ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τι με παρακίνησε να γράψω αυτό το βιβλίο

Ο Τσιπριάνι (Κυπριανός) κάτοικος ενός μικρού χωριού πλησίον της Κατάνης στην Σικελία, κοντά στους πρόποδες της Αίτνας, του μυθικού Ηφαιστείου το οποίο δημιούργησε η θεά Αθηνά σκεπάζοντας τον Εγκέλαδο, που βρίσκεται στα έγκατά του κι αναδεύεται προκαλώντας τις εκρήξεις, εργάζονταν ως μετανάστης στην Γερμανία. Έλληνες είδε για πρώτη φορά στη ζωή του εκεί .

Αφού ο Τσιπριάνι έφαγε τα νιάτα του στην φάμπρικα της Στουτγάρδης, αποφάσισε να κτίσει ένα σπίτι στο χωριό που κατάγονταν. Κι ́ ενώ έσκαβε τα θεμέλια, βρήκε ένα μικρό «θησαυρό» από χάλκινα νομίσματα. Έτρεξε γεμάτος λαχτάρα και χαρά αμέσως στους ειδικούς να μάθει τι ήταν. Και τότε έμαθε, για πρώτη φορά επίσης, για την παρουσία των Ελλήνων στην Αγία γη της Σικελίας. Χωρίς να σκεφτεί τις επιπτώσεις και την ποινή πού θα τιμωρούνταν αν τον έπιαναν να εξαγάγει αρχαία νομίσματα, μετέφερε μερικά από αυτά στην Γερμανία και τα έδωσε στον φίλο του Αναστάσιο Μπουλγούρη, διδάκτορα ιστορίας του παν/μίου Αθηνών, με την παράκληση αυτός να τα μεταφέρει στην Αθήνα και να τα δωρίσει στο νομισματικό μουσείο με την αφιέρωση. «Από τον Σικελό Τσιπριάνι στην πατρίδα των προγόνων του!»

Ο Α. Μ. μετέφερε τα νομίσματα στο νομισματικό μουσείο και αφού ταλαιπωρήθηκε από ανακρίσεις για πιθανή συμμετοχή του σε αρχαιοκαπηλία, εκτέλεσε την αποστολή του. Το αν τα νομίσματα κρίθηκαν αξιόλογα και σπάνια για να εκτεθούν δημόσια, αυτό δεν το μάθαμε μέχρι σήμερα. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα που μας ενδιαφέρει.

Ο αγράμματος Τσιπριάνι, αφού εξασφάλισε το ψωμί του, άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ιστορική καταγωγή του. Και μαζί με αυτόν πολλοί Τσιπριάνηδες από την Σικελία την Καλαβρία, την Απουλία, τα


Βασιλικάτα κ.λ.π. Και μαζί με το ξύπνημα του Τσιπριάνι ξύπνησε και η αντίδραση του κατεστημένου και των αντίθετων συμφερόντων.

«Επιτέλους, η Σικελία δεν είναι μόνο τα ελληνικά ερείπια», δήλωνε σε μάλλον έντονο ύφος, ο πρόεδρος του τουριστικού επιμελητηρίου της Σικελίας το 1992, στο περιοδικό «National Geographic», προτείνοντας στους ξένους να ανακαλύψουν και τον γνήσιο, γηγενή (;) σικελικό πολιτισμό.

Διαβάζουμε επίσης σε όλα τα βιβλία ιστορίας, στους χάρτες και στα τουριστικά φυλλάδια ανιστόρητες απόψεις που αναφέρουν επι λέξει ότι: «η Σικελία είναι η χώρα απ’ όπου πέρασαν δεκάδες κατακτητές και άφησαν τα σημάδια τους. Όπως οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Άραβες, οι Βυζαντινοί, οι Νορμανδοί, οι Γερμανοί, οι Ισπανοί κ.λ.π.» και ότι «...οι Σικελοί απέκτησαν την ανεξαρτησία τους και ενώθηκαν με την Ιταλία το 1861 ...»

Ποια όμως είναι η καταγωγή των Σικελών αν όχι ελληνική;

Ήταν οι Έλληνες απλά περαστικοί από την Σικελία;

Ήταν κατακτητές, ή μήπως ήταν αυτοί ήταν οι γηγενείς, που κατακτήθηκαν από όλους τους άλλους που ακολουθούν στην κατάσταση.

Τι ήταν τελικά οι Σικελοί, οι Καλαβροί οι Απούλιοι οι Ετρούσκοι ή Τυρρηνοί και κάποιοι άλλοι που θα αναφερθούν παρακάτω;

Και τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι; Πήγαν εκεί 1.500 χρόνια πρίν τον Χριστό, έμειναν 3.000 έως 3.500 χρόνια και ξαφνικά έφυγαν για κάπου, άγνωστο πού, αφού ως «κατακτητές», έπρεπε να φύγουν για να αποκτήσουν και οι λεγόμενοι Σικελοί την ελευθερία τους ;!

Η απάντηση είναι απλή: Σικελοί είναι οι Ελληνες!

Όλα αυτά όμως θα τα εξετάσουμε στις παρακάτω σελίδες, ελπίζοντας ότι θα συνεισφέρουμε έστω ένα μικρό πετραδάκι στην γνώση γύρω από τον μόνο Ελληνισμό που βρίσκεται σήμερα ζωντανός εκτός Ελλάδος (ο Φρίντριχ Νίτσε αναφέρει και την Μικρά Ασία, αλλά στην Μικρά Ασία οι Έλληνες σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους, στην μεγαλύτερη γενοκτονία που έγινε στην ευρωπαϊκή ιστορία, με 1,5 εκ. Έλληνες σφαγμένους, 1,5 εκ. διωγμένους και 1,5 αγνοούμενους, καθώς και άλλους τόσους Αρμενίους και 800.000 Ασυρίους).


Οι ελληνικές πόλεις της Σικελίας από αρχαιοτάτων χρόνων π.χ. ως τον 2ο μ.χ. Ως πόλη θεωρούνταν το άστυ που είχε πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων. Ο αριθμός των Ελλήνων στο νησί έφτασε τα 4.000.000 άτομα. (Για την συμπλήρωση των χαρτών χρησιμοποιήθηκαν οι χάρτες του μεγαλύτερου επιστήμονα γεωγράφου (μαθηματικού και αστρονόμου) Κλαυδίου Πτολεμαίου, Β’ αιών μ.χ., οι πληροφορίες άλλων αρχαίων συγγραφέων, και άλλοι πανεπιστημιακοί άτλαντες, Time Life, Mc Gill, Mc Nally, Καρολίδου Δημητράκου).


Ελληνικές πόλεις στην ιταλική χερσόνησο και στην Σαρδηνία, από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τον 3-4ο αιώνα μετά Χριστόν. (Τοποθετήθηκαν στον παρόντα χάρτη μόνο οι μεγαλύτερες, γιατί δεν χωρούσαν όλες) Στην μετέπειτα βυζαντινή εποχή άνθισαν και άλλες πόλεις (300 το σύνολο σε Σικελία και Ν. Ιταλία), που υπάρχουν ως σήμερα με λατινική ή ελληνική ονομασία, π.χ. Σαλέρνο, Σορέντο, Φιλαδέλφεια, Γεράκι, Σεμινάρα, Πάλμι, Νίκαστρο, Πολύχωρο, Πολύκαστρο, Λεύκα, Νικοτέρα, Νικοσία, Νότος, Τρόινα κ.λ.π., ελληνόφωνες και ορθόδοξες σταδιακά μέχρι τον 15ο αιώνα). Υπάρχουν επίσης πολλές εκατοντάδες χωριά στην αρχαία και στην βυζαντινή εποχή.


1. Ο ΙΤΑΛΟΣ ,Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ-

1.1 Η ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ

Η Σικελία πρωτοκατοικείται από τον Θεό Κρόνο, πατέρα του Δία. Στο νησί μάλιστα, στο όρος Κρόνιον, βρίσκεται ο τάφος του, μετά την φοβερή Τιτανομαχία, που έφερε την πρώση του και τον Δία στον θρόνο των Θεών. (Κλήμ. Αλεξανδρέως , προτρεπτ. προς Έλληνας, β-30).

Ως πρώτοι κάτοικοι της Σικελίας και της Ν. Ιταλίας αναφέρονται από όλους τους αρχαίους συγγραφείς, Έλληνες και Ρωμαίους, οι Έλληνες.

Ξεκινώντας από την προϊστορία, πολύ πριν το 3.000 π.χ. και όπως αναφερεται στα εργα «Νόστοι» και «Τηλεγόνεια» ο πρώτος θνητός, ο μυθικός ΙΤΑΛΟΣ, γιος του Τηλεγόνου και της Πηνελοπης, εγγονός του Οίνωτρου, εγκαταστάθηκε, σε μία μικρή χερσόνησο, στο νότιο άκρο των Απεννίνων, που αργότερα ονομάστηκε Βρεττία και σήμερα ονομάζεται Καλαβρία (καλή αύρα). Ο Ιταλός ήταν ο πρώτος κάτοικος και ταυτόχρονα ο πρώτος Έλληνας που εγκαταστάθηκε στην χερσόνησο των Απεννίνων, η οποία έμελλε αργότερα να λάβει λόκληρη το όνομα της από αυτόν τον μυθικό Έλληνα εποικιστή.1

Όταν ο Ιταλός και οι συν αυτόν Έλληνες (Πελασγοί, διότι ο Ιταλός αποκαλείται βασιλιάς των Πελασγών-Οινότρων,

Βιργιλίου Αινειάς, Α-530

) έφτασαν στην περιοχή της Καλαβρίας, δεν γνωρίζουμε ποίοι λαοί κατοικούσαν σε αυτή τη χερσόνησο. Η περιοχή πρέπει να είχε ελάχιστους κατοίκους, να ήταν πάρα πολύ αραιοκατοικημένη και

1

Η ετυμολογία δείχνει ότι η λέξη Ιταλία είναι ελληνική, ανήκει στην Αιολική διάλεκτο και σημαίνει «Εύβοια», δηλαδή ή «έχουσα καλά και πολλά βόδια». Η αρχική μορφή της λέξης συναντάται ως Fιταλος (το «F» είναι το αρχαιοελληνικό δίγαμμα, που ακούγονταν ως «Β», «Βίτουλις»- Βιτούλι που λέμε σήμερα τα νεαρά της οικογένειας των βοϊνών και ιδίως τον νεαρό τράγο), ενώ στην αιολική διάλεκτο το βόδι αποκαλούνταν «Ιταλο» ( Ησύχιος Αλεξανδρεύς, λεξικό των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων και «Μέγα λεξικό της ελληνικής γλώσσης» LIDDELL - SCOTT) . Ιταλό ονομάζει η μυθολογία τον ένα Ταύρο του Γηρυόνη που ξέφυγε από τον Ηρακλή στο Ρήγιο και πέρασε κολυμπώντας στην Μεσσήνη. Η λέξη Βρεττία, σημαίνει ευρεθείσα, Βρεττός, αυτός που βρέθηκε, Βρούτος στα λατ..


οπωσδήποτε μιλάμε για ανθρώπους σε πλήρως απολίτιστη κατάσταση, χωρίς καμία φυλετική, γλωσσική και κοινωνική συγκρότηση.

Η ΒΡΕΤΙΑ, ηταν μια αρχαιοελληνική θεότηα, Νυμφη, που μετανάστευσε την Βρεττια, σημερινή Καλαβρία από την Μυσία της Μικρας Ασίας

( Λεξικο Ελευθερουδάκη)

. Οι Βρέττιοι, εγλκαταστάθηκαν στον χώρο που ειχε εγκατασταθεί ο Ιταλος και του εδωσαν το ονομάτους, μεχρι να μετονομαστει τον μεσαίωνα σε Καλαβρία. Ο Βρεττός ήταν γιος του Ηρακλή και της κόρης του Βαλητού, της Βαλήτας.

(Στεφανου Βυζάντιου, λεξικον...)

. Οι Βρέτιοι ηταν και Ελληνες και ελληνλόφωνοι και τα πολυάριθμα νομισματα που ανασκάφησαν στην σημερινή Καλαβρία, δεν αφήνουν καμμια απολύτως αμφιβιλια, ότι , αυτά που εγραφε η μυθολογία γι ́’ αυτούς , ηταν ετσι και στην παραγματικότητα.

Η ΚΑΛΑΥΡΙΑ Στην Πελοπονησο, το απέναντι από την Τροιζήνα μεγάλο καταπράσινο νησί, η σημερινή Καλαυρία δημιουργήθηκε κατά την τριτογενή περίοδο ( 11 εκατομμύρια χρόνια πριν).

Την εποχή των Ανθα –Υπέρη ( 1250 π.Χ), ονομαζόταν Υπέρη ή Υπέρεια, Ειρήνη και Σκελέρδεια, δηλαδη ΣΚΕΛΙΑ>ΣΙΚΕΛΙΑ!!!

Πιο πριν από το 1250, ονομαζόταν Καλαυρία ή Καλαυρείη ή Καλαβρέα. Το όνομα αυτό ίσως το πήρε από την «καλή αύρα» η οποία πάντοτε πνέει στο Σαρωνικό, ή από τον Καλαυρό ή Καλαβρό, που τον νόμιζαν γιο του Ποσειδώνα, αλλά όπως μαρτυρούν διάφορα στοιχεία πρόκειται για το δισέγγονο του Αρκάδος και της Λεάνειρας, που

έζησε μετά το 1290 π.Χ. στην περιοχή.

Ο Καλαβρός ήταν γιος του Ευρυμέδη, και εγγονός του Αγανου- όλοι απόγονοι του Πελασγού. Φαίνεται, λοιπόν, πως οι Αρκάδες ήρθαν στις περιοχή γύρω στα 1290 π.Χ. όχι σαν κατακτητές αλλά σαν εποικιστές.


Οταν εισέβαλαν στην Τροιζηνία τα δυο αδέλφια Πιτθέας και Τροιζήν, ο Πιτθέας έγινε βασιλιάς της Άνθειας -σημερινή Τροιζήνα. Ο Ανθας -κι ο γιος του Αέτιος- έφυγαν στη Μ. Ασία- τότε λεγόταν αλλιώς - μαζί με άλλους και ίδρυσαν την Αλικαρνασσό. Ο Τροιζήν κατέλαβε την Υπέρεια-σημερινή Καλαυρία. Τότε ο Υπέρης αναγκάστηκε μαζί με άλλους Καλαβρούς και Αχαιούς να αποδημήσει στην Κάτω Ιταλία. Από αυτούς ολόκληρη περιοχή ονομάστηκε Καλα βρία (περίπου το 1250 π.Χ.). Εκεί αργότερα ιδρύθηκε και η πόλη Ποσειδωνία. Στην Καλαυρία υπάρχει και ένα βουνό που ονομάζεται Πόρος.

Πότε ακριβώς κατοικήθηκε η Καλαυρία της Πελοπονησου δεν έχει εξακριβωθεί. Πάντως ανασκαφές που έγιναν το 1894, έφεραν στο φως στοιχεία που μαρτυρούν ότι κατά την νεολιθική εποχή αρχή νεολιθικής εποχής 8.000 χρόνια π.Χ. κατοικείτο. Τώρα, το 2002, «ήρθε» το Κοκορέλι που προσθέτει νέα θετικά στοιχεία.

Ο Καλαβρός αναφερεται επισης και ως γιος του Δία, ενώ ως γιος του Ποσειδώνα ο Μεσσάπιος.

Ο Νόνος ο Πανοπολίτης,(από την Πανόπολη της Αιγύπτου), που έγραψε την ιστορία του Θεού Διόνυσου σε 40 τόμους και αναφέρεται σε προϊστορικά γεγονότα, (πριν το 3.000 π.χ.) αναφέρει πώς μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, ανορθωτής της ανθρώπινης ύπαρξης στην Σικελία ήταν ο Ελυμος (Ελυμοι της Αίγεστας), στην Ν. Ιταλία ο Αχάτης, ενώ στην Αθήνα ο Αμφικτύων, αδερφός του Έλληνα και γιος του Δευκαλίωνα

(Νόνος Α,150)

.2

2 Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα είναι ο τρίτος από τους μεγάλους κατακλυσμούς που περιγράφει η ελληνική μυθολογία. Ο πρώτος είναι του Ωγύγου περί τό 14.500 π.χ., ο δεύτερος του Κέκροπος, ενώ του Δευκαλίωνα έγινε το 9.500 π.χ., εποχή που συνδέεται με τον καταποντισμό του Αιγαίου βουνού και με τα γραφόμενα του Πλάτωνα στον Κριτία και τον Τίμαιο, περί καταποντισμού της Ατλαντίδας και της Αθήνας. Γεωλογικές έρευνες εδειξαν ότι πράγματι, στην αρχή της ολοκαίνου περιόδου, δηλαδή γύρω στο 10.000 π.χ. βυθίστηκε μέρος


Ο Παυσανίας αναφέρει πώς ο δισέγγονος του Δευκαλίωνα, ο Οίνωτρος, γιος του Λυκάωνα της Αρκαδίας, έφυγε με πλοία στην Ιταλία και την χώρα που κυβέρνησε την ονόμασε Οινωτρία. Εγγονός του Οινώτρου ήταν ο Ιταλός

(Παυσ. Αρκαδικά, 3).

Οι ΜΕΣΣΑΠΙΟΙ ηταν Πελασγοί που κατάγονταν από την Πελλοπόνησσο, που τοτε αποκαλουνταν Απία. (Μεσαπία= η χώρα που βρισκεται ανάμεσα σε δύο Θαλασσες). Στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμη και σήμερα τοπονύμια και υδρονύμια με το ονομα αυτό. Το Μεσσάπιο Ορος, στα σύνορα Χαλκίδος-Βοιωτίας (70 χλμ. Βόρεια της Αθήνας), ο Μεσσάπιος ποταμός που πηγάζει από το ορος Δίρφυς της Εύβοιας και ο Μέσσαπος ποταμος στην Δυτ. Κρήτη, κοντα στην πολίχνη Λάππα, είναι μερικά.Οι Μεσσάπιοι μιλουσαν κατά 100% ελληνική γλωσσα, πραγμα που επιβεβαιώνουν ολες, ανεξαιρέτως, οι ανασκαφές.

Και ο ΙΑΠΥΓΑΣ, ο γενάρχης των ΙΑΠΥΓΩΝ ήταν Ελληνας. Το ονομά υου Ιάπυξ, σημαίνει «ο σκιρωνοζέφυρος» (Δ.ΒΔ. ανεμος) (Αριστοτελ.973β,14- λεξικό Δημητράκου)

Μαζί με τον Οίνωτρο, μετανάστευσε στην Ιταλία και ο αδερφός του ο ΠΕΥΚΕΤΙΟΣ, γενάρχης των Πευκετίων ο οποίος ίδρυσε αποικίες στο νότιο άκρο της Απουλίας, στην ΠΕΥΚΕΤΙΑ

( Παυσ. 4 βιβλ, 3,5- Διόνυσ. Αλικαρν Α ́, 11- Απολλόδωρου, Γ’, 97).

