΑΟΡΙΣΤΟΝ

   la greve infinie

Το Κενό Δίκτυο [ http://voidnetwork.blogspot.com ] , και οι Εκδόσεις Κενότητα, σε συνεργασία με την κολεκτίβα “The Institute for Experimental Freedom” από τις Η.Π.Α. και τους Γάλλους συγγραφείς αυτής της μπροσούρας παρουσιάζουν την μετάφραση και την έκδοση στα Ελληνικά του κειμένου: “La Grève Infinie” (“Απεργία Επ'Αόριστον”).                                          

 Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις 27 Οκτωβρίου 2010 εν μέσω γεγονότων απεργιών και αποκλεισμών στην Γαλλία. Μοιράστηκε σε όλη την Γαλλία και είναι διαθέσιμο στα Γαλλικά : http://juralibertaire.over-blog.com/article-la-greve-infinie-59845046.html και στα Αγγλικά: http://www.politicsisnotabanana.com/2010/11/infinite-strike-la-greve-infinie.html

Αν και η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική από αυτήν στην Γαλλία, καθώς το κοινωνικό γίγνεσθαι αλλά και οι κοινωνικοί αγώνες είναι πάντοτε ιστορικά και πολιτισμικά τοποθετημένοι, υπάρχει σίγουρα μια συγκεκριμένη αντήχηση των αγώνων που απλώνεται μέσα από τα δίκτυα επικοινωνίας και τους διαύλους δόμησης της διεθνούς αλληλεγγύης, η οποία αρχίζει πλέον να δείχνει τα αποτελέσματά της. Εξεγερσιακές εικόνες, ιδέες, μεθοδολογίες και αναλύσεις διαχέονται στους δρόμους της Γης από την Αίγυπτο ως την Χιλή και από την Ελλάδα ως τον Καναδά ή την Αυστραλία. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε και να μοιραστούμε το συγκεκριμένο κείμενο όχι επειδή ταυτιζόμαστε απόλυτα με τις απόψεις που εκφράζονται εδώ αλλά επειδή στις θέσεις του εντοπίζουμε χρήσιμα εργαλεία που μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία διαλόγου ή να εμπλουτίσουν και να προκαλέσουν την σκέψη.                                                                                                                                                                                                Στις πρόσφατες απεργίες στην Γαλλία, με χαρά υποδεχθήκαμε της επιστροφή των “casseur”, των ‘βανδάλων’. Στα θραύσματα των πολυτελών καταστημάτων και τις στάχτες πυρπολημένων εταιριών και κρατικών κτηρίων, η απελπισία μας συναντιέται με το τέλος κάθε απελπισίας. Σαν ένας αντίλαλος λοιπόν αυτού του καλέσματος, το Κενό Δίκτυο μοιράζεται αυτό το κείμενο με αυτούς που είναι ‘παντού άστεγοι και παντού ξένοι’. Σε αυτό το κείμενο, που ακούστηκε αμυδρά μέσα στην θαυμάσια βοή της απεργίας, βλέπουμε μια ξεκάθαρη τοποθέτηση. Την βασική στρατηγική “να κλείσουμε τα πάντα”. Να εγκαταλείψουμε τους χώρους εργασίας, να μπλοκάρουμε τα διυλιστήρια πετρελαίου, να κάνουμε κοινωνικά αποδεκτές πράξεις την απαλλοτρίωση και την αυτομείωση, να αποκλείσουμε τις λεωφόρους, τα λιμάνια και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, να αχρηστεύσουμε την αστυνομία, να μετατρέψουμε την απεργία από μέθοδο πίεσης σε μέθοδο καταστροφής της κανονικότητας, ασφυξίας του συστήματος και επίθεσης ενάντια στο πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό καθεστώς. Οι μέρες της απεργίας είναι μετρημένες για αυτούς που έχουν κάπου να επιστρέψουν μετά το τέλος της. Για όλους εμάς που έχουμε μείνει χωρίς έναν κόσμο να κατοικήσουμε, οι μέρες της απεργίας γεννούν στους δρόμους της πόλης τους δικούς μας Κόσμους.

ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ [ Θεωρία, Ουτοπία, Συναίσθηση, Εφήμερες Τέχνες ]

ΑΠΕΡΓΙΑ ΕΠ’ΑΟΡΙΣΤΟΝ

ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΡΥΦΑΚΟΥΣΤΗΚΑΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ 2010. ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΩΝΥΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ, ΣΩΜΑΤΩΝ, ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΩΝ. ΈΝΑ ΑΣΤΕΙΟ ΕΙΠΩΜΕΝΟ ΣΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ, ΈΝΑΣ ΧΟΡΟΣ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΣΤΗΚΑΜΕ ΣΤΗΝ ΟΡΟΦΗ ΕΝΟΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΟΥ, ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΜΕ ΠΕΤΡΕΣ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝ(ΕΝ)ΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΑΓΩΝΑ.

 

Είναι ξεκάθαρο... Το «Κόμμα της Τάξεως» έχει βαλθεί, με όλες τις δυνάμεις που έχει ακόμα στην διάθεσή του, να μας κάνει να γυρίσουμε σπίτια μας. Συνδικάτα και κυβέρνηση κατέληξαν σε συμφωνία πάνω σε αυτό, τουλάχιστον! Χωρίς αμφιβολία στηρίζονται στην σκοτεινή έλξη που θα είχε πάνω μας αυτό το ύπουλο συναίσθημα του κενού μέσα στο οποίο έχουμε τόσο ολοκληρωτικά ξεχάσει πώς να ζούμε και πως να αγωνιζόμαστε. Σ’ αυτό, κάνουν λάθος. Δε θα πάμε σπίτι μας, εμείς, που δεν αισθανόμαστε πουθενά σπίτι μας. Αν υπάρχει έστω και ένας χώρος που εκλαμβάνουμε ως κατοικήσιμο, είναι μέσα σε αυτό το ίδιο το γεγονός χάριν του οποίου ζούμε. Μέσα στις εντάσεις που παίρνουν σχήμα εκεί. Ανάλογα, πάνω απ’ όλα, με τα μέσα που είμαστε σε θέση να διαθέσουμε εμείς οι ίδιοι στους εαυτούς μας.

Είναι ξεκάθαρο... Μία εξεγερσιακή διαδικασία ενδυναμώνεται όταν τα προφανή στοιχεία που συνθέτουν στα μάτια της την πραγματικότητά της, ανεπαίσθητα γίνονται στα μάτια όλων εξόφθαλμες αλήθειες. Ο καπιταλισμός όντας ένα παγκόσμιο ψέμα, εν αντιθέσει, θα έχει ως μορφή άρνησής του μία πολλαπλότητα κόσμων οι οποίοι αλληλέγγυα εμπλέκονται με τις αλήθειες που τους συνδέουν.

Οι λέξεις μέσα από τις οποίες μία κατάσταση γίνεται αναγνώσιμη καθ’ εαυτή, καθορίζουν απευθείας τις μορφές και το πνεύμα της. Οι καταναγκαστικές αντικειμενικοποιήσεις θα μπορούσαν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να χαράξουν μόνο το ασαφές της περίγραμμα. Η ποικιλομορφία των αναλύσεων, είτε προέρχεται από την κοινωνιολογική ορολογία, είτε από το στρατευμένο ριζοσπαστισμό, εξαπλώνει σε συμφωνία μεταξύ τους την ίδια σύγχυση: αυτήν, μιας υπερβολικής απολογίας ή ενός πεσιμισμού με ιδιοτελείς σκοπούς. Σε όλες αυτές τις αναλύσεις, λείπει μία ελάχιστη αίσθηση τακτικής δια μέσου της οποίας ένας λόγος γίνεται πραγματικά κατανοητός, κάτι αληθινά “Κοινό”, το μόνο που θα μπορούσε να απελευθερώσει τις δυνατότητες που διανοίγονται από αυτή την κατάσταση. Και να βοηθήσει έτσι στο να ξεφορτωθούμε την προδιαγεγραμμένη απελπισία, σαν να ήταν ένα κακό πνεύμα. Η διεισδυτικότητα αυτής της φωνής βρίσκεται τόσο στην επιλογή των λέξεων, όσο και στη θετικότητα του προσανατολισμού τους. Για να εντείνουμε την στρατηγική κατανόηση των γεγονότων που βρίσκονται σε εξέλιξη μια πρώτη κίνηση είναι απαραίτητη: Μια κίνηση τοποθέτησης και προσανατολισμού. Για να μιλήσουμε από κάπου, όχι απλά από την πλευρά της μιας ή της άλλης άποψης, αλλά από τη μεριά μιας ομάδας.