Μαζί με τους ανωτέρω μετανάστευσε στην Ιταλία και ο ΛΕΥΚΟΣ γιος του Τάλως, του χάλκινου γίγαντα που φρουρούσε την Κρήτη, τον οποίο και σκότωσαν οι αργοναύτες. Ο Λεύκος, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ανέτρεψε τον βασιλιά την Κνωσού Ιδομενέα και σκότωσε την κόρη του. Ο Ιδομενέας αναγκάστηκε να φύγει στην Απουλία για να γλυτώσει την ζωή του. Και ο Λεύκος όμως αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον δρόμο του Ιδομενέα. Οι καταστροφές που έκανε στην Κρήτη προκάλεσαν γενική δυσαρέσκεια, με αποτέλεσμα να καταφύγει

του Αιγαίου βουνού και του Ευξείνου και ο πολιτισμός των Αιγαίων σώθηκε στην Αίγυπτο, (Αιγυπτος= Αίγα -ύπτια, σημαίνει νότια του Αιγαίου), όπως αποκάλυψαν οι ιερείς της ελληνικής πόλεως Σάιδος στήν Αίγυπτο, στον σοφό Σόλωνα. Η ιστορία ενός κατακλυσμού αναφέρεται και στο έπος του Γιλγαμές της Μεσοποταμίας και στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Κέλσος ο Αλεξανδρεύς γράφει ότι, ιστορικά, όλες οι παρόμοιες ιστορίες κατάγονται από την ελληνική, κατηγορεί δε τους Ιουδαίους ότι οικειοποιήθηκαν την ελληνική ιστορία, για να εισπράξει την οργισμένη απάντηση του χριστιανού επισκόπου Ωριγένη στον λόγο του: «κατά Κέλσου».


και αυτός την Ιταλία και να βασιλεύσει στην περιοχή που ονομάζεται ΛΕΥΚΑΝΙΑ (Λουκανία σήμερα).3

Στην ιδια πλευρά του Πελάγους κατοικησαν και οι ΑΥΣΩΝΕΣ. Ο γενάρχης τους ο Αύσων ήταν γιος του Οδυσσέα και της Καλυψούς, ή του Ατλαντα και της Κίρκης κατά μια άλλη εκδοχή του μύθου.

Και μαζί με ολους αυτούς την Απουλία κατοίκησε και ο ΔΑΥΝΟΣ, γενναρχης του εθνους των ΔΑΥΝΩΝ, επίσης γιος του Βασιλια της Αρκαδίας Λυκάονα. Ο Διομήδης, αφου επέστρεψε από την Τροία, εγκατέλειψε την άπιστη γυναίκα του την Αιγιαλεία και κατέπελευσε στην ΔΑΥΝΙΑ οπου αφου υποστήριξε στρατιωτικά τον Δαύνο, ελαβε ως αντάλλαγμα τμήμα της χώρας του προς τα βορεια και μια θυγατέρα του Δαύνου ως σύζυγο.

ΟΙ ΣΙΚΑΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΙΚΕΛΟΙ

Στην Πελοπονησο, το απέναντι από την Τροιζήνα μεγάλο καταπράσινο νησί, η σημερινή Καλαυρία δημιουργήθηκε κατά την τριτογενή περίοδο ( 11 εκατομμύρια χρόνια πριν).

Την εποχή των Βασιλέων Ανθα –Υπέρη ( 1250 π.Χ), ονομαζόταν Υπέρη ή Υπέρεια, Ειρήνη και Σκελέρδεια, δηλαδη ΣΚΕΛΙΑ>ΣΙΚΕΛΙΑ!!!

Ο Νόνος ο Πανοπολίτης,(από την Πανόπολη της Αιγύπτου), που έγραψε την ιστορία του Θεού Διόνυσου σε 40 τόμους και αναφέρεται σε προϊστορικά γεγονότα, (πριν το 3.000 π.χ.) αναφέρει πώς μετά τον

3

Η λέξη Λεύκιος, σημαίναι άσπρος και φωτεινός, πιθανόν και «δασώδης». Λάσιον (Λασήθι στην Κρήτη), Λούκος, Λούγγος- Λόγγος. Οι αρχαίοι Ελληνες βέβαια το ρωμαικό Λούκιος το μεταφράζουν στην ελληνική πάντοτε ως: Λεύκιος=Λευκός, ή φωτεινός. Επίσης, από την ελληνική λέξη «Λευκός» παράγεται η λατινική «Lux»,πού σημαίνει φώς.


κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, ανορθωτής της ανθρώπινης ύπαρξης στην Σικελία ήταν ο Ελυμος (Ελυμοι της Αίγεστας), στην Ν. Ιταλία ο Αχάτης, ενώ στην Αθήνα ο Αμφικτύων, αδερφός του Έλληνα και γιος του Δευκαλίωνα

(Νόνος Α,150)

.4

Στην Σικελια τώρα, ιστορικα και όχι μυθολογικά, ως πρώτοι κάτοικοι, με την έννοια της συμπαγούς φυλής, αναφέρονται οι Κρήτες Σικανοί, οι οποίοι έδωσαν και το όνομα τους στο νησί, αρχικά ως Σικανία και μετά Σικελία. Φαίνεται ότι ο προϊστορικός εποικισμός της Σικελίας με Κρήτες και άλλες φυλές του Αιγαίου ήταν συνεχής, αδιάκοπος και μακροχρόνιος και ίσως να ξεκινάει και από το 10.000 π.χ., όταν ξεκίνησε η ναυτική δραστηριότητα των Κρητών, όπως αποκάλυψαν τα αρχαιολογικά ευρήματα του σερ Άρθουρ Εβανς στην Κρήτη, τα οποία και επιβεβαιώνουν τον Πλάτωνα και άλλους αρχαίους συγγραφείς, που αναφέρουν τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και την Ατλαντίδα

(Πλάτων Τίμαιος & Κριτίας).

Στο Λεξικο του Ησύχιου

(Λεξικο των αρχαίων ελληνικών Διαλέκτων, που περιέχει τους αρχαιότερους τύπους των ελληνικών λέξεων)

, η λέξη Σικα-νός, προέρχεται από το Σικα=Λάκωνας, ή ο κατοικος της Λακεδαιμονίας, η από το Σίκα, που σημαίνει ξίφος,- εγχειρίδιο. Οι ξιφήρης, οι ξιφοφόροι Λάκωνες...

4 Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα είναι ο τρίτος από τους μεγάλους κατακλυσμούς που περιγράφει η ελληνική μυθολογία. Ο πρώτος είναι του Ωγύγου περί τό 14.500 π.χ., ο δεύτερος του Κέκροπος, ενώ του Δευκαλίωνα έγινε το 9.500 π.χ., εποχή που συνδέεται με τον καταποντισμό του Αιγαίου βουνού και με τα γραφόμενα του Πλάτωνα στον Κριτία και τον Τίμαιο, περί καταποντισμού της Ατλαντίδας και της Αθήνας. Γεωλογικές έρευνες εδειξαν ότι πράγματι, στην αρχή της ολοκαίνου περιόδου, δηλαδή γύρω στο 10.000 π.χ. βυθίστηκε μέρος του Αιγαίου βουνού και του Ευξείνου και ο πολιτισμός των Αιγαίων σώθηκε στην Αίγυπτο, (Αιγυπτος= Αίγα -ύπτια, σημαίνει νότια του Αιγαίου), όπως αποκάλυψαν οι ιερείς της ελληνικής πόλεως Σάιδος στήν Αίγυπτο, στον σοφό Σόλωνα. Η ιστορία ενός κατακλυσμού αναφέρεται και στο έπος του Γιλγαμές της Μεσοποταμίας και στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Κέλσος ο Αλεξανδρεύς γράφει ότι, ιστορικά, όλες οι παρόμοιες ιστορίες κατάγονται από την ελληνική, κατηγορεί δε τους Ιουδαίους ότι οικειοποιήθηκαν την ελληνική ιστορία, για να εισπράξει την οργισμένη απάντηση του χριστιανού επισκόπου Ωριγένη στον λόγο του: «κατά Κέλσου».


Ο μυθικός ΣΙΚΑΝΟΣ, βασιλιάς των Σικανών, ήταν γιος του Βριάρεω, πατέρας των Κυκλοπων και της Αίτνας. Ο ίδιος είχε τρεις γιούς. Τον Κύκλωπα, τον Αντιφάνη και τον Πολύφημο.

Η Αίτνα ήταν νύμφη της Σικελίας, κόρη του Ουρανού και της Γης, αδερφή του Κρόνου, που αναφέρεται ως πρώτος κάτοικος της Σικελίας, όπου βρίσκεται και ο τάφος του. Όταν ο Ήφαιστος και η Δήμητρα μάλωσαν για το ποιος θα γίνει προστάτης του νησιού, η Αίτνα μεσολάβησε ως διαιτητής. Έτσι ο Ήφαιστος πήρε μόνο το ηφαίστειο το οποίο το έκανε εργαστήρι του, ενώ η Δήμητρα (που συμβολίζει τον μεγάλο σιτοβολώνα της Σικελίας) έγινε προστάτης του νησιου!

Δημητρα: Η Θεα προστατιδα της Σικελιας. Το ονομα της ειναι συνθετο από το Δα-μήτερ, προερχεται από την Αιολικη διαλεκτο (από την οποια θα δημιουργηθεί χιλιάδες χρονια αργοτερα η Λατινικη γλωσσα) και σημαινει «Μητερα Γη». Το Δα=Γή. ( Γι αυτό και πιστευουμε ότι ο Ναος στην Εγεστα, ηταν εν τελει ναος της Θεάς Δημητρας). Όπως αναφερουν τα Ομηρικα επη, ο Ησιοδος και ο Διοδωρος ο Σικελιωτης, η κόρη της Θεάς Δημητρας, η Περσεφόνη επαιζε στην περιοχη της πολης Εννα ( κεντρο της Σικελιας) παρεα με τις Νυμφες. Ξαφνικα ειδε έναν πανεμορφο ναρκισσο και θελησε να τον κοψει. Ηταν ομως η παγιδα που της ειχε στησει ο θεος Πλουτων. Εμφανιστηκε και την αρπαξε. Εκτοτε στο μερος της αρπαγης εμφανιστηκε μια πηγη που ονομαστηκε «Κυανη». Η Δημητρα περιμενε 9 μετρες να εμφανιστει η Περσεφονη και κατοπιν αρχισε να την αναζητει. Και ψαχνοντας, έφτασε την Ελευσινα... οπου και εγκαθιδρυσε τα περιφημα Ελευσινια Μυστηρια.

Η θεωρία ότι κατά τον 10ο αι. π,.χ. εγκαταστάθηκε, ερχόμενη από τα βόρεια μία νέα Ιλλυρική φυλή, αποκαλούμενοι Σικελοί, δεν ευσταθεί διότι δεν αποδεικνύεται με κανένα τρόπο. Για να υποστηριχτεί αυτή η άποψη πρέπει:

α) Να υπάρχουν γραπτές πηγές που να αναφέρουν την ύπαρξη αυτής της φυλής.

β) Υλικά αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία να μας δείχνουν πού κατοικούσε, πότε, και προς τα πού μετακινήθηκε η υποτιθέμενη φυλή των Σικελών. Ελλείψει κάθε υλικής απόδειξης είναι βέβαιο ότι το όνομα


Σικελία προήρθε είτε από την Σκέλια της Πελοπονησου, απ ́οπου μεταναστευσαν οι Σκέλοι ή Καλαυροι για την σημερινη Νοτια Ιταλια, ειτε από την παραφθορά του Σικανία, είτε από το ότι οι κάτοικοι αυτοί αποκλήθηκαν Σκέλοι (Σικελοί), επειδή κατοικούσαν και στα δύο σκέλη των στενών, της Σκύλας και της Χάρυβδης, ειτε ακόμη διοτι στην Σικελία, που ηταν ο σιτοβολώνας της Ν.Ιταλίας, και ηταν το νησι κατοικια της Δημητρας, της Θεας του σιταριου και της Σικαλης ( Η σίκαλη είναι δημητριακο αρχαιοτερο από το σιταρι και την προιστορικη εποχη καλιεργούνταν αποκλειστικά σίκαλη, είτε...

(βλέπε, στ ́) ).

γ) Ετυμολογική ανάλυση του ονόματος Σικελία, που να επιβεβαιώνει την οποιαδήποτε, μη ελληνική, εθνολογική καταγωγή των Σικελών

δ) Κάποια αυτόχθονη μυθολογική παράδοση, με θεούς και ήρωες. Διότι είναι αδύνατο οι Σικελοί να μην ήταν Έλληνες και από την άλλη να έχουν ως θεούς και ήρωες τον Μίνωα, τον Ηρακλή, τον Ήφαιστο, την Αίτνα, την Ορτυγία, τον Κρόνο, την Ρέα, τον Δία κ.λ.π.

ε) Πέρα από τις παραπάνω αρχαιολογικές, γραπτές και μυθολογικές πηγές, έχουμε την σοβαρότατη ύπαρξη του πανάρχαιου λόφου Σικελία στην Αθήνα: «Εκειτο δε ούτος ού πόρω της πόλεως και ήτο ού μέγας» (βρίσκονταν πολύ κοντά στην πόλη και δεν ήταν μεγάλος). Ο γερμανός αρχαιολόγος Λόλλιγκ πίστευε ότι ο λόφος Σικελία είναι ο λόφος του Φιλοπάππου, η τοποθεσία του όμως είναι ο λόφος των παλαιών σφαγείων, στην αριστερή όχθη του ποταμού Ιλισού, σύνορα Νέου Κόσμου-Καλλιθέας, εκεί που βρίσκεται το γήπεδο του Έσπερου και το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο λοφος αυτος αποκαλούνταν Σικελία πριν από τον αρχαϊκό (8ο αιώνα π.χ.) αποικισμό του νησιού, αρα ηταν αδυνατο για τους Αθηναιους να εχουν περιοχη με το ιδιο ονομα.

στ) Στα αρχεία της πόλεως Ουγκαρίτ της Φοινίκης (Λιβάνου), που αποτελούνται από πλίνθινες πινακίδες, βρέθηκε μία επιστολή του τελευταίου βασιλιά της, του Αμπουραπί, προς τον βασιλιά της Αλασίας (Κύπρου), στην οποία περιγράφει την εισβολή που δέχτηκε η πόλη του το 1185 π.χ. από τους «Λαούς του Αιγαίου», τους οποίους και αποκαλεί συλλογικά ως ομοσπονδία των Σικελάγια (στα Πελασγικά «αυτοί που κατοικούν σε κοίλα, δηλ. πλοία ) και ονοματίζει ως μέλη της


Ομοσπονδίας τους Ντανυέν (Δαναούς-Αχαιούς), τους Φιλισταίους, τους Σικελάγια κ.α

(Φινκελστάιν σελ.46).

Στα Αιγυπτιακά αρχεία ( ιερογλυφικά) επίσης αυτος ο λαός ονομάζεται Σεκελές,. Ανηκε στους Λαους της θάλασσας που επιτέθηκαν στην Αίγυπτο και κατέλυσαν την δυναστεία των Φαραω τον 12 αιώνα, μαζι με τους Ντενυέν (Δαναούς), Σέρδεν (Σαρδηνούς ή πιθανότερα Σάρδειους δηλαδη Λυδούς, τους Πελεσέτ (Φιλιασταίους), τους Λούκκα ( Λυκείους) και τους Τέρες ( Ετρουσκους).

Δεν μπορεί λοιπόν όλα αυτά να είναι τυχαία ή ανυπόστατα και κάποιοι να επιμένουν να διδάσκουν ότι οι Σικελοί ήταν ανεξάρτητη φυλή, εντόπια ή Ιλλυρικής καταγωγής και εμείς να παίρνουμε την ολοφάνερη προπαγάνδα τους στα σοβαρά.

Ο ΔΙΑΔΑΛΟΣ, ήταν ένα Αθηναίος αρχιτέκτονας ο οποίος μαζί με τον γιο του Ίκαρο έκτισε τον λαβύρινθο του βασιλιά Μίνωα στην Κρήτη. Είναι ο πρώτος γνωστός μηχανικός και αρχιτέκτονας στην ανθρώπινη ιστορία. Αφού έκτισε λοιπόν τον λαβύρινθο, ο Μίνωας θέλησε να κρατήσει για πάντα στην Κρήτη τον Δαίδαλο, για να μην μπορέσει να κτίσει πουθενά αλλού έργα εφάμιλλα αυτών που έκτισε στην Κρήτη. Με το τέχνασμα των κέρινων φτερών όμως, ο Δαίδαλος με τον Ίκαρο κατάφεραν να δραπετεύσουν πετώντας από την Κρήτη, με προορισμό την Αθήνα. Πετώντας όμως πάνω από το Αιγαίο, τα φτερά του Ίκαρου άρχισαν να λιώνουν με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στην θάλασσα κοντά στο νησί που φέρει έκτοτε το όνομα του, την Ικαρία. Ο Δαίδαλος στην συνέχεια ξεκουράστηκε για λίγο στην Κύμη της Εύβοιας και για να γλιτώσει από τον Μίνωα που άρχισε να τον καταδιώκει, πήγε πρώτα στην Σαρδηνία

(όπως λέει ο Λατίνος συγγραφέας Servius

) και στην συνέχεια αναζήτησε καταφύγιο στους Σικανούς, στον βασιλιά της πόλεως Καμικός, τον Κώκαλο. Εκεί άφησε έργα σπουδαία και θαυμαστά τα οποία σώζονται ως σήμερα, και σε πολύ καλή κατάσταση ως τις μέρες του Στράβωνα (60-30 π.χ.) , όπως γράφει ο ίδιος ο Στράβων.

Ο Μίνωας όμως δεν σταμάτησε να τον καταδιώκει και έφτασε και αυτός στην Σικελία. Αφού έφτιαξε μεγάλο στόλο, κατάπλευσε στην


περιοχή του Ακράγαντα για να τον συλλάβει. Στην περιοχή όπου στρατοπέδευσε ο Μίνωας, κτίστηκε τότε η προϊστορική πόλη Μινώα η οποία και ταυτίζεται από πολλούς με τον κατοπινό Ακράγαντα.

Σύμφωνα με τις ανασκαφές, φαίνεται πώς οι Μινωίτες είχαν εγκατασταθεί στην Νότια Ιταλία, Σικελία και Σαρδηνία, κατά την τρίτη χιλιετηρίδα π.χ.. Ο μεγάλος αρχαιολόγος σερ Άρθουρ Εβανς τοποθετεί τον πρώτο κρητικό εποικισμό της Ν. Ιταλίας στα τέλη της μεσομινωικής περιόδου δηλαδή στα τέλη της τρίτης χιλιετίας π.χ., γύρω στο 2.330 - 2.100 π.χ. Τα ευρήματα αγγείων και εργαστηρίων μεταλλοτεχνίας που έχουν βρεθεί στην νότια ακτή της Σικελίας από αυτή την εποχή, μέχρι την υστερομινωική (γύρω στο 1500 π.χ.) δείχνουν ότι η ιστορία με τον Δαίδαλο κάθε άλλο παρά παραμύθι είναι.