       

1.

Αυτό το κίνημα, για να μιλήσουμε για μία μόνο από τις αξίες του, έχει από την πρώτη στιγμή, προσεγγίσει ριζικά τα ζητήματα. Γενικευμένοι οικονομικοί αποκλεισμοί, σκόπιμη διοργάνωση ολικής παράλυσης, άρνηση συμβιβασμών και διαπραγματεύσεων. Άμεση, ωμή γλώσσα. Έτσι, μπόρεσε απλά να δώσει αποτελεσματική διάσταση σε συνθήματα συνήθως καταδικασμένα να εξανεμιστούν σε προσδοκίες ή αναπαραστάσεις. Η απεργία έχει υλοποιηθεί σε τόσα πολλά σώματα, μέσα σε τόσες πολλές αποφασιστικότητες. Και αυτός είναι ο λόγος που εμφανίζεται ως κάτι πραγματικά απειλητικό. Κι  έτσι είναι, από την άποψη των πρακτικών που έχουν εφαρμοστεί. Το ίδιο το κίνημα τοποθετείται πέρα από ένα απλό κοινωνικό κίνημα. Συμμετέχει ήδη σε μια εξεγερσιακή διαδικασία. Αυτή είναι η αφετηρία μας.

2.

Ας κάνουμε αυτή την διαπίστωση : δεν υπάρχει πλέον, στον παρόντα χρόνο, τίποτα από το παλιό επαναστατικό κίνημα. Και καθώς η συνέχισή του φαίνεται να βυθίζεται όλο και περισσότερο στους μαιάνδρους της ιδιότητας ενός ικανοποιημένου πολίτη, μπορούμε να αισθανθούμε, από καιρό σε καιρό, την αίσθηση ενός κενού. Είναι ακριβώς αυτό το κενό που θα χρειαστεί να κατοικήσουμε, για να το μετατρέψουμε σε ευκαιρία.

3.

Στη Γαλλία, μια ιδιαίτερη δεισιδαιμονία πλήττει τη μεγάλη πλειονότητα των φορέων που σε άλλες περιπτώσεις υπερηφανεύονται ότι είναι τόσο αυστηρά κοσμικοί: η άκαμπτη και φαινομενικά ακλόνητη πίστη στην πραγματικότητα του «κοινωνικού κινήματος». Το ατυχές αυτής της αποδοχής έγκειται στο εξής: πρόκειται για μια πεποίθηση στην οποία πλέον κανείς δεν πιστεύει. Το μόνο πράγμα που κάνει, είναι να φθείρεται από «νίκες» σε «ήττες», από μια σποραδική ανάκαμψη σε μία τελική πτώση, μέχρι να φτάσει εν τέλει, το μαχαίρι στο κόκκαλο. Το αντικείμενο αυτής της πεποίθησης είναι το ίδιο ο κληρονόμος ενός ναυαγίου, εκείνου του κλασσικού εργατικού κινήματος. Αυτό το κίνημα, όπως το υπογράμμιζε ο Mario Tronti, δεν ηττήθηκε από το Κεφάλαιο αλλά από τη Δημοκρατία.  Όχι από τη μορφή ενός εξωτερικού επικίνδυνου αντικειμένου, αλλά δημιουργώντας του (η Δημοκρατία) ένα μέτωπο αντιπαράθεσης εσωτερικά. Αυτό το πακέτο από αυταπάτες επιβαρύνει το κίνημα με ένα μεγάλο φορτίο, ακόμα πιο βαρύ μάλιστα, τη στιγμή που δεν αναγνωρίζεται καν από εμάς που αγωνιζόμαστε.

4.

Ένα κίνημα προσδιορίζεται αρνητικά σύμφωνα με τα όρια του. Το πεδίο δράσης του προκαθορίζεται εξίσου από εκείνα τα σημεία πέρα από τα οποία δεν θέλει να επιχειρήσει. H προκαθορισμένη κατάληξή του το καταδικάζει (και το περιορίζει συγχρόνως) στον υστερικό εξορκισμό ενός αναμενόμενου τέλους. Η ίδια του η ζωή κατευθύνεται από τη μοναδική ιδέα μιας φυγής προς τα εμπρός, όλο και πιο ανεξέλεγκτης, ώστε να καθυστερήσει τη κατάληξη που ήταν ταυτόχρονα και κινητήρια δύναμη του. Το τέλος του είναι τρομακτικό με την έννοια ότι δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από το θάνατό του. Μια χρονική στιγμή διαχωρισμένη από τη ροή της Ιστορίας, η οποία επίσης δεν είναι καθορισμένη για να διαρκέσει. Αυτή η προσωρινότητα πρέπει πάντα να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, με κόπο, από την αρχή, από το ίδιο τίποτα. Με αυτό το σκεπτικό πάντα θα αρχίζουμε και πάλι από την αρχή, χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ τίποτα, εφόσον δεν απομένει τίποτα για να μάθουμε, επ' άπειρον. Κλείσιμο της παρένθεσης.

5. 

Αλλά οι ορίζοντες της πραγματικής ιστορικής δράσης δεν κρέμονται επάνω σε αυτόν τον θλιβερό καμβά, δεν υπάρχει καμία «επιστροφή στην κανονικότητα». Αυτό που υπάρχει, από την άλλη πλευρά, είναι η επιμονή σε ένα επαναστατικό εγχείρημα, με τις υπόγειες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις του. Στα μάτια ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν υπάρχει παρά μονάχα μία χρονική στιγμή. Μέσα σε αυτήν, τίποτα δεν λησμονιέται, από όλα αυτά που δεν πραγματοποιήθηκαν. Αυτό επίσης το οποίο υπάρχει, εξίσου, είναι δύο στρατόπεδα: από τη μία πλευρά, υπάρχουν εκείνοι που προσπαθούν να προβούν σε μία ολική απεργία, έναν αμετάκλητο αποκλεισμό της κυκλοφορίας των ροών, και από την άλλη πλευρά, οι απεργοσπάστες και οι μπάτσοι. Το σύνολο του κοινωνικού τοπίου υποβάλλεται σε αυτόν τον ανελέητο διαχωρισμό.

6.

Στο βαθμό που μια απεργία αναγνωρίζει ότι συμμετέχει σε μια τέτοια διαδικασία παραμένει ένας από τους σπάνιους τόπους όπου η μετάδοση εμπειριών εξακολουθεί να υφίσταται. Η απεργία δεν έχει ως στόχο να τιμήσει τους αγώνες του παρελθόντος, αλλά να τους υπενθυμίσει: δηλαδή να τους αποκαταστήσει στην μνήμη. Και αυτό γίνεται όχι μόνο για χάρη της απεργίας αλλά και για την προστασία των αγώνων από την απερισκεψία ενός κόσμου που καταπιάνεται με τη μεθόδευση της λήθης τους.

7.

Πρέπει πάντα κάποιος να φροντίζει έτσι ώστε το πεδίο που αρθρώνεται μια κατάσταση να μην είναι ένα πεδίο γεμάτο νάρκες. Τέτοια είναι η δική μας περίπτωση. Πρώτη κίνηση: να εγκαταλείψουμε το πεδίο σημασιοδότησης σύμφωνα με το οποίο ένα πράγμα, ένα γεγονός, γίνεται αντιληπτό, αποκλειστικά και μόνο με την μορφή ενός πράγματος. Ένα πράγμα δεν υπάρχει ποτέ από μόνο του, καθώς τίποτα δεν υπάρχει έξω από τη νοημοσύνη που το παρατηρεί.                                                            Είναι πιθανό με την συχνότητα της χρήσης της, η ίδια η διατύπωση "κοινωνικό κίνημα" να μην αναζητά παρά να ορίσει στον εαυτό της μια αδυναμία: Την σημασιολογική λειτουργία μιας συγκεκριμένης κοινωνιολογίας, η οποία, από την στιγμή που βρίσκει αποδοχή, παραλύει κάθε ανάπτυξη στρατηγικής και οποιαδήποτε μορφή συλλογικής ευφυΐας.  Αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι η κοινωνιολογία έχει πλήρως κοινωνικοποιηθεί. Επιδρά σε κάθε διάλογο με την ίδια εμμονή για στατιστικούς υπολογισμούς επιτρέποντας μόνο μια επίπονη αντικειμενικοποίηση της πραγματικότητας μέσω ενός συνόλου καταθλιπτικών κατηγοριών. Αλλά αυτό που διαμορφώνει και δίνει μορφή στους κόσμους μας παραμένει σταθερά πέρα από την κατανόησή της. Για την κοινωνιολογία, οι φιλίες μας δεν αντιπροσωπεύουν παρά μόνο παρεκκλίνουσες αξίες. Ο ανεπιβεβαίωτος άγνωστος στις εξισώσεις τους. Το άπειρο μιας απεργίας.