Στο χρονικό της Λίνδου (6ος αιών π.χ.) υπάρχει και η αρχαιότερη αναφορά στον Κώκαλο και στον Δαίδαλο και καταγράφεται η επιγραφή που υπήρχε σε χάλκινο κρατήρα τον οποίο είχε προσφέρει ο Φάλαρις στην Λυνδία Αθηνά : ««Δαίδαλος έδωκε ξενειόν με Κώκαλον».5

Σε επιγραφές γραμμικής γραφής Β, που βέβαια είναι σε ελληνική γλώσσα και οι οποίες βρέθηκαν στην περιοχή του Ακράγαντα, βρέθηκαν τα ονόματα του Δαίδαλου και του Κώκαλου ως Ko-ka-ro δηλαδή Κώ- κα-λος.6

Πολλοί ιστορικοί και αρχαιολόγοι, κυρίως Ιταλοί της φασιστικής περιόδου, θέλησαν να μειώσουν το γεγονός και μίλησαν για εισαγωγή των πινακίδων από την Κρήτη. Ποιός όμως γνώριζε τον Κώκαλο στην Κρήτη; Ποιος θα τις διάβαζε στην Σικελία αν δεν ζούσαν εκεί Έλληνες, αφού η γραμμική είναι σε ελληνική γλώσσα; Τέλος, γιατί να μην δημιουργήθηκαν εκεί οι επιγραφές, αφού και οι Έλληνες ζούσαν ήδη στην Σικελία και τεχνικά ήταν πανεύκολο να τις φτιάξουν επί τόπου.

Στα επίσημα ιστορικά γεγονότα αναφέρεται και ο Ηρόδοτος (5ος π. χ. αιών) στην ιστορία του (βιβλίο 7).Γράφει για την άφιξη των Κρητών στην Σικανία και την πολιορκία για 5 έτη της πόλης Καμικός

5 Μπουρδάκου Ειρήνη, Δαίδαλος ο πρώτος μηχανικός , σελ. 167.

6 L. Bernardo Brea, La Sicilia prima dei Greci, Milano 1958 και Eygenio Manni, Minosse ed Eracle nelle Sicilia dell’ eta del’ dronzo» (Ειρ. Μπουρδάκου...).


(πόλη πού είχαν κτίσει πρωιμότεροι Κρήτες έποικοι, οι γνωστοί Σικανοί), η οποία «φιλοξενούσε» τον Δαίδαλο, χωρίς όμως να μπορέσουν να την κατακτήσουν. Την πολιορκία αυτή την τοποθετεί τρεις γενιές πριν τον πόλεμο της Τροίας, δηλαδή 100 περίπου χρόνια πριν τον πόλεμο της Τροίας, χρονολογία η οποία σύμφωνα με τις με τα υπάρχοντα στοιχεία από τις ανασκαφές και τον Όμηρο, πρέπει να έγινε κατά το 1195, άρα η πολιορκία κατά τον 1300 π.χ.

Όμως βρέθηκαν πολλά αρχαιολογικά ευρήματα στην Τοσκάνη, που δείχνουν συγκρούσεις των Τυρρηνών με τους Γαλάτες( Κέλτες) κατά το 2000 π.χ., πράγμα που μπερδεύει την ακριβή χρονολόγηση εγκατάστασης των Ελλήνων στην Ιταλία. Γιατί αν οι Πελασγοί Τυρρηνοί έφυγαν από την Τροία το 1300 π.χ., πώς μπορεί να πολεμούσαν με τους Κέλτες 700 χρόνια νωρίτερα δηλ. το 2000 π.χ.; Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω δεν μένει παρά να δεχτούμε την άποψη που εξέφρασε βάσει αρχαιολογικών ευρημάτων, ο σερ Άρθουρ Εβανς, περί έλευσης των Ελλήνων στην Ιταλία πολύ πριν το 2.000 π.χ. και να θεωρήσουμε την πληροφορία του Ηρόδοτου για το 1.300 π.χ. ανακριβή, ίσως δε μελετήσουμε και την άποψη πολλών αρχαιολόγων που τοποθετούν τον Τρωικό πόλεμο στην τρίτη χιλιετία π.χ., ακριβέστερα στο 3.100 π.χ.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, η πόλη την οποία πολιορκούσαν οι Μινωίτες ονομάζονταν «Ινυκος», γεγονός που έκανε τους ερευνητές να τοποθετήσουν την Καμικό στην περιοχή του κατοπινού Ακράγαντα (ιδρύθηκε το 528 π.χ. από Ρόδιους και Κρήτες) και την Ινυκο να την θεωρήσουν ως την πρώτη πρωτεύουσα του βασιλιά Κώκαλου, στην ενδοχώρα του Ακράγαντα.

Σύμφωνα με τα όσα γράφει ο Ηρόδοτος, ο Δαίδαλος αρχικά έφυγε από τη Σικελία και κατέφυγε στη Σαρδώ (Σαρδηνία), αλλά στη συνέχεια επέστρεψε. Τότε οι κόρες του Κώκαλου σκότωσαν, κατά την πρώτη εκδοχή, τον Μίνωα, ο ίδιος ο Κώκαλος με ζεματιστό νερό και λάδι κατά την δεύτερη, την οποία αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο Κώκαλος κάλεσε τον Μίνωα σε φιλοξενία και συζήτηση σχετική με την σύναψη ειρήνης και στην συνέχεια τον οδήγησε στο περίφημο λουτρό του, το οποίο του είχε φτιάξει ο Δαίδαλος. Εκεί και καθώς απολάμβανε το λουτρό του, διοχέτευσε ο Κώκαλος σε αυτό καυτή πίσσα ή λάδι, τον έκαψε και στη συνέχεια


παρέδωσε το πτώμα του στους Κρήτες, λέγοντας τους ότι γλίστρησε και έπεσε στο ζεστό λουτρό.

Ο Δαίδαλος έφτιαξε έργα πολλά και θαυμαστά, κυρίως στην Καμικό, στα Μέγαρα (τα οποία κτίστηκαν και αυτά το 728 π.χ.,πάνω σε παλιότερη προϊστορική ελληνική πόλη, την Υβλα Γελεάτις), στην Σελινούντα, και στον Ερυκα.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης

(Διόδ.ιστορική βιβλιοθήκη)

αναφέρει ως έργα του Δαίδαλου την δημιουργία φράγματος στην Μεγαρίδα, στον ποταμό Αλαβών, για έλεγχο του ρεύματος του ποταμού, αποστράγγιση των ελών και εξασφάλιση νερού κατά τους μήνες της ξηρασίας. Το έργο αυτό ονομάστηκε κολυμβήθρα, γιατί εκτός των ανωτέρω χρήσεων το νερό του χρησιμοποιούνταν και για τα λουτρά, τα δεύτερα παγκοσμίως γνωστά μετά από εκείνα της Κρήτης.

Στην Σελινούντα, πόλη που ίδρυσαν τα Υβλαία Μέγαρα το 650 π.χ., έφτιαξε τις θέρμες, δίνοντας στους ανθρώπους τα ιαματικά λουτρά, προς θεραπεία και ευχαρίστηση. Οι θέρμες δεν είναι απόλυτα γνωστό πού βρίσκονταν. Πολλοί τις τοποθετούν στην περιοχή Cronio (τον τόπο που βρίσκεται θαμμένος ο Κρόνος ή Σατούρνος κατά τους Λατίνους), στο όρος S.Calogero κοντά στην σημερινή πόλη Sciacca, όπου υπάρχει ένα σπήλαιο με πηγές θερμού νερού, γνωστό μέχρι πρόσφατα ως «άντρο του Δαίδαλου». Οι περιοχή αυτή σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές αποδείχτηκε ότι ήταν κατοικημένη πριν από το 2.000 π.χ., πιθανότατα λόγω των θερμών και των ιαματικών λουτρών, οι οποίες έπαψαν πιθανόν να χρησιμοποιούνται το 500 π.χ. , οπότε και παύει η ανθρώπινη κατοίκηση εκεί.

Στον Ακράγαντα βρέθηκαν και τα πιο σπουδαία έργα του Δαίδαλου . Η ιδιαίτερη αξία πού έχουν όμως, είναι, ότι αποδεικνύουν πώς η ιστορία του Δαίδαλου με τον Κώκαλο ήταν πραγματικότητα. Στον Ακράγαντα ανασκάφηκε η αρχαϊκή ακρόπολη, « ελληνικό τείχος» όπως το ονόμασαν οι Ιταλοί ανασκαφείς, το οποίο εξέπληξε με την αμυντική διάταξη και το οποίο αποδίδεται σε σχεδίαση του Δαίδαλου.

Στον Ερυκα (Eρυξ), πόλη που βρίσκονταν στην δυτική πλευρά της Σικελίας, την οποία ορισμένοι εντελώς λανθασμένα, ή υστερόβουλα, αποκαλούν φοινικική αποικία, βρίσκεται η από τον Δαίδαλο ισοπέδωση


και επέκταση του επίπεδου της κορυφής του φυσικού βράχου «Πέτρα του Ερυκος», πάνω στον οποίο κτίστηκε αργότερα ο ναός της Αφροδίτης. Η πόλη αυτή ιδρύθηκε από τον μυθικό ήρωα Ερυκα, γιο του Ποσειδώνα και της Αφροδίτης, κατ ́άλλους γιο του αργοναύτη Βούτη, ή κατά τον Θουκυδίδη από Τρώες, μετά την καταστροφή της πόλης τους από τους Αχαιούς. Οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής (του τριγώνου Παλέρμου Ερυκος, Δρέπανου, Αιγέστας) ήταν γνωστοί και με το όνομα «Ελυμοι» ή «Σελιμιώτες» και σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ήταν πράγματι Πελασγοί από την Μικρά Ασία και τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου. ( ο Ελυμος ήταν ο ανορθωτής της ανθρώπινης ύπαρξης στην Σικελίας μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα,

Νόνος Α, 150

).

Η σημερινή τοπογραφία τον τοποθετεί στην σύγχρονη πόλη Monte S. Giuliano. Οι ανασκαφές, δώδεκα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Τραπάνι (Δρέπανου), έφεραν στο φως το αποκαλούμενο στα αρχαία κείμενα από τους κατοίκους του Ερυκος «Δαιδάλιο τείχος», μία κυκλώπεια οχύρωση γύρω από τον βράχο του  ́Ερυκα, ή οποία είναι όμοια με τα πελασγικά κυκλώπεια τείχη της Ελλάδος και της Μ.Ασίας, καθώς και άλλα ευρήματα Νεολιθικής και πρώιμης Χάλκινης εποχής7

Επιστρέφουμε πάλι στον Μίνωα και στον Κώκαλο. Αφού λοιπόν ο Κώκαλος παρέδωσε το πτώμα του Μίνωα στους Κρήτες, αυτοί το κήδεψαν με μεγαλοπρέπεια κτίζοντας έναν διώροφο ναό. Στο υπόγειο λάτρευαν τον Μίνωα και στον ισόγειο την θεά Αφροδίτη. Έτσι ο Μίνωας λατρεύονταν και ως θεός κάποια εποχή. Αργότερα, και πάλι σύμφωνα με τον Διόδωρο (δ’ βιβλίο), επί εποχής του βασιλιά του Ακράγαντα Θήρωνα το 490 π.χ., γκρεμίστηκε ο τάφος του Μίνωα και δόθηκαν τα οστά του στους Κρήτες να τα θάψουν στην Κρήτη. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές υπό τον σερ Άρθουρ Εβανς στην Κρήτη

7

Ο Παυσανίας στον Β ́τόμο, 16,25, αναφέρει τα κυκλώπεια πελασγικά τείχη, «αρχαία ωγύγια τείχη». Δηλαδή τείχη πού κτίστηκαν πριν τον κατακλυσμό του Ωγύγου, πού είναι ο παλιότερους από τους τρεις γνωστούς κατακλυσμούς της ελληνικής μυθολογίας και συνέβη, σύμφωνα με τα γεωλογικά και αστρονομικά δεδομένα, κατά το 14.500 π.χ. Τα τείχη αυτά έχουν απόλυτη τεχνολογική ομοιότητα με τα τείχη της Αμερικής (Ίνκας, Μάγιας, κ.λ.π.) για τα οποία έκανε μεγάλη και τεκμηριωμένη έρευνα ο Ιταλός καθηγητής φυσικής του παν/μίου Rio de Janeiro της Βραζιλίας και της Lima του Περού Enricο Mattievich, στο βιβλίο «ταξίδι στην μυθολογική κόλαση» καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι όλα είναι κτίσματα Αιγαίων.


αποκάλυψαν ότι αυτή η διπλή λατρεία χρονολογείται από το 1.600 π.χ. Πού γεννήθηκε όμως; Ήρθε από την Σικελία όπου και πέθανε ο Μίνωας, ή πέρασε από την Κρήτη στην Σικελία; Tο πιο πιθανό είναι να γεννήθηκε στην Σικελία, όμως είναι άγνωστο πότε μετανάστευσε στην Κρήτη.

Ο Μίνωας λοιπόν δολοφονήθηκε στην Καμικό και αφού τον έθαψαν και τον θεοποίησαν οι Κρήτες και οι άλλοι κάτοικοι, φαίνεται πώς μία μερίδα Κρητών (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο βιβλίο 7) αποφάσισε να επιστρέψει άμεσα στην Κρήτη. Μην έχοντας πλέον δυνάμεις, τρόφιμα και με τον Μίνωα νεκρό, οι Κρήτες αποφάσισαν να λύσουν την πολιορκία της Καμικούς και μη έχοντας δυνάμεις και εφόδια να επιστρέψουν στην Κρήτη, εξόκειλαν από θαλασσοταραχή στις ακτές της Απουλίας, στον κόλπο του Τάραντα και εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα ονομαζόμενοι Ιάπυγες και Μεσσάπιοι, ιδρύοντας αρχικά την πόλη  ́Ιρια 8 και στην συνέχεια δεκάδες αποικίες στην περιοχή της Απουλίας.

Μία άλλη εκδοχή για την καταγωγή των Ιαπύγων των Μεσσαπίων και των Λευκανών βρίσκουμε στον Στράβωνα, που μας λέει ότι αυτοί δεν ήταν Κρήτες, αλλά Αθηναίοι, απόγονοι και συμπατριώτες του Δαίδαλου, (ο Ιάπυγας ήταν ο δευτερότοκος γιος του Δαίδαλου), τους οποίους έστελναν κάθε χρόνο στην Κρήτη ως φόρο υποτέλειας οι Αθηναίοι και τους οποίους ο Μίνωας έριχνε στον λαβύρινθο ως τροφή για τον Μινώταυρο. Όταν λοιπόν ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο, απελευθέρωσε τους Αθηναίους αιχμαλώτους και ταξίδεψε μαζί τους ως την Απουλία, όπου τους εγκατέστησε εκεί κατόπιν συμβουλής του Μαντείου των Δελφών.

Μία άλλη πηγή, που ανάγεται και αυτή σε παλιότερες ελληνικές πηγές, είναι αυτή του Ρωμαίου ποιητή Βιργιλίου στο τρίτο βιβλίο της «Αινειάδας» και αναφέρει τον βασιλιά της Κρήτης και γαμπρό του Μίνωα, Ιδομενέα, ως πρώτο αποικιστή της Απουλίας. Ο Ιδομενέας ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες των Αχαιών στον τρωικό πόλεμο. Όταν επέστρεφε στο νησί του από την Τροία , έπεσε πάνω σε τρικυμία και ζήτησε από τον θεό της θαλάσσης τον Ποσειδώνα να τον σώσει με την υπόσχεση να θυσιάσει προς τιμή του τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντούσε στο νησί. Έτυχε όμως ο πρώτος άνθρωπος πού είδε

8 Η Ιρια είναι η σημερινή Όρια μεταξύ του Μπρίντεζι και του Τάραντα.


να είναι ο εγγονός του, τον οποίο και αναγκαστικά θυσίασε στο θεό Ποσειδώνα. Όταν όμως μαθεύτηκε η πράξη του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη. Έφτασε τότε με τους υπηκόους του στην Απουλία και εγκαταστάθηκε εκεί. Μία άλλη εκδοχή τον θέλει αποικιστή της Σικελίας καθώς αυτός ήταν ο αρχηγός των Σικανών.

Αρχαιολογικές αποδείξεις όμως για την πρώιμη εγκατάσταση των Ελλήνων στη νότιο Ιταλία, μας παρέχουν και οι αρχαιολογικές ανασκαφές του Πανεπιστημίου του Ρηγίου, όπως αυτή στους Επιζεφύριους Λοκρούς, που φαίνεται ότι πριν τον εποικισμό από τους Λοκρούς (8ος αιών π.χ.), η περιοχή κατοικούνταν από την προϊστορική εποχή από Κρήτες, δεδομένης της Μητριαρχίας που επικρατούσε στην Κρήτη από την προμινωική εποχή ακόμη, δηλαδή πριν το 3.000 π.χ. (οι Λοκροί ποτέ δεν είχαν μητριαρχία, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Καλαβρία). Η ίδια μητριαρχία, επικρατούσε και σ’ αυτή την πλευρά αυτή της Καλαβρίας και αποδεικνύεται με πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων.

Η προϊστορία βέβαια δεν παρέχει ακριβέστατα στοιχεία, διότι από τα γεγονότα έχει σωθεί μόνο ο ιστορικός πυρήνας, ο οποίος μεταφερόμενος προφορικά από γενιά σε γενιά μέχρι να καταγραφεί, έχει αλλοιωθεί με στοιχεία λαϊκής φαντασίας. Αυτή είναι και η διαφορά του Μύθου και της Μυθολογίας με το Παραμύθι και την Παραμυθολογία. Ο Μύθος περιγράφει ιστορικά γεγονότα, έστω και χωρίς την πλήρη επιστημονική ακρίβεια, ενώ το Παραμύθι είναι ξεκάθαρα μία φανταστική ιστορία. Όπως γράφει ο Πλάτων στο βιβλίο του «Κρατύλος», οι Μυθολόγοι είναι επιστήμονες αστρονόμοι, που περιγράφουν την ιστορία με κώδικες, και λεπτομερώς. Είναι πάντως αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Νοτίου Ιταλίας ήταν Έλληνες, καταγόμενοι από τις ελληνικές φυλές του Αιγαίου και των Πελασγών και ότι όλες αυτές οι αναφορές αναφέρονται στον πραγματικό εποικισμό, που πάλι αναμφισβήτητα έλαβε χώρα μεταξύ του 3.000 και 2.100 π.χ.


1.2

Οι Πελασγοί στην Ιταλία.

Τι είναι οι Πελασγοί ; Σύμφωνα με τον Πλάτωνα

(Πλάτων Νόμοι)

, τα ελληνικά φύλα προήρθαν από τα πελασγικά. Διάφοροι πληθυσμοί των Πελασγών όμως, έμειναν έξω από αυτή την εξελικτική διαδικασία και διατήρησαν την παλιά γλώσσα και τα έθιμα (Να λοιπόν γιατί κάποιοι Έλληνες 500 και 700 χρόνια μετά την αποκοπή τους από τους Πελασγούς, έφτασαν να θεωρούν κάποιους από αυτούς, όπως τους Ιλλυριούς ή τους Θράκες, βαρβάρους).

Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην «Ωγυγία», γράφει πώς ο Πελασγός ήταν γιος του Φορωνέα και της νύμφης Λαοδίκης. Ο Φορωνέας είναι γνωστός από το αρχαιότερο έπος, την «Φορωνίδα», το οποίο δεν έχει διασωθεί αυτούσιο. Σύμφωνα με αυτό ο Φορωνεύς είναι ο πρωτόπλαστος, τον οποίο έπλασε ο Δίας και τον τοποθέτησε στον παράδεισο, που είναι το Αργος, η αρχαιότερη επίσης πόλη του κόσμου.

Ο Διονύσιος Αλικαρνασεύς γράφει ότι και οι Ρωμαίοι λόγιοι λένε πώς, και οι Πελασγοί είναι Έλληνες, οι οποίοι κάποτε κατοικούσαν στην Αχαΐα, πολλές γενιές πριν τον τρωικό πόλεμο. «Είναι δε και το γένος των Πελασγών ελληνικόν, αρχαίο από την Πελοπόννησο».