8.

Saint-Nazaire. Διαδηλώσεις συνδικάτων που καταλήγουν συστηματικά σε συγκρούσεις οι οποίες διαρκούν πολλές ώρες. Ηρωικές σκηνές πετροπόλεμου και οδοφράγματα που στήνονται βιαστικά. «Σαρκοζί, γαμιέσαι», τραγουδιόταν από χιλιάδες φωνές. Ένα δικαστήριο από κοινού λιθοβολήθηκε από ομάδες εξεγερμένων. Ένας φίλος έλεγε τότε, "πόσο όμορφο είναι να βλέπεις μία πόλη να ξεσηκώνεται εναντίον της αστυνομίας της".

           

9.

Ο αληθινός προσανατολισμός του αγώνα δεν μπορεί να βρεθεί μεταξύ αντιτιθέμενων τάξεων, του Κεφαλαίου εναντίον της Εργασίας, αλλά μάλλον ανάμεσα σε εκείνους που παθολογικά λατρεύουν την εργασία και εκείνους στους οποίους προκαλεί απλά αηδία. Από εδώ και στο εξής υπάρχουν εκείνοι που  θέλουν να εργαστούν και αυτοί που δεν το θέλουν πλέον.

10.

Μια ανησυχητική omerta (συμφωνία διατήρησης σιωπής) βασιλεύει στο εσωτερικό του κινήματος. Συνίσταται στην άρνηση αυτού που τα ίδια τα γεγονότα υποδεικνύουν ακατάπαυστα, δηλαδή την επίπονη διαδικασία απόρριψης της ίδιας της Εργασίας. Αυτό που θα λέγαμε ότι διακυβεύεται, καταλαβαίνουμε, πως δεν είναι μόνο μία τοπική διαμαρτυρία ενάντια στην επέκταση του ωραρίου εργασίας, αλλά μία ολοκληρωτική απόρριψη του τρόπου με τον οποίο βιώνεται η εργασία παντού: Σαν μια συμφορά!... Αυτό, προσάγει στην εργασία μία αδιαμφισβήτητη αναξιοπιστία. Η Εργασία είναι η σκιά του θανάτου που βλέπουμε να παίρνει μορφή μπροστά μας. Είναι η «κλοπή της ανθρώπινης ενέργειας», που γοητεύει τα ίδια τα θύματά της. Γινόμαστε μάρτυρες της επιθανάτιας αγωνίας του κλασσικού κόσμου της Εργασίας, η οποία παρασύρει μαζί της τη συνακόλουθη με αυτήν φιγούρα, αυτή του Εργαζομένου. Συντρίβεται έτσι η βολική εξοικείωση την οποία επιτύγχανε με τους κόπους του ο Εργαζόμενος. Ενώ η εργασία δεν βιωνόταν ποτέ παρά σαν ένα παρατεταμένο μαρτύριο, οι σπεσιαλίστες του παρασκηνίου κάνουν τώρα την απόπειρα να καθορίσουν  το συγκεκριμένο όριο πέραν του οποίου η εργασία θα γινόταν πλέον ανυπόφορη.

         

11.