Και ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος στην «Αινειάδα», αποκαλεί τους Έλληνες Πελασγούς και για την Ιταλία γράφει πώς, «Οίνωτροι άνδρες την κατώκησαν: Τώρα φημολογείται ότι οι μεταγενέστεροι ονόμασαν το έθνος Ιταλία, από το όνομα του αρχηγού αυτών».

Αδερφός του Πελασγού είναι ο Άπις, που έγινε βασιλιάς της Πελοποννήσου, ή οποία ονομάζονταν Απία μέχρι τα χρόνια των Αχαιών και του Πέλοπα (κι’ όμως κάποιοι επιμένουν να γράφουν πώς οι


Μεσσάπιοι της Απουλίας δεν ήταν Έλληνες). Ο δε Πελασγός έλαβε ως βασίλειο του την Πελασγία- Θεσσαλία..

Στην Ήπειρο υμνούσαν τον: « Ζεύ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ», και ο Αισχύλος στους «Πέρσες» γράφει ότι: και η χώρα πού είναι πέρα από την Πίνδο, η Μακεδονία και η Θράκη, είναι Πελασγική.

Ο Ηρόδοτος

(Ηρ. Α,57)

, αναφέρει ότι οι Αθηναίοι πίστευαν ότι ήταν αυτόχθονες, καταγόμενοι από τους Πελασγούς.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μεταφέρει την μαρτυρία του Λίνου και του Ορφέα, πώς η ελληνική γραφή και γλώσσα ήταν εξέλιξη της πελασγικής

(Διόδ. Γ’ 67).

Ο Παυσανίας (Αρκαδ.8.43), και ο Διονυσιος Αλικαρνασεύς (Ρωμ. Αρχαιολ Β,13) γράφει ότι ο Παλλάντιος , εγγονός του Πελασγού, μετοίκησε από την Αρ- καδία και ίδρυσε την πόλη Παλλατίνο της Ρώμης. Γι ́αυτό και ο αυτοκράτωρ Αντωνίνος Πίος (138-161), απάλλαξε τιμής ένεκεν παντός φόρου το Παλλάντιο της Αρκαδίας.

Ο Όμηρος, ο Παυσανίας, ο Μενεκράτης, ο Ελαίτης, ο Θουκιδίδης, ο Στράβων, ο Ηρόδοτος, ο Έφορος , ο Κούρτιος , οι Ορφικοί Ύμνοι, που είναι και το παλαιότερο σωζόμενο γραπτό έπος στον κόσμο, πού συντέθηκε πριν το 1.900 π.χ. αλλά με αναφορά σε γεγονότα χιλιετηρίδες πιο πριν, βεβαιώνουν ότι Πελασγοί και Έλληνες είναι το ίδιο πράγμα

Σύμφωνα με την παράδοση, οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Ν. Ιταλία πολύ πριν το πέρασμα του Ηρακλή από αυτήν. Ποιός όμως ήταν ο Ηρακλής και γιατί βρέθηκε στην Ιταλία;

Κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη

(Διοδ Γ, 74.)

, υπήρξαν τρεις Ηρακλείς. Ο Β ́ έζησε το 2.500 π.χ. και θέσπισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες και ο Γ’ ήταν ο γνωστός γιος της Αλκμήνης, που έζησε γύρω στο 1.150 π.χ. ( Ο Κικέρων γράφει για έξι Ηρακλείς, ενώ ο Δ. Βαρδίκος αναφέρει στο βιβλίο του 9 Ηρακλείς )9. Ο Ηρακλής λοιπόν, πιθανόν ο δεύτερος, πήγε στο σημερινό Γιβλαρτάρ και έστησε τις «στήλες του Ηρακλέους», όνομα με το οποίο αποκαλούσαν τα στενά οι αρχαίοι και οι μεσαιωνικοί λαοί.

( Παυσανίας Ι, 10,7, 13 ).

Επιστρέφοντας

9

Δημ. Βαρδίκος, Εμείς οι Ελληνες, 40.000 χρόνια πολιτισμού και ιστορίας στην Αιγαία Γή».


πέρασε και από την Ιταλία όπου είχαν ήδη εγκατασταθεί οι Ιάπυγες και οι Ενετοί. Παράλληλα με τον Παυσανία, ο Στράβων αναφέρει ότι την ίδια εποχή εγκαταστάθηκαν στην Τοσκάνη οι Πεισάται από την Πίσα της Ηλείας της Πελοποννήσου και ίδρυσαν την πόλη Πίσα.

(Στρ. Ε, 296. Είναι η σημερινή Πίζα).

Ο Ηρακλής πέρασε και από το Λάτιο. Εκεί στον λόφο του Παλατίνου τον φιλοξένησε ο Εύανδρος και ο Πινάρειος. Ο ληστής Κάκιος του έκλεψε εκεί τα Βόδια του Γηρυόνη που έφερνε από την Ερύθεια (

10ος άθλος

), αλλά ο Ηρακλής τον συνέλαβε και τα πήρε πίσω. Εκεί στο Λάτιο λοιπόν στάθηκε για μερικό καιρό και απέκτησε ένα γιο τον Λατίνο. Πριν φύγει έκτισε δύο πόλεις, το Ερκουλάνο( Ηράκλειον) και το Σαγκούντο.

Είναι γνωστό και μη αμφισβητήσιμο από κανέναν πλέον, ότι οι κυριότεροι κάτοικοι της Νοτίου Ιταλίας, όπως οι Μεσσάπιοι και οι Ιάπυγες της Απουλίας, οι Λευκανοί της Λεουκανίας, οι Ιταλοί ή Βρέτιοι της Καλαβρίας, οι Χώνες, οι Οίνωτροι, οι Πεύκωνες, οι Δαύνιοι της Απουλίας κ.λ.π., ήταν Πελασγοί που ήρθαν από την Ελλάδα σαφέστατα πριν το 2000 π.χ.. (Για τους Ηπειρώτες Χάονες, που στην Ιταλια αποκλήθηκαν Χώνες, τα αρχαιολογικά στοιχεία έδειξαν το 1.500 π.χ. ως χρόνο εγκαταστασής στους στην Ιταλία) Έτσι ώστε όταν θα γίνει ο νεώτερος αποικισμός της περιοχής, τον 8ο αιώνα π.χ., οι Έλληνες θα συναντήσουν συγγενικά προς αυτούς φύλα, αν και όχι πάντοτε φιλικά (άλλωστε και οι ελληνικές πόλεις μόνιμα αλληλοσπαράζονταν), ώστε να θεωρήσουν κάποια από αυτά ως βαρβαρικά. Αυτό δεν σημαίνει όμως και ότι πράγματι ήταν. Είναι γνωστό ότι βαρβάρους αποκαλούσε τους Μακεδόνες και τους Ηπειρώτες ακόμα και τον 4ο π.χ. αιώνα, ο Αθηναίος Δημοσθένης. Έτσι δεν είναι περίεργο να αποκαλούν κάποιοι Ταραντίνοι τους Πελασγούς Μεσσαπίους βαρβάρους, και αυτό όμως μόνο σε περίοδο μεταξύ τους τριβών.

Ο Στράβων

(c, 225)

, αναφέρει κάποια πόλη με το όνομα Ρηγισουίλλα στην Ιταλία, γράφοντας γι’ αυτήν : « Η ιστορία λέει ότι ο τόπος αυτός ήταν βασίλειο του Μάλεω του Πελασγού, για τον οποίον λέγεται ότι, αφού κυβέρνησε σε αυτούς τους τόπους με τους Πελασγούς, έφυγε στην συνέχεια στην Αθήνα».

Πελασγοί ήταν και οι Τυρρηνοί, που πήγαν στην Ιταλία πριν το 2.000 και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που πήρε το όνομα Ετρουρία.


Η άφιξη των Τυρρηνών σημειώνεται, με βάση τις υλικές και γραπτές πηγές, που προαναφέραμε, όπως τις συγκρούσεις τους με τους Κέλτες στην Τοσκάνη πριν τον τρωικό πόλεμο. Αν όμως στηριχτούμε στην «Αινειάδα», η άφιξη γινεται μετά τον πόλεμο. Αν βέβαια γνωρίζαμε και πότε ακριβώς έγινε ο πόλεμος, ίσως προσεγγιζαμε με ακρίβεια και τις ημερομηνίες που μας ενδιαφέρουν.

Οι Πελασγοί όμως είχαν και αμφίδρομη κίνηση. Ο Βοιωτός, γενάρχης των Βοιωτών (επαρχίας βόρεια της Αθήνας), γιος του Ποσειδώνα και της Αρνης, γεννήθηκε στο Μεταπόντιο μαζι με τον αδερφό του τον Αίολο. Όταν μεγάλωσε, επέστρεψε στην Ελλάδα, ενώ ο αδερφός του ο Αίολος εγκαταστάθηκε μόνιμα στα «νησιά του Αιόλου» στο Τυρρηνικό Πέλαγος, βόρεια της Σικελίας.

1.3 Οι Ετρούσκοι, Τυρρηνοί ή Τυρσηνοί

Η επίσημη ιταλική ιστοριογραφία επιμένει και στις μέρες μας στην μουσολινική τακτική να αναφέρει πώς δεν γνωρίζει την γλώσσα των Ετρούσκων. Από φόβο δε μήπως αποκαλυφθεί η ελληνική λαλιά των Ετρούσκων φτάνει σε άλλα απαράδεκτα άκρα, αναφέροντάς την ακόμα και ως «μη Ινδοευρωπαϊκή»10. Ο στόχος βέβαια γνωστός: Να μειωθεί κάθε τι πού ανάγεται στην ελληνική ιστορία της Ιταλίας, ώστε οι Έλληνες να φαίνονται, απλά, περαστικοί!

Πολλοί ακέραιοι επιστήμονες βέβαια δεν απέκρυψαν την αλήθεια . Ο Σουηδός Φούρουμακ, ο οποίος ανάσκαψε την πρώτη αποκαλυφθείσα Ετρουσκική πόλη, στον Σαν Τζιοβενάλε, το 1962-65, τοποθετήθηκε σαφέστατα στην ελληνική καταγωγή των Ετρούσκων. Το ίδιο και ο Γερμανός Αιμίλιος Κούντσε, διευθυντής της Γερμανικής αρχαιολογικής σχολής στην Αθήνα. Οι περισσότεροι επιστήμονες

10

Όταν ο Γερμανός Ρολφς δημοσίευσε την ερευνά του για τον Ελληνισμό της Ν.Ιταλίας και της Σικελιας, στην τότε μουσολινική Ρώμη, το 1932, έγινε «ανθελληνικό παραλήρημα». Δείτε κεφάλαιο 10 του βιβλίου.


γενικώς δέχονται αυτή την πραγματικότητα. Αξιοπερίεργο είναι όμως πώς στην κοινή γνώμη περνάνε συνήθως οι απόψεις των κακόπιστων.

Θα επαναλάβουμε για μία ακόμη φορά ότι το όνομα «Ετρούσκοι» δεν ήταν το όνομα με το οποίο οι ίδιοι γνώριζαν και αποκαλούσαν το έθνος τους αλλά το όνομα με το οποίο τους αποκαλούσαν οι Ρωμαίοι. Οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν με το ελληνικό «Τυρρηνοί», και «Τυρσηνοί» (καθώς και με το λιγότερο γνωστό « Ραζένοι»), όνομα με το οποίο αποκαλείται και ή θάλασσα της περιοχής «Τυρρηνικό Πέλαγος».11

Σύμφωνα με τον Στράβωνα ο Τυρρηνός ήταν γιος του Τήλεφου, (γιού του Ηρακλή) και της Ιέρας. Είχε δε αδερφούς τον Λυδό (Λυδία), τον Καρό(Καρία) και τον Τάρχωνα (ίδρυσε την Ταρκυνία, σημερινό Κορνέτο)

(Στράβων Ε ́219).

Και κατά τον Ηρόδοτο, ο οποίος κατάγονταν μαλιστα από την Καρία, ο Λυδός και ο Κάρ ήταν αδέρφια και μίλαγαν την ίδια γλώσσα.

Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς

(Διον. Ά εισαγωγή),

γράφει πώς οι Ετρούσκοι είναι Έλληνες, που μαζί με τους Λύκειους, τους Οίνωτρους, τους Πευκέστες (Πεύκωνες), τους Λέλεγες και άλλους Πελασγούς, εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία. « Οι Ετρούσκοι είναι πανάρχαιο ελληνικό φύλο, καταγόμενο από τα Τούρσα της Μ.Ασίας. Αρχηγός τους ήταν ο Τυρσηνός, γιος του  ́Αττιου, ο οποίος ήταν γιος του Μίνωα». Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, και ο Θουκυδίδης υποστηρίζουν το ίδιο.

Οι Κάβειροι ή Κορύβαντες, οι δύο αδερφοί, συνοδοί της θεάς Κυβέλης και ιδρυτές των Καβείριων μυστηρίων στην Σαμοθράκη (νησί δίπλα στη Λήμνο, κοιτίδα επίσης των Τυρρηνών- Πελασγών), πήραν το κουτί στο οποίο φυλάσσονταν το πέος του θεού Διόνυσου και το μετέφεραν στην νέα πατρίδα των Τυρρηνών, στην Ιταλία.

(Κλήμ. Β, 19).

O Ελλάνικος ο Λέσβιος ισχυρίζεται (όπως μας μεταφέρουν την άποψή του ο Θουκυδίδης και ο Σοφοκλής), ότι οι Τυρρηνοί ονομάζονταν

11 Η ετυμολογία του Τυρσηνός= Τύρινς σημαίνει πύργος- φρούριο. Είναι η ίδια με την Πελασγική πολη Τιρυνς -Τίρυνθος της Πελοποννήσου. Τούρσα ήταν η πόλη της Μ. Ασίας απ’ όπου κατάγονταν. Σημειώνεται ότι «Ετρούσκους» τους αποκαλούσαν οι Λατίνοι, ενώ οι ίδιοι ονόμαζαν τους εαυτούς τους με το ελληνικό- πελασγικό όνομα «Τυρρηνοί».


νωρίτερα Πελασγοί, όταν δε εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία, έλαβαν αυτό το όνομα (δηλ. το Ετρούσκοι-Τυρρηνοί)

Ο Αθηναίος συγγραφέας Αντικλείδης τις πηγές του οποίου επικαλείται ο Στράβωνας (c 221) μας πληροφορεί ότι οι Τυρσηνοί μετανάστευσαν στην Ιταλία από την νήσο Λήμνο του βορείου Αιγαίου, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τα μικρασιατικά παράλια της Δαρδανίας- Τροίας. Ταυτόχρονα με την Ιταλία, μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν και στην Αθήνα.

« Όπως μαρτυρεί ο Έφορος, και την Λέσβο ονόμαζαν Πελασγία και την Πελοπόννησο, και ο Ευριπίδης ακόμα στην τραγωδία Αρχέλαος, ισχυρίζεται ότι: Ο Δαναός ( ο Πελασγός), που είχε πενήντα κόρες, αφού ήλθε στο Αργος, έφτιαξε αυτή την πόλη στο Ίναχο ποταμό... και ο Αντικλείδης δε μαρτυρεί πώς πρώτοι αυτοί, οι Πελασγοί, έκτισαν τις πόλεις της Λήμνου και της Ίμβρου και ότι κάποιοι εξ αυτών μαζί με τον Τυρρηνό, γιο του Αττυος, έφυγαν για την Ιταλία...».

(Στράβων c 221-221)

.


Ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνει και αυτός την πληροφορία, ότι στην Λήμνο ζούσαν Πελασγοί, επονομαζόμενοι Τυρρηνοί

(Θουκ. Δ. 109). Την ελληνική καταγωγή των Ετρούσκων όμως μας την μαρτυρούν και τα αρχαιολογικά ευρήματα, μερικά από τα οποία θα δει ο αναγνώστης στις σελίδες αυτού του βιβλίου, με εικόνες Ελλήνων ηρώων και θεών, αλλά και οι επιγραφές. Από αυτές φαίνεται ότι, τόσο το αλφάβητο όσο και η γλώσσα των Ετρούσκων ήταν καθαρά ελληνική. Είναι δε απορίας άξιον ότι παρά την ανάγνωση πολλών εξ’ αυτών, αρκετοί εμμένουν στην άποψη πως η γλώσσα των Ετρούσκων παραμένει ως σήμερα άγνωστη!

Βρέθηκαν πολλές χιλιάδες επιγραφές και δύο κείμενα 120 περίπου λέξεων. Από το λεξιλόγιο και τα κύρια ονόματα φαίνεται καθαρά ότι πρόκειται για ελληνικά, τουτέστιν πελασγικά.


Ετρουσκ. - Αρχ.ελλην. - Νεοελληνική

Φρούντα = βρεντή-= βροντή

νάνας = ιπτάμενος, από το νανώ= ίπταμαι-πετώ

κλάν = τέκνο , κέλωρ, εγγονός, γιός. Κελώριον= παιδί

σεκ = κόρη, η σκω= η παιδίσκη, το κορίτσι

θούρα= αδελφός, θορός=θείος , αδελφός

ρακουνέτα= ρωκομένη- λυπημένη, ρώκομαι = λυπούμαι.

Ανδας = βοριάς, αντάρα

άρακος = γεράκι , ιέραξ

άρσε = απότρεπε, του ρημ . αράττω= διώκω, χτυπώ, κρούω

σβάλκε = σβέννυμι = σβήνω δηλαδή πεθαίνω.

Λάπ = πίνω, από το Λάπτω = πίνω, λάπτης = οινοπότης

σούθι = σωρός

Αριθμοί

μαχ = μία, (κρητικά μάκ)

θού = θοιά, δυό, δυάς

Σα = τάρεσα = τέσσερα

τσί = τρία, (τσία στα πελασγικά).

Επίθετα, σε σχέση με τα νεοελληνικά επίθετα

Βέρου = Βέρας

Ζίκου = Ζίκος

Ζούλου= Ζούλας

Τσέλου= Τσέλος

Λάρου = Λιάρος

Νάζου = Νάζος


Σούρε = Σουρής

Χάνου = Χάνος

Κούνου, = Κούνος

καί πολλά άλλα

Ονόματα θεοτήτων

Τίνα ή Τίνια = Ζεύς, (Δίας, κρητική μορφή Τήνα)

Απούλου ή Απλου, Απόλλων, (Θεσσαλικός τύπος Απλών ή Απλούν)

 ́Αρτουμες ή  ́Αρτουμ =  ́Αρτεμις

Μενέρβα = Αθηνά ( από εδώ το πήραν οι Λατίνοι)

Τουράν = Ουρανία Αφροδίτη, Θουραία Αφροδίτη

Λαράν =  ́Αρης ο θεός του πόλέμου

Φουφλούν = Διόνυσος, από τον τύπο Φλέων, Φλίος, Φλεύς (παλιότερος

τύπος του ονόματος του Διονύσου

Ευτούρπα= Ευτέρπη

Χάρουν = Χάρων

Αθρπά = Ατροπός (μοίρα).

Και πολλά άλλα.