H παραδοσιακή πολιτική έχει χτιστεί πάνω σε πολλά αξιώματα, τα οποία η ίδια τα παρουσιάζει ως ανυπέρβλητα. Ένα από αυτά είναι η αρχή της «νοοτροπίας διακυβέρνησης» δηλαδή της οργάνωσης μιας κοινωνικής ανάγκης για χάρη της οποίας «τα πράγματα θα πρέπει να κυβερνώνται», αλλιώς θα χάνονταν αδιαμφισβήτητα μέσα στο χάος. Ένα άλλο είναι το αξίωμα της  «Εργασίας» το οποίο σαν εκβιασμός, δεν υποστηρίζει τίποτε άλλο πέραν του «πρέπει να περνάμε καλά» και αυτό υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιονδήποτε τρόπο. Έτσι μια στενή αλληλεγγύη ενώνει τη φαινομενική ποικιλία πολιτικών απόψεων και τις συνακόλουθες νευρώσεις που συνδέονται με αυτές. Και οι οποίες προέρχονται σε τελική ανάλυση από την ίδια αναιμική ανθρωπολογία και μόνον. Από τη μία πλευρά, εκπορεύεται μέσα από τη θεώρηση της κυβερνητικής ένα σχέδιο γενικευμένης διακυβέρνησης, από την άλλη, το αναρχικό ιδεώδες μιας παραδεισένιας αυτοκυβέρνησης. Ο μύθος της πλήρους απασχόλησης προς όφελος μιας αειφόρου ανάπτυξης και το αυτο-διαχειριζόμενο παραμύθι της απελευθερωμένης εργασίας, ισότιμα διαμοιρασμένης. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια κλίση προς μία διοικητική διαχείριση που εφαρμόζεται στη ζωή και στον τρόπο ζωής, η ίδια επιμονή να κατασταλούν τα ωραιότερα ένστικτά μας.  Ο ίδιος απεγνωσμένος στόχος δημιουργίας κανόνων. Η Ολική Κινητοποίηση και Επίταξη, ορίζουν ταυτόχρονα το ηθικό και πρακτικό ιδεώδες της αγωνιστικής διαμαρτυρίας και της εξουσίας την οποία προσποιείται ότι πολεμάει.

12.

Επιστροφή του παράδοξου: η αμφισβήτηση της μεταρρύθμισης παραμένει        προνόμιο των πιο προχωρημένων μεταρρυθμιστών. Να κινείσαι υπολογίζοντας                   ένα μέλλον, σε σημείο, να χάσεις κάθε παρόν και κάθε παρουσία. Η σχιζοφρένεια, για παράδειγμα, του αναρχο-συνδικαλιστή ο οποίος κωδικοποιεί, ήδη  από τώρα, τη συνέχεια της επανάστασης νομοθετώντας το «μετά». Μα, το να νομοθετείς το “μετά” σημαίνει να ξεχνάς το τώρα. Να αφήνεις να χαθεί η ακατανίκητη ανάγκη ενός παρόντος που μας διαφεύγει και για το οποίο είμαστε σε απεργία. Η πυκνότητα ενός χρόνου που δεν θα μπορούσε να μειωθεί στην κοινοτοπία ενός χρονοδιαγράμματος. Η προβλεψιμότητα ενός μέλλοντος θα είναι πάντοτε σε πόλεμο με τον αόρατο προορισμό ενός παρόντος. Ο προγραμματισμός ενός μέλλοντος δεν θα εναρμονιστεί ποτέ με το “εδώ” και το “τώρα”. Η απελευθέρωση του «ελεύθερου χρόνου» προς το συμφέρον της καλύτερης διαχείρισης του χρόνου εργασίας, ιδού πώς μας φέρνει πάλι πίσω στις πιο ύποπτες ουτοπίες. Το να αντιπαραθέτεις μία ποσότητα νεκρής εργασίας, σε μια άλλη ποιοτικά βελτιωμένη και ζωντανή, δεν προσάγει παρά ακόμα μεγαλύτερη αναξιοπιστία σε όσους κατέχουν αυτήν την αισιοδοξία.  Δεν μπορεί κανείς να βελτιώσει την ποιότητα της εργασίας με την ποσοτική μείωση της διάρκειάς της. Δεν υπάρχει “διάρκεια εργασίας”, καθώς η εργασία είναι η διάρκεια. Η διάρκεια του χρόνου που υπομένεις.

13.

Η τρέχουσα συζήτηση στα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζει το κλίμα της απεργίας σαν να επρόκειτο για κάποια πρόσφατη ανακάλυψη ενός ολοκαίνουριου τομέα στην επιστήμη της μετεωρολογίας. Ανησυχούν για την έλλειψη πρώτων υλών  εξίσου όπως και για έναν επικείμενο καύσωνα. Αναφέρονται στις μαθητικές διαδηλώσεις σαν να επρόκειτο για μια απροσδόκητη χιονόπτωση. Και κάποιοι  φλυαρούν για την απεργία ακριβώς όπως θα το έκαναν για ένα άστατο μέτωπο καταιγίδας. Έτσι λοιπόν, ο καθένας τα βάζει με τη βροχή και ωρύεται με τις προβλέψεις: "Ας χτυπηθούν από την οργή του λαού αυτοί που μπλοκάρουν τα πάντα!". Αλλά βέβαια δεν πιάνει αυτό. Το να παρεμβάλλουν κάθε βράδυ μέσα στη ροή των ακούραστων ενημερωτικών δελτίων ειδήσεων όλους τους «δυσαρεστημένους», τους «όμηρους», τους «απογοητευμένους στις ουρές των βενζινάδικων», σαν να ήταν τουρίστες που χτυπήθηκαν από πλημμύρα στην Ινδία ή ανθρακωρύχοι από τη Χιλή παγιδευμένοι στο βάθος ενός ορυχείου, φαίνεται από μόνο του πως είναι μια αναμφισβήτητα επισφαλής στρατηγική εκ μέρους αυτών που βρίσκονται στην εξουσία.

14.

Σε έναν κόσμο όπου η κυκλοφορία των ροών εκτείνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, η πλευρά του αποκλεισμού / του μπλοκαρίσματος, που είναι ταυτόχρονα και η πλευρά της εξέγερσης, δεν μπορεί λογικά να ελπίζει οτι θα νικήσει, χωρίς να υφάνει, σε παγκόσμιο επίπεδο με τη σειρά της, τις σχέσεις αλληλεγγύης που είναι απαραίτητες για τη μόνιμη διάρκειά της. Το πεδίο δράσης της δε γνωρίζει όρια. Κατά τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο, η κλίμακα και το εύρος των αιτημάτων της δε γνωρίζουν κανένα όριο.

         

15.

Βαρκελώνη, 29 Σεπτεμβρίου 2010. Μια μέρα γενικής απεργίας. Μια μέρα εναντίον δέκα ετών σιωπηλού θροΐσματος. Αυτό που     έμοιαζε τόσο καλά ασφαλισμένο στο γκέτο του «αντι-συστήματος», στα παρατηρήσιμα όρια μιας περιφέρειας υπό έλεγχο, ξυπνά, παίρνοντας φωτιά εκ νέου και παίρνοντας φωτιά τελικά. Δέκα χρόνια σοσιαλιστικής δημοκρατίας δεν έχουν εξισωθεί τελικά με σαράντα χρόνια φασισμού. Η τάξη που διασαλεύθηκε εκείνη την ημέρα έμοιαζε σε όλα με ένα τρομαγμένο Φαλαγγίτη. Ο καθένας στο δρόμο έβρισκε ξανά τον εαυτό του, ανάμεσα σε πέτρες που ρίχνονταν και σε σπασμένες βιτρίνες. Και τα γέλια επίσης και τα χειροκροτήματα όταν έπρεπε να οπισθοχωρήσει η αστυνομία, σχεδόν καταδιωγμένη με τη σειρά της.

16.

Για ακόμα μια φορά, η εμφάνιση των "βανδάλων". Κανείς παρ 'όλα αυτά, δεν θα μπορούσε να εξαπατηθεί από αυτό το σχήμα λόγου. Όλα αυτά τα υπερβολικά εφέ, δεν συγκινούν πλέον πολύ κόσμο. Ίσως μόνο η “Εθνική Φοιτητική Ένωση” και η “Γαλλική Ένωση Παλιών Αγωνιστών” θα έδειχναν κάποια ευαισθησία. Αλλά τι συμβαίνει σήμερα; Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για κάποια επιστροφή, τη δική μας επιστροφή: την επιστροφή της εργατικής βίας, την επιστροφή στη βία των παιδιών στους δρόμους, την επιστροφή στη βία των «παλαιών» που βγάζουν από τις τσέπες τους τις πέτρες για να τις προσφέρουν στους "νέους" προς τιμήν όσων πραγμάτων δεν έπαψαν ποτέ να θέλουν. Τα λόγια ενός γέροντα στη Λυών με κάποιους νεαρούς ταραξίες που ήταν συγκεντρωμένοι: "Σας δίνουμε τις πέτρες τις οποίες και δεν μπορούμε πια εμείς να ρίξουμε". Ό,τι τόσο τέλεια είχαμε ξεμάθει και ξεχάσει επανεμφανίζεται σήμερα μέσα από τη βία του καταπιεσμένου. Η μαγεία που συνδέεται με τη φιγούρα του "βανδάλου" δεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς, τόσο το παιδί των προαστίων, όσο και ο ξένος, ο αναρχικός, ή συνοπτικά μιλώντας ο αουτσάιντερ (ο “εκτός” ή ο ‘’περιθωριακός’’) δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να διαχωριστεί τίποτα πια. Διότι για ποια «εξωτερικότητα», για ποια περιθωριοποίηση, θα μπορούσαμε σοβαρά να μιλάμε, σε έναν κόσμο στερημένο από κάθε τι εξωτερικό; Το θέμα της βίας δεν τίθεται πια, αλλά επιβάλλεται σε όλους.