Ονόματα ελληνικής ιστορίας

Ουρούσθε= Ορέστης

Κλουθμούσθα = Κλυταιμνήστρα

Ατρέσθε =  ́Αδραστος

Τούτε = Τυδεύς

 ́Ατουνις =  ́Αδωνις

Κάσντρα = Κασσάνδρα

Πέσκε = Πήγασος


Πουλτούκε = Πολυδεύκης

Αχμεμρούν =Αγαμέμνων

Αρεάθε =Αριάδνη

 ́Ερκλε = Ηρακλής

 ́Αχλε = Αχιλλεύς

Μένλε = Μενέλαος

Ελινάι = Ελένη

 ́Ελσντρε = Αλέξανδρος

Ουθουζέ = Οδυσσεύς

Τερασία =Τειρεσίας

Σπουδαιότερες πόλεις τους ήταν η Λούκα ή (Λέουκα) Λεύκα, η Ρίζα, η Τελαμών12, οι Πείσαι, το Αρρήτειον και ο Πύργος ο οποίος βρίσκόνταν πολύ κοντά στη Ρώμη, όλες με ελληνικές ονομασίες, σ’ αντίθεση με τις άλλες πόλεις της μέσης και βορείου Ιταλίας που είχαν ξενικά ονόματα (εξαιρείται το Παλατίνο, αρχαία αρκαδική αποικία, πρόπλασμα της Ρώμης και η ίδια η Ρώμη, Ρώμα στα δωρικά= δύναμη, ισχύς, Ρωμαλέος = Ρώμουλους= ισχυρός).

Αποδεικνύεται έτσι περίτρανα ότι, τόσο η γλωσσολογία όσο και η αρχαιολογία , επιβεβαιώνουν τις πηγές του Αντικλείδη του Ηροδότου ( 6ο βιβλίο), του Θουκυδίδη, του Στράβωνα, του Βιργιλίου με την Αινειάδα, τον καθηγητή George Thomson πού υποστήριξε με πάθος στο βιβλίο του «προϊστορικό Αιγαίο», ότι: «οι επιγραφές που βρέθηκαν στην Λήμνο είναι σε γλώσσα συγγενική με την Ετρουσκική» αλλά και τον μεγάλο αρχαιολόγο, Μάικλ, Βέντρις, που ανέγνωσε την γραμμική

12 Από τον Έλληνα ήρωα, βασιλιά της Σαλαμίνας και πατέρα του Αίαντα ( Ajax). Κατά την μυθολογία την έκτισε ο αργοναύτης Τελαμώνας όταν στάθηκε εκεί, επιστρέφοντας από την νότιο Αμερική, όπου σύμφωνα με τις τελευταίες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, που επιβεβαιώνουν τά όσα γράφουν στα μέχρι πρότινος απαγορευμένα «αργοναυτικά» του Απολλόδωρου του Ρόδιου και οι Ορφικοί Υμνοι, ταξίδευσαν οι Αργοναύτες.


β ́ και πρώτος συσχέτισε την Πελασγική με την Ετρουσκική, την Μινωική και τις μικρασιατικές γλώσσες, (Καρική, Λυδική, Χετιτική, Λυκιακή, κ.λ.π.). Ωστόσο η Ιταλική ιστοριογραφία επιμένει σε χάρτες και βιβλία να την χαρακτηρίζει , όχι απλά «μη ελληνική», αλλά «μη ινδοευρωπαϊκή» !

Επειδή όμως είναι πάλι λίγο ασαφής η ημερομηνία άφιξης των Τυρσηνών στην Ιταλία, θεωρούμε ως terminus post quem το 2.300 ως το 2.000 π.χ. όταν αναφέρονται οι πρώτες συγκ-ρούσεις των Τυρσηνών με τους Γαλάτες και βρίσκονται τα πρώτα αντικείμενα που μαρτυρούν την εγκατάσταση τους, και λέμε ότι οι Τυρρηνοί εγκαταστάθηκαν στην Τοσκάνη πριν το 2.000 π.χ. μέχρι και τον terminus ante quem τον 12 αιών π.χ., που κατά τον Σλήμαν έγινε ο τρωικός πόλεμος.


καποια ιταλικη άποψη (από σάιτ του Ιντερνέτ) για τη μη Ινδοευρωπαική Γλώσσα των Ετρούσκων και των Σικελών. Μπορεί να τους βαφτίσει ακόμα και Κινέζους στο ιντερνετ.

Η Τυρρηνική επιγραφή της Λήμνου

Η επιγραφή βρέθηκε το 1886 στο χωριό Καμίνια της Λήμνου. Παρ ́ότι ήταν γραμμένη με το ελληνικό αλφάβητο, ήταν άγνωστη η λαλιά της. Τελικά μετά από επίμονες προσπάθειες του Ιάκωβου Θωμόπουλου, αποκρυπτογραφήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Στη συνέχεια την μετέφρασαν, άλλοι τρεις ερευνητές οι Γάλλοι Cousin, Durrbach και o Σουηδός Νachmanson, όλοι με παρόμοια αποτελέσματα. Δηλαδή ελληνικά. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα, κάθε λέξη της επιγραφής απαντάται στο «λεξικό των ελληνικών διαλέκτων» του Ησύχιου του Αλεξανδρινού και στα έργα του Ομήρου. Είναι δε τεράστια η σημασία της αποκρυπτογράφησης, όχι μόνο γιατί απέδειξε την ελληνική καταγωγή των Ετρούσκων, αλλά γιατί παρουσίασε εύγλωττα και ανάγλυφα την σύνδεση της Ελληνικής με την Πελασγική γλώσσα, και την εξέλιξη της, επιβεβαιώνοντας τον Ηρόδοτο, τον Στράβωνα, τον Ησίοδο και άλλους αρχαίους συγγραφείς, που έγραφαν ότι: οι Έλληνες θεωρούν τους εαυτούς τoυς αυτόχθονες και απογόνους των Πελασγών, πώς καμία παράδοση για κάθοδο τους από τον βορά δεν υπάρχει, ( πλην των Δωριέων ή Ηρακλειδών που επέστρεψαν από την Μακεδονία, όπου τους είχε εξορίσει ο Ευρυσθέας, προς την Πελοπόννησο). Επιβεβαίωσαν επίσης και πολλούς έντιμους σύγχρονους επιστήμονες και πάνω απ’ όλα τον καθηγητή του Κέιμπριτζ Τζών


Τσάντγουικ13, έστω και ετεροχρονισμένα, γιατί ο Τσάντγουικ είναι νεώτερος, που υποστήριζε την αυτόχθονη καταγωγή των Ελλήνων και της ελληνικής γλώσσας, απορρίπτοντας τις ναζιστικές και πανγερμανικές, και φυσικά παντελώς αναπόδεικτες και φανταστικές, θεωρίες περί ύπαρξης Ινδοευρωπαίων και καθόδου των Ελλήνων στη Μεσόγειο, από ένα απροσδιόριστο βορρά!

1

2

13John Chandwick, The Mycaenean Word, Kaimbridg, 1977

.


Ας δούμε τι γράφει η πρώτη επιγραφή14

1)Ηόλαιε = Ηόδαιε= ω οδίτα, δηλαδή, ω οδοιπόρε

2)ζ = αναφορική αντωνυμία = ο οποίος

3)ναφ = νοώ = γνωρίζω, δωρικό ρήμα νάφω= έχω το νού μου, νηπτικοί

πατέρες στο Βυζάντιο.

4)ου = προσωπική αντωνυμία β’ προσώπου = σας

5)ζιάζι ή διάδι = δήιος και δάιος = δυστυχής, άθλιος ( το ζ γίνεται δ στην

Αιολική διάλεκτο όπως Δεύς αντί Ζεύς)

Έτσι ο πρώτος στίχος λέει : Οδοιπόρε, εσύ ο οποίος γνωρίζεις τις δυστυχίες σας.

6)μαράζ= μαρασμός , μάρανση, μελαγχολία

7)μαβ = μάρπτω = κρατώ, συλλαμβάνω

Ο δεύτερος στίχος λέει: κράτα μαράζι δηλ. έχε λύπη.

8)σιάλ = ιάλλω= στέλλω, πέμπω, προιάλλω, προπέμπω

9)χFει= δεικτική αντωνυμία = εκείνος

10)ζ = ο οποίος

11) αFιζ = αίσσω και άττω = ορμώ, επιποθώ. Στο λεξικό του Ησύχιου «Αβέσσει»= επιποθεί. Στα δωρικά αίτας «αFίττας» = εταίρος φίλος, γείτονας.

14  ́Αννα Δημητρίου, Πελασγοί, 1ος τομ. ,Νεα Θέσις , Αθήνα, 1994


Ο τρίτος στίχος λέει: όταν επήλθε εκείνος ο οποίος γειτονεύει.

12)ε= κτητική αντωνυμία γ’ προσώπου= αυτού, αυτής

13) Fίσθο= ιωνική διάλεκτος Fισθίη, δωρική ιστία = εστία

14)ζέρον= γ’ ενικό παρατατικού οριστικής του ρήμ. ερύομαι= σώζω

15)άιθ = προσωπική ή δεικτική αντωνυμία = αυτός

16) Fα = διαζευκτικός σύνδεσμος = ή

17)Μάλα = α)πλήθος β) πόθος, γ) βουνό

18) σιάλ, ζερόν, άιθ, τις είδαμε παραπάνω.

19)μοριναίλ= εθνικό όνομα, Μυρηναίος (Μόρινα στα τυρρηνικά η Λήμνος)

Ο τέταρτος στίχος λέει: ή όταν η Μαλίς γη επήρχεντο, έσωσε αυτός τους Μυριναίους.

1)άκερ = αλλά , εντούτοις, στον Όμηρο απαντάται ως ατάρ

2)Ταβάρζι = ω Ταβάρζιε (όνομα)

3)ζιFάι = από το ρήμα ζήFω = ζήβω, ζω

Ο τέταρτος στίχος: Αλλά ω Ταβάρζιε ας ζεις

Συνολικά: Ο νεκρός Ταβάρζιος από την Μύρινα, έσωσε την πατρίδα του πρώτα από τους γείτονες επιδρομείς (από την Θράκη) και στην συνέχεια από τους Μαλιείς. Καλείται ο οδοιπόρος να έχει διαρκή θλίψη για τον θάνατο του ήρωα αυτού.

1.4 Άλλες Πελασγικές φυλές.

Η Νότια Ιταλία, ήταν κατοικημένη από ελληνικές φυλές, χιλιετηρίδες πριν το ταξίδι του Οδυσσέα σε αυτήν. Οι ελληνικές πόλεις Κρότων, Ρήγιο, Κατάνη, Ελωρος, Γέλα, Ακράγας, Λοκροί υπήρχαν πολύ πριν τον αποικισμό της αρχαϊκής


περιόδου (8ος π.χ. αιών). Οι Έλληνες πού ήρθαν τότε βρήκαν εκεί άλλους Έλληνες, τους Ιάπυγες, τους Πεύκωνες (από το πεύκο), τους Ηλείους, τους Λευκανούς (Λεουκανούς ή Λουκανούς στα Λατινικά), τους Ηπειρώτες « ‘Ελυμους και Χάονες ή Χώνες κ.λ.π. Οι Έλληνες του 8ου αιώνα . π.Χ. βρήκαν εκεί ποτάμια, λίμνες και πελάγη με ελληνικά ονόματα , που απ’ ότι αποδεικνύει η επιστήμη τα υδρονύμια είναι τα πιο συντηρητικά στις γλωσσικές αλλαγές. Δηλαδή, η ονομασία τους παραμένει ακόμα κι’ αν αλλάξει ο λαός που τα κατοικεί. Οι ποταμοί Τύρρος, Αίσαρος, Σύμαιθος,  ́Ελορος, Χάλυκος,  ́Υψος, Ασίνης, Χρύσας, τα βουνά Αίτνα, Κρόνιον, Βάρβαρον, Ποσειδώνιον, Οικόνομος, τα πελάγη Αιγόνιο, κατόπιν Σικελικό, Αδριατικό, Τυρρηνικό πέλαγος κ.λ.π.

Γνώριζαν και ονόμασαν από τα προϊστορικά χρόνια τα νησιά Κάπρι (Καπρία), Λευκωσία (Λικέζι), Πανδατερία (Βεντοτάνη), Ποντία (Πόντσα), Πιθηκούσα (Ισκια), Προχύτη (Προτσίντα) κ.λ.π.(Στρ. c.123)

Mεσαππική επιγραφή του 7ου π.χ. αιώνος. Και σε ελληνικό αλφάβητο και σε ελληνική γλώσσα! «Στην βασίλισσα (ΑΝΑ- ΑΝΑΞ-ΑΝΑΚΤΟΡΟ...) Αφροδίτη, από την Λαχώνα Θεοδορίδδα και την Ιππακα. Η Θεοδορίδδα είναι κόρη (φίλια=συγγενής=προσφιλής=παιδί) του Θάοτορ Κεοσόρρες».

Η Μεσσαπική είναι κατά 100% ελληνική διάλεκτος. Διαβαζοντας το «Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών Διαλέκτων», του Ησυχίου, θα διαπιστώσουμε ότι σχεδόν το 90% των λεξεων της Λατινικής επίσης, γλώσσας, κ είναι ελληνικό. Και η Λατινική είναι μια ελληνική διάλεκτος, που ομοιάζει καταπληκτικάμε την Αττική ( παρότι ως διάλεκτος είναι εξέλιξη και κατάγεται από την Αιολική).

Ο Οίνωτρος γιος του Λυκάωνος, του βασιλέως της Αρκαδίας και εγγονός του Έλληνα, «έφτασε με πλοία στην Ιταλία και ονόμασε την


χώρα που βασίλευσε με το όνομα του»

(Παυσανίας, αρκαδικά, 3. Μιλάει για την φυλή των Οινότρων της Ν.Ιταλίας).

Ο Βρεττός ( Brutus) ηταν γιος του Ηρακλη και της Βαλήτου

Ο Ακράγας πριν πάρει αυτό το όνομα, ονομάζονταν Μινώα, διότι «αυτή από πολύ παλιά είχε κτισθεί από τον Μίνωα»

(Διόδ. Σικελιώτη, ιστ’ , 9).

Μετά την πτώση της Τροίας ο Ιδομενεύς έφτασε στην Απουλία, ενώ άλλοι Κρήτες στην Σικελία : «ο Μηριόνης ο Κρής, που ζούσε στην Σικελία, καλοδέχτηκε τους Κρήτες που κατέπλευσαν εκεί μετά την άλωση της Τροίας, λόγω της συγγένειας και του πολιτισμού που αυτοί είχαν μεταδώσει εκεί»

(Διόδ. Δ, 79).

Το όνομα Τρινακρία «τρία άκρα» δείχνει ότι από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες ήξεραν κάθε γεωγραφική λεπτομέρεια της Σικελίας. Και τέτοια γνώση δεν δίνει μία απλή επίσκεψη, με τα μέσα της εποχής, αλλά μόνιμη παραμονή αιώνων.

Η πρώτη ονομασία του Σικελικού Πελάγους ως Αιγόνιον Πέλαγος (Αιγαίο), το οποίο οι Ελληνες της Μυκηναικής περιόδου μετονόμασαν σε Σικελικό, δείχνει ότι η θάλλασσα αυτή ήταν οικία στους Ελληνες όπως και το Αιγαίο.

Και «στην Ρώμη είχαν εγκατασταθεί Πελασγοί»

(Πλούταρχος, Ρωμύλος, 1)

. Αναφέραμε την ετυμολογία της λέξης Ρώμη-Ρώμα στα δωρικά = ισχύς- δύναμις, Ρωμύλος = Ρώμουλους = ισχυρός, δυνατός. Βέβαια, τόσο η αρκαδική αποικία Παλατίνο, όσο και η Πελασγική - Τυρρηνική Ρώμη, μεγάλωσαν και έγιναν η κατοπινή υπερδύναμη, υπό την ηγεσία, των Λατίνων. Και ο ποταμός Τίβερις επίσης πήρε το ονομά του από τον σύζυγο της Μαντώς, κόρης του μάντη Τειρεσία. Η ίδια η Μαντώ φέρεται ως ιδρύτρια της πόλης Μάντουα.

Ο Στράβων και ο Παυσανίας αναφέρουν μια παλιά μυθική παράδοση των Ρωμαίων. Μια παράδοση που επιβεβαίωσε και ο Ρωμαίος ποιητής Κούλιος, δέχεται πώς «η Ρώμη είναι ελληνικό κτίσμα» ( Στρ. c, 230)

. Ο Πλούταρχος γράφει ότι στη Ρώμη γίνονταν γιορτές προς τιμήν της Καρμέντα, συζύγου του εποικιστή της πόλης, Ευάνδρου (αυτού που υποδέχτηκε στο Παλατίνο τον Ηρακλή) που κατάγονταν από την Αρκαδία, καθώς και για τον Λύκαιο Απόλλωνα της Αρκαδίας.


Το ότι η πληροφορία του Στράβωνα είναι ακριβής το αποδεικνύει το γεγονός ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αντωνίνος Πίος, (β αιών μ.χ.) απάλλαξε από τούς φόρους το Παλατίνο της Αρκαδίας, σε ένδειξη τιμής για την καταγωγή της Ρώμης

(Παυσανία Αρκαδικά,8.43)

. Κι ́ ακόμα τα περίφημα πελασγικά κάστρα «Κάστρα Πελάσγκικα», που σώζονται ως σήμερα στα περίχωρα της Ρώμης, ακριβώς στο χωριό πού γεννήθηκε ο Κικέρων.

«Η εγκατάσταση των Ελλήνων στην Ιταλία ανάγεται στην εποχή του Κρόνου»

(Πλουτ. Ρωμαικα αίτια, 41)

. Ο Κρόνος ήταν ο βασιλεύς των θεών πριν τον Δία και πατέρας του Δία. Άρα οι Έλληνες κατοικούν την Ιταλία πολλές χιλιετηρίδες.

Ο Ιανός, «Έλλην εκ Περραιβίας», γιος του Απόλλωνα και της Κρέουσας, βασίλευσε και δίδαξε στους ντόπιους γεωργία, τους εκπολίτισε και τους άλλαξε γλώσσα

(Πλουτ. Ρωμαϊκά αίτια, 22)

. Ο Ιανός ήταν ο κατοπινός Ρωμαίος Θεός, «Ιανουάριος», η δε Περραιβία είναι η Θεσσαλία.

Ο Ναύπλιος, εγκαταστάθηκε, πολλά χρόνια πριν το ταξίδι των Αργοναυτών στην Αμερική, στα νησιά Μελίτη (Μάλτα), Λαμπεδούσα και Κόσουρα.

Ο Διομήδης ίδρυσε την Ραβένα (Ραουένα) και ονόμασε τα απέναντι νησιά (Tremiti) Διομήδεια νησιά.

Ο Αδρίας ίδρυσε την Αδρία και ονόμασε την Αδριατική θάλασσα με το όνομα του.

Οι Αρκάδες Πελασγοι ιδρυσαν το Βρενδέσιο (Brintezi). Το ονομά του το πήρε από την λέξη «Βρένδον» με το οποίο «καλουσι τον ελαφον οι Μεσσάπιοι και Βρέντιον την κεφαλή της ελάφου». Η λεξη Βρένδος είναι ελληνική- πελασγική και στην Αρκαδία υπήρχε η προιστορική μητρόπολη του Βρινδησίου, η Βρένθη, που σήμαινε επίσης ελαφος ( Παυσανιας,Η,28,7). Η πόλη εγινε ρωμαική αποικία μολις το 246 π.Χ.

Η Σκύλλα ( Η αντίπερα της Χάρυβδης στο στενό της Μεσσήνης) ήταν κόρη του Φόρκη, εγγονή του Ωκεανού και ιδρύτρια της ομώνυμης πόλης που κατοικείται εως σήμερα.