17.

Με την ίδια λογική, οι εξεγερσιακές πρακτικές που συνεχίζουν να διασπούν το κίνημα θα άξιζαν να αναγνωρίζονται σαν μια άλλη πιο συγκεκριμένη και πιο εντυπωσιακή μορφή οικονομικού αποκλεισμού με περισσότερες εκπλήξεις. Μία ολική παράλυση του κέντρου των πόλεων από μια συνεχή και επαναλαμβανόμενη, για πολλές μέρες και χωρίς έλεγχο, αντιπαράθεση και λεηλασία. Η GIPN (εσωτερική γαλλική μονάδα καταπολέμησης της τρομοκρατίας) πάνοπλη, κατά πρόσωπο στραμμένη προς το άοπλο πλήθος. Ένα μάθημα που πρέπει να αντληθεί: η στρατηγική του οικονομικού αποκλεισμού δεν μπορεί να διαχωριστεί, σε καμιά περίπτωση, από την αγέρωχη αναγκαιότητα της εκτροπής ή / και εκμηδένισης του συνόλου των αστυνομικών δυνάμεων.

18.

Δεν τοποθετούμαστε ποτέ μονάχα στο εσωτερικό ενός κινήματος, αλλά σε σχέση με αυτό, απέναντι σε αυτό, ή ίσως ακόμα και ενάντια σε αυτό. Ενάντια σε οποιαδήποτε ασυνέπεια αυτό ενέχει. H παλινδρόμηση του κενού και της απελπισίας του. Πρόκειται για μια επίθεση κατά των υλικών και συναισθηματικών συνθηκών που μας συνδέουν με αυτόν τον κόσμο.  Να κάνουμε την επιστροφή στην κανονικότητα όχι μόνο αδύνατη, αλλά και μη επιθυμητή. Προκειμένου να γίνει αυτό, πρέπει να δημιουργήσουμε μια χαρτογράφηση όλων αυτών που μας κρατούν: ροές, εξουσίες, επιρροές, logistics και προμήθειες. Να αποκτήσουμε υφαίνοντας συνωμοτικές σχέσεις φιλίας, τις εξεγερσιακές γνώσεις μέσα από τις οποίες θα εκτρέπουμε αυτόν τον κόσμο. Έχουμε μάθει όλα τα πρώτα γράμματα της αλφαβήτου της ανταρσίας. Δηλαδή: παράλυση των διυλιστηρίων, των δεξαμενών πετρελαίου, των αυτοκινητόδρομων, των λιμανιών. Να αφήνουμε στους δρόμους να συσσωρευτούν σκουπίδια για να τα μετατρέπουμε σε οδοφράγματα. Να θρυμματίζουμε τις βιτρίνες που αντανακλούν την απουσία μας. Τα ερωτήματα που τίθενται σε εμάς θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι: πώς να κλείσουμε, οριστικά, τους πυρηνικούς αντιδραστήρες; Πώς να μετατρέψουμε την απεργία σε λιποταξία; Πώς να τρεφόμαστε, να φροντίζουμε τους εαυτούς μας και να αγαπάμε, χωρίς να αφήνουμε αυτόν τον κόσμο σε ησυχία;

«Η μόνη σωτηρία των ηττημένων

είναι να μην περιμένουν καμιά σωτηρία ».