Στην Σαρδηνία, οι Έλληνες είχαν φτάσει χιλιετίες πριν τον Οδυσσέα. Την αποκαλούσαν μάλιστα «Ιχνούσα», διότι το σχήμα της νήσου ήταν σαν πατούσα, ίχνος ανθρώπου. ( Παυσανία, Φωκικά, 17). Ο γιος του Ηρακλή και της Λιβύης,


Σάρδος, την μετονόμασε σε Σαρδώ, όταν την έκανε βασίλειο του. Αργότερα έφτασαν άλλοι Έλληνες έποικοι από τις Θεσπιές της Βοιωτίας (περιοχή απ’ όπου κατάγονταν και οι Μεσσάπιοι της Απουλίας), υπό τον Ιόλαο, και ίδρυσαν τις πόλεις Ολβία και Οργύλη (Παυσαν. 17).

Η Κορσική οφείλει το όνομα της στον Κύρνο, επίσης γιο του Ηρακλή (Πολύβιου ιβ’, 3 και Παυσαν. Φωκ. 17).

Η δε Βενετία και οι Βενετοί, (Ουενετοί κατά τον Διόδωρο, α, 25), «αξιολογότατο ηταν τμήμα της φυλής των Παφλαγόνων, του οποίου, βασιλιάς ήταν ο Πυλαιμένης, (που τους οδήγησε στον τρωικό πόλεμο), διάβηκαν στην Θράκη μετά από την άλωση της Τροίας και αφού περιπλανήθηκαν αρκετά, έφτασαν τώρα στην περιοχή της Βενετίας» (Στρ. c253).

1.5 Ο Όμηρος, ο Βιργίλιος και η Ιταλία

Είναι βέβαιο ότι το σημαντικότερο έργο που γράφηκε στην λατινική γλώσσα είναι η «Αινειάδα» του Βιργιλίου. Είναι το πλέον σημαντικό βιβλίο της λατινικής και διδάσκεται στην Ιταλία σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης όπως ο Όμηρος στην Ελλάδα. Οι πηγές όμως του Βιργιλίου ανάγονται όλες σε παλαιότερους Έλληνες συγγραφείς και πιθανό σε προφορική παράδοση κατοίκων της Ετρουρίας, που βρίσκονταν στην περιοχή ελάχιστα βόρεια της Ρώμης. Σύμφωνα λοιπόν με την Αινειάδα, ο Αινείας, γενάρχης των Ετρούσκων και των Ρωμαίων ήταν από την Τροία και μετανάστευσε στο Λάτιο μετά την καταστροφή της (Οι περισσότερες ελληνικές πηγές και οι αρχαιολογικές αποδείξεις λένε ότι οι περισσότεροι Πελασγοί πήγαν πριν την καταστροφή της Τροίας στην Ιταλία). Ας δούμε λοιπόν τι λαός ήταν οι Τρώες, και κατά προέκταση οι Ετρούσκοι, κάτοικοι της πόλης Τροίας ή Ίλιον της Μικρασιατικής Δαρδανίας (υπάρχει Δαρδανία και στα Βαλκάνια βόρεια της Μακεδονίας), που ανήκαν στην φυλή των Δαρδανών.

Οι Δαρδανοί ανήκαν στις Πελασγικές, δηλαδή ελληνικές φυλές, ομιλούσαν γλώσσα παρόμοια με τους Αχαιούς, λάτρευαν τους ίδιους θεούς και είχαν τα ίδια ελληνικά ονόματα.

Ο πόλεμος μεταξύ των Αχαιών (μίας από τις πελασγικές φυλές) και των Τρώων (ετερης πελασγικής φυλής), έγινε για τον έλεγχο των στενών του Ελλήσποντου και των Δαρδανελίων, διότι η Τροία δέσποζε των στενών και εμπόδιζε το εμπόριο και την πρόσβαση των Αχαιών στον Πόντο, που ήταν ο κυριότερος σιτοβολώνας της Ευρώπης


Ο Δαρδανός κατάγονταν από την Σαμοθράκη, νησί που κάποτε ήταν ενωμένο με την Θράκη και χωρίστηκε με την καταπόντιση μεγάλου χερσαίου τμήματος που προκλήθηκε από τον κατακλυσμό του Ωγύγου.15 Τότε κάποιοι διασωθέντες με επικεφαλής τον Δαρδανό γιο της Ηλέκτρας, κόρης του Άτλαντος και του Δία, πέρασαν στην Μ. Ασία και ίδρυσαν την Δαρδανία πρωτεύουσα της οποίας ήταν η Τροία (Διόδωρος Σικελιώτης Ε’ 47, 4-5-48)

. Μαζί με τον Δαρδανό ήρθε στην Τροία και ο Ιδαίος, που καθιέρωσε την λατρεία της «Ιδαίας Μητρός» πάνω στο όρος που ονομάστηκε «Ίδη» (Το ίδιο όρος και η ίδια λατρεία υπάρχουν και στην Κρήτη. Και στην άλλη Ελλάδα όμως, λάτρευαν τον «Ιδαίο Ηρακλή»).

Τον Δάρδανο διαδέχτηκε ο γιος του ο Εριχθόνιος, ο οποίος είχε γιο τον Τρώο. Ο Τρώος παντρεύτηκε την Καλλιρρόη και γέννησε τον Ίλιον, τον Ασσάρακα , τον Γανυμήδη και την Κλεοπάτρα

(Απολλόδωρος Γ 12, 2,3,)

.

Ο Τρώος έδωσε το όνομα του στην νότια Δαρδανία που ονομάστηκε Τρωάδα, ενώ η βόρεια εξακολούθησε να ονομάζεται Δαραδανία και το στενό Δαρδανέλια.

Ο Ιλιος, ίδρυσε την ακρόπολη της Τροίας που αποκαλείται στον Όμηρο «Ίλιον». Όταν έψαχνε τόπο να κτίσει την ακρόπολη, προσευχήθηκε στον Δία να του τον υποδείξει. Αυτός του υπέδειξε τον λόφο «Ατης» όπου βρίσκονταν ήδη ναός του Διόνυσου, ρίχνοντας ευοίωνο σημάδι από τον ουρανό, το «Παλλάδιο», δηλαδή ένα ξόανο (ξύλινο άγαλμα), το οποίο ο Ιλιος τοποθέτησε στο ιερό του Ναού που έκτισε.

15

Ηταν ο πρώτος και μεγαλύτερος κατακλυσμός που αναφέρει η ελληνική μυθολογία. Βύθισε μεγάλο μέρος του Αγαίου Βουνού και του Ευξείνου Πόντου και έγινε, με βάση γεωλογικές έρευνες που έγιναν, το 14.500 π.χ. Ο δεύτερος κατακλυσμός ήταν του Κέκροπος. Ο τελευταίος , αυτός του Δευκαλίωνα με την κιβωτό, που μοιάζει με αυτόν του Νώε, έγινε περί το 9.500 π.χ. όπως αναφέρει ο Ησίοδος και ό Πλάτων στον Τίμαιο και στον Κριτία και συνδέεται με τον καταποντισμό της Ατλαντίδος. Ονομάτηκε «κατακλυσμός του Ωγύγου», επειδή τοτε βασίλευε ο Ωγύγος στη Αττικοβοιωτία.


Ο Ιλιος παντρεύτηκε την Ευρυδίκη, κόρη του Άδραστου και απέκτησε τον Λαομέδοντα. Ο Λαομέδων απέκτησε τον Πρίαμο και την Θεμίστη, ο οποίος Πρίαμος ήταν ο πατέρας του Έκτορα και του Πάρη, και ήταν ο τελευταίος βασιλεύς της Τροίας.

Από τον Ιλιο ή Ιλο , ονομάστηκε Ιλιάδα το έργο του Ομήρου.

Πολιούχος θεός της Τροίας ήταν η Αθηνά η Ιλιάς και στον ναό της έστελναν ως υπηρέτες κάθε χρόνο από δύο παρθένες οι Οπούντιοι Λοκροί, πρόγονοι των Λοκρών της Καλαβρίας

Ο Αγχίσης , δισέγγονος του Τρωός, συνουσιάζεται στο όρος της Ίδης με την Αφροδίτη και από την συνεύρεση αυτή γεννιέται ο Αινείας. Ο Αινείας κατάγεται από το γένος του Δία γι’ αυτό και τον αγαπούν οι Θεοί

(Ιλιάδα, Υ, 347στίχος).

Στον Αινεία αναφέρονται επίσης, τα Κύπρια έπη, ο Στησίχορος και ο Σοφοκλής, και παρουσιάζουν τον Αινεία να σπουδάζει στους Κένταυρους στο Πήλιο της Θεσσαλίας και στη συνέχεια, μετά την πτώση της Τροίας, να φεύγει με την άδεια των Αχαιών, κουβαλώντας στους ώμους του τον γέροντα πατέρα του Αγχίση και τον γιο του Ασκάνιο. Ο Ελλάνικος, ο Αριστοτέλης και ο Τίμαιος αναφέρουν την εγκατάσταση του στην Ιταλία και την ίδρυση από αυτόν της Ρώμης. Βέβαια πριν φτάσει εκεί , πέρασε από το μαντείο των Δελφών και, όπως έκαναν όλοι οι Έλληνες που ίδρυαν νέες πόλεις, έλαβε χρησμό για το πού θα εγκατασταθεί16 Η φυγή του δε απεικονίζεται σε δεκάδες αρχαιολογικά ευρήματα των Ετρούσκων (αγγεία τερακκότες κ.λ.π.).

Οι Κρήτες όμως ισχυρίζονταν ότι η Τροία ήταν κρητική πόλη και βρίσκονταν γι’ αυτό σε διαμάχη με τους Δαρδανούς και τους Φρύγες.

Ισχυρίζονταν λοιπόν ότι, κάποτε, πρίν το 4.000 π.χ., έπεσε στην Κρήτη μεγάλη πείνα και ασθένεια. Τότε με επικεφαλής τον Σκάμανδρο, μετανάστευσε μεγάλο μέρος των Κρητών στις ακτές της Φρυγίας, στις ακτές του Ελλήσποντου, όπου κατά την παράδοση πνίγηκε η Ελλη, η

16

Ολες οι ελληνικές αποικίες κτίστηκαν με πρωτοφανή γεωδαιτικό σχεδιασμό κατόπιν γεωμετρικών μετρήσεων με κέντρο τον ομφαλό της γής τους Δελφούς και απέχουν από αυτόν ισοσκελή τρίγωνα. Τον σχεδιασμό τον έκαναν γεωμέτρες και μαθηματικοί και στη συνέχεια η Πυθία έδινε τον χρησμό.


αδερφή του Φρίξου, όταν έπεσε από το χρυσόμαλλο κριάρι. Εγκαταστάθηκαν στις εκβολές του ποταμού Ξάνθου (ο οποίος αργότερα ονομάστηκε Σκάμανδρος, διότι εκεί σκοτώθηκε ο μυθικός ηρωας). Τον λόφο που δέσποζε δεξιά του Σκάμανδρου το ονόμασαν «Ιδη», σε ανάμνηση του όρους Ιδη της Κρήτης, στο Ιδαίον άνδρον17 του οποίου γεννήθηκε ο Θεός Δίας.

Στην περιοχή που εγκαταστάθηκαν υπήρχε πληθώρα μυών. Εκεί έκτισαν ναό προς τιμή του Απόλλωνα, ο οποίος και τους υπέδειξε τον τόπο να εγκατασταθούν, τον οποίο ονόμασαν «Απόλλωνα Σμυδία» από την πελασγική λέξη «Σμύς», που σημαίνει «Μύς», στα δε νεοελληνικά ποντικός.

Μετά τον θάνατο του Σκάμανδρου, αρχηγός των Κρητών έγινε ο γιός του ο Τεύκρος, από τον οποίο και μετονομάστηκαν οι κάτοικοι σε Τεύκροι.

Σύντομα έφτασε από την Σαμοθράκη και ο προαναφερθείς γιός του Δία, ο Δαρδανός, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Βασιλιά των Τεύκρων την Βάτια, και ίδρυσαν μαζί την πόλη Δαρδανία στις ακτές του Ελλήσποντου, που από τότε ονομάζεται και Δαρδανέλλια.

Εγγονός των ανωτέρω ήταν ο Τρώος, ο οποίος μετονόμασε την Δαρδανία σε Τρωάδα, παντρεύτηκε την Κασιρόη (ή Καλλιρόη)και απέκτησε τέσσερις γιούς. Τον Ιλο, τον Γανυμήδη, τον Ασάρακα και την Κλεοπάτρα. Οι γιοί μοίρασαν το βασίλειο, ο Ιλος πήρε την Τροία και ο Ασάρακας την Δαρδανία. Εγγονός του Ασάρακα ήταν ο Αγχίσης και δισέγγονος ο Αίνείας. Απόγονοι του Αινεία στην 14 γενιά ( 14 γενιές μετά) ήταν οι έχοντες ελληνικά ονόματα Ρωμύλος και Ρέμος, κτήτορες της έχουσας ελληνικό όνομα «Ρώμης» .

Ο διάδοχος του  ́Ιλου, ο Λαομέδων, θέλησε να ενώσει τις φυλες των Τρώων. Στην προσπαθειά του τον βοήθησαν οι θεοί Απόλλων και Ποσειδών καθώς και ο Αίαντας (Αίας από την Σαλαμίνα, ιδρυτής της πόλης Αιάντειον της Κορσικής). Ο Λαομέδων όμως δεν έδωσε τα ανταλλάγματα που είχε υποσχεθεί στους Θεούς και αυτοί έστειλαν, λιμό, σεισμό και ένα θαλασσινό θηρίο για να τιμωρήσουν την Τροία. Το

17

Ανδρον είναι η σπηλιά.


μαντείο διέταξε τον Λαομέδοντα να θυσιάσει την κόρη του Εσιόνη στο θηρίο για να λυτρωθεί η πόλη. Τότε έφτασε ο Ηρακλής με τον φίλο του τον Τελαμώνα γιό του Αίαντα, (προς τιμή του έφτιαξαν οι Ετρούσκοι την πόλη Τελαμών στην Ιταλία) και θαμπωμένοι από την ομορφιά της Εσιόνης σκότωσαν το θηρίο και απάλλαξαν την Τροία. Ο Λαομέδων όμως ουτε τις υποσχέσεις προς τον Ηρακλή κράτησε. Ετσι ο Ηρακλής με τον Τελαμώνα κατέκτησαν την πόλη, με αποτέλεσμα ο Λαομέδων να υποχωρήσει και να δώσει την Εσιόνη, σύζυγο στον Τελαμώνα. Ο Τελαμώνας τότε, απελευθέρωσε τον γιό του Λαομέδοντα τον Ποδάρκη, που πήρε το όνομα Πρίαμος, που στα πελασγικά σημαίνει «απελεύθερος».

Η δυναστεία του Πριάμου ήταν η τελευταία πρωτού οι Αχαιοί καταστρέψουν την Τροία και ο Αινείας φύγει για την Ιταλία, όπου θα ιδρύσει το κράτος των Ετρούσκων και εξ αυτών οι Ρωμύλος και Ρέμος την Ρώμη.

Οι Ετρούσκοι και οι ‘Ελυμοι της Σικελίας που λέγονταν ότι ήρθαν και αυτοί από την Τροία, και οι άλλοι Πελασγοί (Αχαιοί, Κρήτες, Φρύγες..., ακόμα και οι αρχαιότεροι Αιγαίοι), ήταν ο ίδιος λαός. Μιλούσαν την ίδια γλώσσα, είχαν τους ίδιους θεούς, τα ίδια έθιμα, την ίδια αρχιτεκτονική και όπως λέει ο Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος, ή μόνη διαφορά ήταν η προφορά στην γλώσσα. Ηταν δηλαδή Ελληνες και διέφεραν με τις ντόπιες φυλές των Απενίνων και με τους Κέλτες ή Γαλάτες που κατοικούσαν στα κεντροβόρεια..

++++++++++++++++++++++

Στην Οδύσσεια του Ομήρου, η Σικελία και η Ν. Ιταλία αναφέρονται πολλές φορές και με τρόπο που δείχνει ότι κάθε άλλο παρά τόπος άγνωστος και εχθρικός .

Στην Οδύσσεια, ένας από τους μνηστήρες λέει στον Τηλέμαχο να πάει στη Σικελία να πουλήσει ως δούλο τον Θεοκλύμενο και τον Οδυσσέα, που ήταν μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο.

( Υ, 282-284).

Ο γέρο Λαέρτης, πατέρας του Οδυσσέα, είχε μία Σικελή στο εξοχικό που ζούσε αποτραβηγμένος, που τον γεροκομούσε

(ω 209-210).


Ο Οδυσσέας επίσης, ισχυρίζεται ότι κατάγεται από την πόλη Αλύβαντα της Σικελίας.

(ω 302-304)

. Στην πόλη αυτή λατρεύονταν ο δαίμων (θεός) Αλύβας. Πρόκειται για προϊστορική ελληνική θεότητα, που λατρεύονταν μόνο σ ́αυτή τη πόλη της Σικελίας. ̈

(Αλύβας: Σύντροφος του Οδυσσέα. Βιασε μια παρθενα και τον σκοτωσαν με λιθοβολισμο. Το φαντασμα του εκτοτε εμφανιζονταν συχνα και σκοτωνε ανθρωπους. Οι Σικελοι κατοικοι της Τεμέσα, απευθυνθηκαν στο Μαντειο των Δελφων και το Μαντειο τους συμβουλευσε να κτισουν ναο προς τιμη του Αλυβαντα και να του προσφερουν κάθε χρονο μια παρθενα στην υπηρεσια του!).

Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε την Σκύλλα και την Χάρυβδη στο στενό του Ρηγίου και την Μεσσήνης τους Λαιστρυγόνες κ.λ.π., γιατί είναι γνωστά.

1.6 Οι Μυκηναίοι - Αχαιοί στην Ν. Ιταλία.


Εκτός από τους Πανάρχαιους Αιγαίους (πριν το 3.000 π.χ.), τους Μινωίτες (Κρήτες) και τους Πελασγούς· και οι Μυκηναΐοι - Αχαιοί είχαν εγκατασταθεί την Ιταλία από το 2.000 ως το 1000 π.χ. Σύγχρονες ανασκαφές των ιταλικών πανεπιστημίων απέδειξαν ότι η πόλη Θάψος (Thapsos) στην Σικελία, βόρεια των Συρακουσών, το νησί Castiglione στον κόλπο της Νάπολης, το Valle di San Montano στίς Πιθηκούσες , όπου βρέθηκε σε τάφο το περίφημο «Ποτήριον του Νέστωρος» από το 831 π.χ., το Scoglio del tonno ανατολικά του Τάραντα, η Punta delle terrare βόρεια του Οτράντο και η Torre Casteluccia στην Καλλίπολη στον κόλπο του Τάραντα, η Αργυρίππα, πόλη με πλούσια ορυχεία αργύρου, το Ιππιον Αργος και πολλές άλλες ήταν μυκηναϊκές πόλεις, αλλες με γνωστή και άλλες με άγνωστη σε μας σήμερα, ελληνική ονομασία

Σήμερα ανασκαφές γίνονται σε πολλές ακόμη περιοχές, της Σικελίας και της Ν.Ιταλίας κυρίως προς την πλευρά της Αδριατικής και του Ιονίου, διότι υπάρχουν ευρήματα που μαρτυρούν μεγάλο αριθμό μυκηναϊκών πόλεων.


1.7 Ο Πανιλλυρισμός

Με τον όρο «Ιλλυριοί» χαρακτηρίζονταν μία πανσπερμία , άνω των 100 φυλών, που καταλάμβανε ένα τεράστιο χώρο, από την Πανονία (Ουγγαρία), ως την Ηπειρο. Από αυτές τις φυλές, σύμφωνα με τις γραπτές πηγές των αρχαίων Ελλήνων και των Ρωμαίων συγγραφέων αλλά και τις αρχαιολογικές ανασκαφές, ως γνήσιες Ιλλυρικές, δηλαδή πελασγικές (ελληνικές), μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο 20, που κατοικούσαν από την Ηπειρο μέχρι τις εκβολές του ποταμού Νερέτβα στην Δαλματία.

Οι αρχαίοι συγγραφείς τους θεωρούσαν Ελληνες. «Λαός ομοιογενής των Ελλήνων» (Θουκιδίδης) και «με τους Μακεδόνες ομοιάζουν» (Στράβων). Οι ίδιοι οι Ιλλυριοί δε, θεωρούσαν τους εαυτούς τους Πελασγούς.

Για την γλώσσα που μιλούσαν δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε διαφορετικό, πέραν του ότι οι 20 γνωστές φυλές από την Ηπειρο ως τον Νερέτβα, μιλούσαν κάποια ελληνική διάλεκτο, ενώ είναι άγνωστο το τι γλώσσα μιλούσαν οι άλλες φυλές βορείως του Νερέτβα ως την Πανονία (φυλές που φαίνεται να δέχτηκαν αργότερα ή να τους επεβλήθη η ονομασία Ιλλυριός. Κάθε σύγκριση λοιπόν που επιχειρείται να γίνει με την σημερινή αλβανική γλώσσα, η οποία εμφανίζεται τον 11 μ.χ. αι, 1.000 χρόνια μετά την επίσημη εξαφάνιση των Ιλλυριών - δηλ. δεν αναφέρεται σε καμία πηγή το όνομά τους επί 1000 ετη - είναι ανυπόστατος και αυθαίρετος και βασίζεται μόνο στην φαντασία αυτών που γράφουν τέτοια πράγματα).

Από το σύνολο των επιγραφών που βρέθηκαν (κείμενο δεν βρέθηκε κανένα στην ιλλυρική γλώσσα, στις περιοχές των Ιλλυριών, γραμμένες αρχικά στό ελληνικό και κατόπιν στο ρωμαικό γλώσσα αλφάβητο), διαβάζουμε ως επι το πλείστον κύρια ονόματα Ιλλυριών, τα οποία είναι όλα ελληνικής προέλευσης και ετυμολογίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ιλλυρικά τοπονύμια, υδρονύμια, όνόματα πόλεων και χωριών, που επίσης είναι ελληνικά.

Αυτά τα ιστορικά και ακόμα περισσότερα αρχαιολογικά στοιχεία από τις ανασκαφές, δίνουν απάντηση σε πολλούς δήθεν επιστήμονες, που προτάσσουν σήμερα την θεωρία τού «Πανιλλυρισμού» με την


έννοια του Ιλλυριού που είναι Αλβανός!!! Είναι γνωστό από την μυθολογια ότι, ο Ιλλυριός ήταν δισέγγονος του Δευκαλίωνα γενάρχη των Ελλήνων. Αρα οι Ελληνες τους θεωρούσαν ομογενείς !

Κι όμως καππιοι ιστορικοι γραφουν «επίσημα», τόσο στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες χώρες, ότι οι Ιάπυγες οι Μεσσάπιοι, οι Σικελοί κ.λ.π. δεν ήταν Έλληνες, αλλά Ιλλυριοί, με την έννοια των προγόνων των σημερινών Αλβανών! Και αποκρύπτουν εσκεμμένα και κακόβουλα αυτοί πού τα γράφουν ότι την Βοιωτία την χωρίζει ακόμα και σήμερα από την Αττική και την Ευβοια στο ύψος της Χαλκίδος η Μεσσαπία και το Μεσσάπιο όρος.

Αγνούν εσκεμμένα ότι ο Ιάπυγας αναφέρεται στην ελληνική ιστορία και μυθολογία ως δεύτερος γιός του Δαίδαλου.

Αγνοούν εσκεμμένα ότι η Πελοπόνησσος ονομάζονταν Απία μέχρι τα χρόνια των Αχαιών. Ακόμα και όταν ρωτηθούν: γιατί οι Μεσσάπιοι έχουν ελληνικό όνομα, που σημαίνει (οπως ρωτήθηκαν ήδη Ιταλοί «ιστορικοί»): «λαός που κατοικεί ανάμεσα σε δύο θάλλασες», απαντούν με περισσό θράσος: «Μα έτσι τους αποκαλούσαν οι Έλληνες! Το πραγματικό όμως όνομα τους δεν το ξέρουμε!». Αναρωτιέται λοιπόν ο κάθε καλόπιστος: πώς μπορούν να σταθούν επιστημονικά αυτά τα πράγματα και ποιοι είναι αυτοί που τα υιοθετούν

Αγνοούν εσκεμμένα την ύπαρξη του λόφου Σικελία, στην Αθήνα σε εποχή πρίν το 1.500 π.χ. ή την συμμετοχή των Αιγαίων λαών μεταξύ των οποίων οι Ντανυάν (Δαναοί) και οι Σικελάγια (Σικελοί), στις εκστρατείες στην Παλαιστίνη όπως αναφέρουν οι Φοινικικές επιγραφές.

Αγνοούν τις μεσσαπικές επιγραφές που βρέθηκαν και είναι ελληνικές.

Αγνοούν τις ανασκαφές του Πανεπιστημίου του Λέτσε στο χώρο των Ιαπύγων και των Μεσσαπίων, που αποδεικνύουν την συνεχή και αδιάκοπη παρουσία Ελλήνων από τα Μυκηναικά χρόνια. (Λεύκα, Πόρτο Τσεζαρέο, Καβαλίνο, Γκαλατίνα και αλλού) 18

18

Rocco Aprile, η Ελλάδα του Σαλέντο, σελ 27,28.


Ο Ιλλυριός με τα δύο «λλ» και το «y- grecum» έχει σαφέστατα ελληνική ετυμολόγηση, ταυτόσημη με το «Ιλλύσια πεδία» και σημαίνει ο υψηλός, ο ορεσίβιος και τα Ιλλύσια «το ανώτερο, το υπέρτατο μέρος του Ουρανού (εκεί που πήγαιναν οι νεκροί), του υψίστου» Πέρα από την ετυμολόγηση της λέξης, ο ίδιος ο Ιλλυριός φέρεται ως γιος του Κάδμου, ιδρυτή των Θηβών και αδερφού της Ευρώπης «Ο Κάδμος ο Θηβαίος ήταν βασιλιάς των Ιλλυριών και οι Ιλλυριοί ήταν ένα ελληνικό έθνος» (Ηρόδοτος, ε ́βιβλίο, 3, σελ.61.)

. Επίσης «Ο Κάδμος αφού άφησε την Θήβα, πήγε στους Εγχελεάνους και γίνεται βασιλιάς των Ιλλυριών»

(Απολλόδωρος , αργοναυτικά, 4, 516).

Για την ελληνική καταγωγή των Ιλλυριών ο Ηρόδοτος δίνει πολλές πληροφορίες στο 5ο βιβλίο του. Αναφέρει επίσης και πολλές συγκρούσεις των Ταραντίνων με τους Μεσσαπίους και τους Ιάπυγες και ότι οι πρώτοι θεωρούσαν τους δεύτερους βάρβαρους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ήταν. Όταν ο Δημοσθένης της Αθήνας αποκαλεί βαρβαρική την Μακεδονία του πρώτου και μέγιστου Μέγα της παγκόσμιας ιστορίας, του Αλέξανδρου, αυτού που έκανε οικουμενικό τον ελληνικό πολιτισμό, πώς θα συμπεριφέρονταν οι μεγαλοαστοί και πλουτοκράτες Ταραντίνοι στους χωρικούς και αμόρφωτους Μεσσάπιους; Επίσης στους Ιλλυριούς αναφέρεται εκτενώς και ο Νόνος ο Πανoπολίτης στην από 40 τόμους ιστορία του με τίτλο «Διονυσιακά» , που αναφέρεται στην ιστορία του «μέγα εκπολιτιστή της οικουμένης», Θεού Διόνυσου, σε εποχές πρίν το 3.000μ π.χ.

1.8 Οι Φοίνικες στην Σικελία

Ο Φοίνιξ ήταν αδερφός του Κάδμου και της Ευρώπης, γιός του Αγήνορος και της Τηλεφάσης . Η λέξη φέρεται σε όλα τα λεξικά ως ελληνική, που σημαίνει: «βαθύ κόκκινο, πορφυρό». Κατάγονται από τίς μινωικές πόλεις Φοίνιξ και Λιμήν Φοινικούντος, της Νοτίου Κρήτης, κτισμένες στην τρίτη χιλιετία π.χ., απ’ όπου μετανάστευσαν στον Λίβανο, τον οποίο και ονόμασαν «Φοινίκη» και για τον πρόσθετο λόγο ότι, η παραλία του Λιβάνου ήταν γεμάτη από όστρακα τα οποία παρήγαγαν το φοινικί (πορφυρό) χρώμα, με το οποίο έβαφαν τα υφάσματα. Εκεί πρωτοέκτισαν την πόλη Βύβλος, δινοντάς της το όνομα της Βύβλης, κόρης του Μιλήτου, ιδρυτή της πόλεως Μίλητος της Ιωνίας. Δημιούργησαν αξιόλογο πολιτισμό, και πάνω απ’ όλα το αποκαλούμενο «Φοινικικό αλφάβητο», το οποίο σήμερα σχεδόν όλοι οι καλόπιστοι επιστήμονες δέχονται ότι ήταν κρητικό. Το όνομά τους απλώθηκε και από την γεωγραφική περιφέρεια της Φοινίκης, ονομάστηκαν στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας,«Φοίνικες» και οι Σημίτες, οι απολίτιστοι κάτοικοι της περιοχής. Σύμφωνα με τον Στράβωνα (ΧVI 766) και τον Ηρόδοτο (VII 89),οι Σημίτες τους οποίους γνωρίζουμε ως Φοίνικες,


εγκαταστάθηκαν στον Λίβανο, δηλ στην περιοχή που χίλια χρόνια πρίν αποίκησαν οι γνήσιοι Φοίνικες από την Κρήτη, το 1.100 π.χ.,μεταναστεύσαντες από περιοχή της Ερυθράς Θαλάσσης. Έλαβαν δε ως εθνικό τους όνομα, το όνομα με το οποίο είχαν ονομάσει οι Κρήτες την περιοχή. Φυσικά το αναφερόμενο ως Φοινικικό αλφάβητο, που δήθεν εφηύραν οι Σημιτοφοίνικες και υιοθέτησαν οι Ελληνες, μόνο ως ανέκδοτο ισχύει στη σημερινή επιστήμη, καθ’ ότι έχει αποδειχθεί περίτρανα, ότι ήταν ελληνικό και χρησιμοποιούνταν στο Αιγαίο και στην Κρήτη πολύ πρίν εμφανιστεί στον Λίβανο.

Πρόσφατα μάλιστα ανακαλύφτηκε πήλινη πινακίδα στο νησί Γιούρα των Σποράδων του βόρειου Αιγαίου, με την αρχαιότερη επιγραφή στον κόσμο, χρονολογημένη στο 5.500 π.χ., στην οποία διακρίνονται καθαρά τα γραμματα Α,Δ,Υ,Τ,Ο. Οι Σημιτοφοινικες όμως εμφανίζονται στην ιστορία 4.400 περίπου χρόνια μετά την συγκεκτριμενη επιγραγή και άρα δεν μπορεί να έχουν σχέση με το Αλφα το Τάφ, το Υψιλον και το αλφάβητο!

Μεταξύ των Φοινίκων βέβα.ια και των Σημιτοφοινίκων, ουδεμία σχέση υπήρχε. Στην Ελλάδα υπήρχαν πολλές πόλεις με το όνομα «Φοινίκη», από την αρχαιότητα ως σήμερα (Φοινίκη, πρωτεύουσα των Μολοσσών της Ηπείρου κ.α.). Και στην Σικελία υπήρχε η ελληνική πόλη «Λιμήν Φοινικούντος», νότια των Συρακουσών, κτισμένη εκατοντάδες χρόνια πρίν την ίδρυση των Συρακουσών καθώς και το νησάκι «Φοινικούσσα» των Λιπάρεων νήσων. Γνωστός επίσης είναι ο Φοίνιξ, το πουλί της ελληνικής μυθολογίας, πού ξαναγεννιέται από τις στάχτες, αλλά και το δένδρο Φοίνιξ (Palma), από το τα φύλλα του οποίου έπαιρναν επίσης βαθύ πορφυρό χρώμα για τα υφάσματα

Σε σχεδόν όλα τα βιβλία, σχετικά με την ιστορία της Σικελίας, αναφέρεται ότι η δυτική γωνία του νησιού είχε αποικηθεί από τους Σημιτιφοίνικες .

Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η Πάνορμος (Παλέρμο), ο Ερυκας, το Δράπανο (Τραπάνι) και η Αιγέστα δεν ήταν ελληνικές αλλά Σημιτοφοινικικές πόλεις. Δεν θα μακρηγορήσω. Αν ήταν Σημιτοφοινικικές, τότε γιατί έχουν ονόματα ελληνικά, παρμένα από την ελληνική μυθολογία και γλώσσα, όπως Ερυκας (Ερυξ, γιος του Ποσειδώνα ή του Βούτη), Δρέπανο και Πάνορμος (γεωμορφολογικά), Αίγεστα πρωτεύουσα των Ελύμων (λέξη ιερή για όλους τους Ελληνες, από την οποία βγαίνουν το Αιγαίο, η Αιγυπτος, ο Αιγιαλός, η καταιγίδα, οι Αιγές η πρωτεύουσα των Μακεδόνων, ο Αιγός ποταμός, το Αιγόνιο πέλαγος στην Σικελια, το μετέπειτα σικελικό) κ.λ.π. .


Είναι γνωστό ότι οι Ερυκάνιοι ήταν Πελασγοί, κάτοικοι της Θεσσαλίας, κοντά στην σημερινή Υπάτη της Λαμίας. Στο σημείο εκείνο ο πρώτος Ρωμαίος ανθύπατος της Μακεδονίας είχε στήσει επιγραφή στην λατινική, με την οποία καθόριζε τα σύνορα της Ερυκανίας.

Και είναι επίσης γνωστό ότι κατά τον αποικισμό του 8ου αι. π.χ., οι Σπαρτιάτες πήγαν στον Ερυκα ζητώντας δικαιώματα επί της πελασγικής πόλης, διότι σύμφωνα με την παράδοση ο Ερυκας, γιος του αργοναύτη Βούτη και της Αφροδίτης, προκάλεσε τον Ηρακλή σε μονομαχία όταν εκείνος γυρνούσε με τα βόδια του Γηρυόνη (10ος άθλος), με έπαθλο την πόλη. Ο Ηρακλής νίκησε αλλά δεν πήρε τον Ερυκα διότι έπρεπε να φέρει τα βόδια στην Πελοπόννησο στον Ευρυσθέα. Έτσι οι Δωριείς θεωρούσαν ότι είχαν δικαιώματα επί της πόλης και όταν ξαναπήγαν στην Σικελια τον 8ο π.Χ. αιώνα, τα ζήτησαν.

Η Αίγεστα ήταν πόλη των Ελύμων. Ελυμος ονομάζονταν και ενας από τους γιούς του Πριάμου, ενώ οι Ελυμοι αναφέρονται ως αρχαιότερος λαός της Σικελίας. Κατά τον Στράβωνα,κτίτορας της πόλης ήταν ο

ξακουστός Αίγεστος.


Είναι γνωστή η αναφορά του Στράβωνα στους Ελύμους, κατοίκους της περιοχής ότι : «ήταν Έλληνες, οπαδοί του Φιλοκτήτη19, που σύμφωνα με τον μύθο ήρθαν από την Τροία».

Αίγεστα : Ναός της Μεγάλης Μητέρας (πιθανόν της θεάς Ρέας, συζύγου του Κρόνου). και μητέρας του Δία, την οποία λάτρευαν οι Ελυμοι.

Ελίμεια ονομάζονταν η χώρα της Μακεδονίας και οι κάτοικοι αυτής Ελιμειώται. Ελιμος ήταν το όνομα ενός εκ των Κενταύρων. Ελυμα ήταν η πρωτεύουσα της Φυλής των Ελύμων στην Ηπειρο, ακριβώς απέναντι από την Υδρούντα ( Οτραντο). Η Ελυμία ήταν πόλη της Αρκαδίας και Ελυμος ένας εκ των αρχαίων βασιλέων των Τυρρηνών.

19

Ηρωας του τρωικού πολέμου, ο οποίος ήταν βασιλιάς της Θεσσαλικής πόλης «Ολιζών» στην Μαγνησία και πολεμούσε στην Τροία με τα φαρμακερά βέλη του Ηρακλή, τα οποία του είχε χαρίσει ο δεύτερος, όταν ο Φιλοκτήτης τον έκαψε για να τον λυτρώσει από τους πόνους του δηλητηριασμένου χιτώνα, που του ειχε δώσει ο Κένταυρος Χείρων.


Ακράγας

Ποσειδωνία

Ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει ότι : « Ελυνοί, έθνος θεσπρωτικόν είναι και Ελυνία είναι η χώρα και η πόλις της Σικελίας. Το εθνικόν Ελινίνος, Ελληνες και Ελλυνοί, είναι οι ίδιο(ο ίδιος λαός)».

Και η Ετυμολογία της λέξης όμως είναι ελληνική. Γνωρίζουμε ότι το «Υψιλον» οι Λατίνοι το αποκαλούσαν «Y- Grecum», διότι χρησιμοποιούνταν μόνο σε ελληνικής καταγωγής λέξεις. Πώς είναι δυνατον να έχουμε λέξη με Υψιλον και γι’ αυτή ειδικά την περίπτωση να μην ισχύει ο κανόνας του Y-Grecum;

Για ποιο λόγο να γίνεται άραγε ακόμα και σήμερα λόγος για: «άγνωστης καταγωγής πόλεις και κατοίκους», όταν αναφερόμαστε στο Παλέρμο, στην Αίγεστα , στον Ερυκα, στο Τραπάνι και στο Λιβύλαιο;


Με ποια λογική άλλωστε οι Φοίνικες ονόμαζαν με ελληνικά ονόματα τις πόλεις τους. Και στην περίπτωση όμως να ιδρύθηκαν αρχικά από σημιτοφοίνικες, γιατί δεν αναφέρεται πουθενά το σημιτικό όνομα τους, πριν μετονομασθούν και αποκτήσουν το σημερινό ελληνικό;

Υπάρχει βέβαια μία αρχαία αναφορά για εμπορικό σταθμό των Φοινίκων δυτικά του σημερινού Παλέρμο, με το όνομα Ζίζ = Ανθος, αλλά βέβαια όχι για πόλη με κατοίκους , τείχη, ναούς, πολιτισμό. Τέτοια δεν υπήρξαν γι’ αυτό και δεν βρέθηκαν

Η απάντηση είναι απλή. Την δίνει η μυθολογία η ιστορία και η αρχαιολογία και οι τόσες πηγές που αναφέραμε παραπάνω. Πρόκειται για πανάρχαιες πελασγικές πόλεις, με πανάρχαιες ελληνικές ονομασίες, τις οποίες κατοικούσαν πανάρχαιοι ελληνικοί λαοί, με ελληνικά και όχι σημιτικά εθνικά ονόματα (π.χ.Ελυμοι), οι οποίες δεν δέχτηκαν νεώτερα κύματα Ελλήνων αποίκων τον 8ο π.χ. αιώνα, και έτσι δεν απέκτησαν ποτέ την ανάπτυξη των Συρακουσών, της Σύβαρης του Τάραντα κ.λ.π.. Οι πόλεις αυτές είχαν στενότατους εμπορικούς δεσμούς με τους Φοίνικες της Καρχηδόνας και είχαν επιτρέψει στη περιοχή τους την εγκατάσταση εμπορικών σταθμών των Σημιτοφοινίκων. Έτσι ανήκαν πλήρως στην σημιτική εμπορική ζώνη. Το ότι στην πλευρά αυτή του νησιού έλεγχαν το εμπόριο οι Σημιτοφοίνικες, δεν σημαίνει ότι η Πάνορμος (Παλέρμο), ήταν πόλη που ίδρυσαν και κατοίκησαν αυτοί. Οι Φοίνικες ουδέποτε αποίκησαν και έκτισαν πόλεις με σημιτικό πληθυσμό στην Σικελία, παρά μόνο εμπορικούς σταθμούς με στρατιωτική φρουρά.

Συμπέρασμα:

Με καθαρά ελληνικούς και συμπαγείς πληθυσμούς, στην Νότια Ιταλία και την Σικελία και με αραιές και σποραδικές εγκαταστάσεις στην κεντρική και βόρεια, η χερσόνησος των Αππενίνων κατοικούνταν από τους προϊστορικούς χρόνους από Ελληνες.


Καποια ιταλική «επιστημονική» εκδοχή για τους Ελληνες, Πελασγούς, Μεσσαπίους, Ιάπυγες, Ελυμους, Σικανούς, Σικελούς κ.λ.π.! Φυσικα αναποδεικτη και παραδεκτη.


2. Ο ΑΡΧΑΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ

2.1 Πόλεις στο Τυρρηνικό Πέλαγος

Η Κύμη (Cuma), είναι η παλαιότερη αποικία του παρόντος εποικισμού. Ίσως να είναι και η σπουδαιότερη, αφού το αλφάβητο της, το αποκαλούμενο Κυμαικό, υιοθετήθηκε αυτούσιο από τους Ρωμαίους και είναι γνωστό μέχρι σήμερα ως Λατινικό (είχε όλα τα γράμματα της λατινικής αλφαβήτου πλην των «W» του, «G», και του «Q»). Ιδρύθηκε από Κυμαίους, Ερετριείς και Χαλκιδείς κατά το 775 π.χ., με οικιστή τον Μεγασθένη και τον Ιπποκλή από πλευράς Κυμαίων. Οι Κυμαίοι εποίκησαν και το απέναντι νησί, τις Πιθηκούσες. Η πόλη αναπτύχθηκε ραγδαία και έγινε πρότυπο η κάθε οικονομική και πνευματική δραστηριότητα της προς τους γειτονικούς λαούς, με αποκορύφωμα την υιοθέτηση του κυμαικού αλφάβητου από του Λατίνους. Η μεγάλη της ευημερία γρήγορα οδήγησε σε υπερπληθυσμό, με αποτέλεσμα οι Κυμαίοι να δημιουργήσουν νέες πόλεις, όπως του Πύργους, βόρεια της Ρώμης, την Παρθενόπη, την Δικαιάρχεια (σημερινό Ποτσουόλι). κ.λ.π. Σε όλες αυτές τις πόλεις σώζονται αρχαία ευρήματα αδιάψευστοι μάρτυρες του μεγαλείου της Μεγάλης Ελλάδας.

Οι Κυμαίοι εγκαταστάθηκαν επίσης και στα απέναντι νησιά, τις Πιθηκούσες (Iscia), Κάπρεα (Capri), Πόντια (Ponza) και Πανδάτειρα (Ventonene).

Στους Κυμαίους πιθανόν να οφείλεται και η παλαιότερη μέχρι σήμερα επιγραφή της ελληνικής γλώσσας, γραμμένη με το κλασσικό ελληνικό αλφάβητο, που βρέθηκε στην Γαβία, πόλη που γεννήθηκαν ο Ρωμύλος και ο Ρέμος (Osteria del osa) και χρονολογείται το 770 π.χ.

Νότια της Κύμης βρίσκεται η Νεάπολη, γνωστή μεγαλούπολη σήμερα με το όνομα Νάπολη. Κτίστηκε στους πρόποδες του Βεζούβιου από τους Κυμαίους της ιταλικής Κύμης, και τους Ροδίους, αρχικά με το όνομα Παρθενόπη. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στην πόλη και Χαλκιδείς, οι οποίοι ονόμασαν το προάστιο τους Νέα-πόλη, σ’


αντιδιαστολή με την Παλαιό-πόλη που ήταν η Παρθενόπη. Από το 328 π.χ. κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις για τον ελληνικό πληθυσμό της και έγινε το μεγαλύτερο πνευματικό κέντρο της Ιταλίας, αφού όλοι οι Ρωμαίοι συνέρεαν στην Νεάπολη για να σπουδάσουν στα περίφημα ελληνικά σχολεία της.Εδώ έζησε και ο μεγάλος Ρωμαίος ποιητής Βιργίλιος, που τάφηκε στον λόφο Παυσίλυπον. Μετά από μικρή παρένθεση γοτθικής κατοχής κατά τον 5ο μ.χ. αιώνα, ο στρατηγός Βελισάριος, την επανένταξε στο Βυζαντινό κράτος το 536. Στις αρχές του 8ου αι. μ.χ., ο πάπας Γρηγόριος Γ, οργάνωσε συνομωσία και απομάκρυνε την εξουσία των βυζαντινών από την πόλη, η οποία ανακήρυξε ανεξαρτησία, με επικεφαλής Δούκα που εκλέγονταν , και η οποία ανεξαρτησία διάρκεσε 400 χρόνια, μέχρι την κάθοδο των Νορμανδών τον 12ο αιώνα..

Η σημερινή Νάπολη είναι μία μεγαλούπολη, που δεν θυμίζει πολλά από το ελληνικό παρελθόν της. Υπάρχουν πολλά πρωτοχριστιανικά μνημεία, αλλά ελάχιστα αρχαία. Το μουσείο όμως, είναι το μεγαλοπρεπέστερο και πλουσιότερο ίσως μουσείο του ελληνικού πολιτισμού στην Ιταλία. Έχει μια τεράστιας αξίας συλλογή ελληνικών αγαλμάτων, γνησίων και αντιγράφων της ρωμαϊκής εποχής, ψηφιδωτά, με κυρίαρχο, την με κόκκους ρυζιού φτιαγμένη «Μάχη της Ισσού», με τον Μέγα Αλέξανδρο πάνω στον Βουκεφάλα, έργο του καλλιτέχνη Φιλόξενου, αγγεία και πολλά άλλα.


Ναός στο Pesto,

Πέριξ της Νάπόλης βρίσκεται το Ηράκλειο (Ερκολάνο) μία ελληνική πόλη την οποία σκέπασε η σταχτη του Βεζούβιου. Οι Σημερινές ανασκαφές έφεραν στο φώς την πλουσιότερη ελληνική βιβλιοθήκη στον κόσμο, η οποία μελετάται στις μέρες μας, που βρίσκονταν στην έπαυλη του πεθερού του Ιουλιου Καίσαρα. Και η Πομποιήα ήταν ελληνική πόλη, αφού ως πρώτο κτίσμα στην πόλη αναφέρεται ό αρχαικός ελληνικός ναός του Απόλλωνα του 6ου π.χ. αιώνα, ενώ τα πρώτα ρωμαικά κτίσματα εμφανιζονται ταυτοχρονα με τους Ρωμαίους δύο αιώνες μετά.

Ναός της Ηρας στό Pesto

Ποσειδωνια (Paestum- Pesto), είναι η σημαντικότερη, από άποψη αρχαιοελληνικών μνημείων πόλη της Ν.Δ. Ιταλίας. Βρίσκεται στην περιοχή της Λευκανίας και ιδρύθηκε το 524 π.χ. από αποίκους της Σύβαρης, οι οποίοι ήταν οι μεταπράτες και οι προωθητές των προϊόντων της Μιλήτου και της μικρασιατικής ενδοχώρας στην Ιταλία. Στα τέλη του 4ου αι. π.χ. επικράτησαν στην πόλη οι Λευκανοί της υπαίθρου, οι οποίοι, ως χωρικοί, ήταν κατώτερης πνευματικής στάθμης και δεν κατάφεραν να συντηρήσουν την ακμή της στο εμπόριο, στα γράμματα και στις τέχνες. Το 273 την κατέλαβαν οι Ρωμαίοι και την έκαναν στρατιωτικό σταθμό, γνωστό με το όνομα Paestum. Οι Ποσειδωνιάτες γιόρταζαν πένθιμα την ημερομηνία της υποταγής της, παράδοση που ενέπνευσε τον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή, Κωνσταντίνο Καβάφη, να γράψει το ποίημα «Ποσειδωνιάται». Παρέμεινε στο Βυζαντινό κράτος, με μικρές περιόδους αλλότριας κατοχής μέχρι τον 10 αιώνα.

Ο ναός του Ποσειδώνα, είναι από τους επιβλητικότερους δωρικούς ναούς που έχουν σωθεί στην Ιταλία και κτίστηκε τον 5ο αι. π.χ.

Σώζονται επίσης σε καλή κατάσταση ο ναός της Ήρας, πού κτίστηκε τον 6ο αι. π.χ., ο ναός της Δήμητρας επίσης τού 6ου αι. π.χ. ο


ναός της Ειρήνης, ο Μεγάλος Βωμός, μήκους όσο και ο ναός της Δήμητρας, ερείπια τειχών και 4 πύλες, δύο αρχαίοι δρόμοι, η αγορά της, που είναι η δεύτερη σε μέγεθος αρχαία αγορά της Ιταλίας μετά της Ρώμης, τάφοι στην νεκρόπολη, και πολλά πολλά ευρήματα που στεγάζονται στο Μουσείο της Νάπολης.

Κοντά στο Πέστο βρίσκεται η σημερινή Agropoli, που κτίστηκε πάνω στην αρχαιοελληνική Ακρόπολη (και όχι Αγρόπολη). Πιο βόρεια βρίσκεται το Αμάλφι.

Σημαντικότατη πόλη αυτής της περιοχής ήταν η Ελέα ή Υέλη (Velia), πόλη πασίγνωστη εξ αιτίας της περίφημης φιλοσοφικής σχολής και του φιλοσοφικού ρεύματος «Ελεάτες Φιλόσοφοι». Ιδρύθηκε το 535 από τους Μικρασιάτες Φωκαείς, που έφυγαν άρον - άρον από την Φώκαια για να γλυτώσουν την σφαγή από τους Πέρσες. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην παλαιότερη αποικία των Φωκαέων, την Αλαλία της Κορσικής, αλλά μία συμμαχία Τυρρηνών και Καρχηδονίων τους συνέτριψε και μετά από 5 χρόνια τους ανάγκασε να φύγουν και να έρθουν στην Ιταλία, να ιδρύσουν την Ελέα.

Κυριότεροι εκπρόσωποι της Ελεατικής φιλοσοφίας ήταν ο Ξενοφάνης, ο Παρμενίδης, ο Ζήνων ο Ελεάτης, πού ήταν ο επινοητής της «διαλεκτικής» μεθόδου και άλλοι. Βασική της θέση η αντίθεση προς «τα πάντα ρεί» της Ιωνικής σχολής. Οι Ελεάτες αντέταξαν το «εν το πάν», δηλ. η ακινησία και άρνηση μεταβολής. Η ροή των Ιώνων, πίστευαν, είναι μόνο φαινομενική και ξεγέλασμα από τις αισθήσεις μας, αλλά η ουσία των πάντων είναι αμετάβλητη, αναλλοίωτη και ενιαία. Το «ον» κατά τον Παρμενίδη, δεν γεννιέται ούτε πεθαίνει, δεν έχει αρχή και τέλος, είναι αναλλοίωτο και νοητό μόνο με τη νόηση. Στους Ελεάτες και στους Πυθαγόρειους στηρίχτηκε η θεωρία του Πλάτωνα περί Ιδεών και Ψυχής, ή οποία αποτελεί και βασικό πυλώνα του χριστιανισμού, που την δέχτηκε αυτούσια, αλλά και η μεταφυσική του Αριστοτέλη.

Ο Ξενοφάνης (580-485), είναι ένας από τους επινοητές του μονοθεισμού. «Ενας μέγιστος Θεός υπάρχει και διά τους Θεούς και δια


τους ανθρώπους. Αυτός δεν μοιάζει με τους θνητούς, ούτε κατά το σώμα ούτε κατά την σκέψη» .20

Ο δε Ζήνων, αντέταξε στην θεωρία του Δημόκριτου, ότι το άτομο είναι το τελευταίο αδιάσπαστο σώμα της ύλης, με την «εις το διηνεκές (άπειρον) διάσπαση της ύλης,» (θεωρία διάσπασης του ατόμου, ατομική ενέργεια).

Από την ένδοξη Ελέα, σώζονται στην σημερινή Velia, πολλά αρχαία μνημεία, όπως η Ακρόπολη, η Πύλη των Ρόδων, τα λουτρά και οι ναοί της κ.α. Η πόλη ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει μέχρι σήμερα και ονομάστηκε Βέλια (παραφθορά του Ελιά) από τους Ρωμαίους.

Άλλες σπουδαίες πόλεις τη περιοχής ήταν: Η Πυξούς, 480 π.Χ., κτισμένη από τον Μίκυνθο, άρχοντα της σικελικής Μεσσήνης, που ονομάζεται σήμερα με το βυζαντινό όνομα Πολύκαστρον, όπως και ολόκληρος ο κόλπος της Μαράθειας (Maratea), το Ιπώννειο από το 7ο π.χ. αι., η Μέταυρος, η Μεδμα, το Εμπόριον, η βυζαντινή Φιλαδέλφεια (Filadelfia), η Σκύλλα (Skila), το Ρήγιον (Reggio), πρωτεύουσα σήμερα της Καλαβρίας, με έντονη φιλελληνική κίνηση και ενδιαφέρον για το ελληνικό παρελθόν της Καλαβρίας, με φημισμένο μουσείο, όπου βρίσκονται τα περίφημα αγάλματα «Πολεμιστές του Ριάτσε» (Ρυάκι). Στον Κολπο των Αυσόνων υπήρχε η Πόλη της Κιρκης, που είχε βωμο της Κιρκης και της Αθηνάς, όπως τον είδε ο Παυσανίας, οι Φορμίες ή Ορμίες, αποικία των Λακώνων, η Πραινεστός ή Πολυστέφανο, στην οποια υπήρχε ναός της Θεάς Τύχης και τα Λαβανά Νερά.

20

Τον μονοθεϊσμό δίδαξαν και άλλοι Έλληνες σοφοί, οι οποίοι μάλιστα προφήτευσαν και την γέννηση του Χριστού. Μεταξύ αυτών ο Αισχύλος στην τριλογία του «Προμηθέας», ο Πλάτων και ο Ηράκλειτος. Οι παλιότεροι απ’ όλους «Ορφικοί ύμνοι» και τα «Αργοναυτικά», πού υμνούν τον ένα και μοναδικό θεό, περιέχουν πανάρχαια αστρολογικά δεδομένα, τα οποία χρονολόγησε ο καθηγητής αστρονομίας Κων\νος Κασάπης. Περίπου το 1.900 π.χ. έλαβαν την μορφή που σήμερα γνωρίζουμε, αλλά εμποδίστηκε η δημοσιευσή τους και η διδασκαλία τους τα τελευταία 2.000 χρόνια, προφανώς επειδή θεωρήθηκαν αντίθετα στην διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία δίδασκε ότι ο Αδάμ και ο κόσμος δημιουργήθηκαν το 5.508 π.χ., ότι ο μονοθεισμός ήταν μόνο εβραική υπόθεση και προφανώς επειδή αναφέρονται στα προιστορικά ταξίδια των Αργοναυτών στην Αμερική.


Ενας από τους δύο πολεμιστές του Ριάτσε (Ρυακιού) . Μουσείο Ρηγίου.

Το Ρήγιο κτίστηκε το 717 π.χ. από του Χαλκιδείς και ταυτόχρονα εποικίστηκε και από Μεσσηνίους. Οικιστές ήταν ο Κυμαίος Περιήρης και ο Κρατιμένης ο Χαλκιδεύς. Το όνομα προέρχεται από την λέξη «Ρήγμα», μιας και κτίστηκε ακριβώς πάνω στο ρήγμα που χωρίζει την Σικελία από την Καλαβρία. Το 495 έφτασε στο αποκορύφωμα της δόξας του και άπλωσε την κυριαρχία του και στην Σικελική πόλη Μεσσήνη. Το 387 καταστράφηκε από τους Λοκρούς, αλλά ξανακτίστηκε σύντομα. Γνώρισε μεγάλη ακμή στο εμπόριο και στα γράμματα, καθώς στην πόλη αυτή έζησαν και δημιούργησαν ο Πυθαγόρας, ο ποιητής  ́Ιβυκος ο ιστορικός  ́Ιππυς και ο Γλαύκος Ρηγίνος, πυθαγόρειος φιλόσοφος και μεγάλος μουσικός, εφευρέτης του «Χαλκεόφωνου». Διατηρήθηκε ως μεγάλη πόλη καθ ́όλο το βυζαντινό μεσαίωνα, και την γερμανική κατοχή. Η σύγχρονη πόλη κτίστηκε ακριβώς πάνω στην αρχαία γι’ αυτό και δεν έχουν έρθει πολλά ευρήματα στο φως.


2.2 Πόλεις στο Ιόνιο Πέλαγος

Παλιότερη πόλη στην περιοχή είναι η Σύβαρις η οποία κτίστηκε το 721 π.χ. από Αχαιούς αποίκους, προερχόμενους από την Ελίκη Αιγιαλείας στην Πελοπόννησο και αργότερα από Ίωνες κάτοικους της Τροιζήνας. Η πόλη αναπτύχτηκε τόσο που ξεπέρασε τις 500.000 κατοίκους. Κάποιες εποχές μάλιστα διέθετε στρατό που αριθμούσε τις 300.000 στρατιώτες. Λόγω της τεράστιας δύναμης που είχε εξουσίαζε 25 πόλεις της ευρύτερης Μεγάλης. Ελλάδας, πόλεις που τροφοδοτούσε και με πληθυσμό λόγω της δικής της υπερανάπτυξης. Η χλιδή και η μαλθακή ζωή των Συβαριτών έγινε παροιμιώδης. Διοργάνωναν αγώνες γεύσης και μαγειρικής και βράβευαν με χρυσό στεφάνι τον καλύτερο μάγειρα. Προτιμούσαν να περνάνε την μέρα τους σε συμπόσια, ενώ το βράδυ καθιέρωσαν ώρες κοινής ησυχίας απαγορεύοντας σε επαγγελματίες και βιοτέχνες να εργάζονται μέσα στο άστυ, ακόμα και στα άρματα να κυκλοφορούν στον δρόμο. Η αλαζονεία των Συβαριτών όμως τους οδήγησε σε μία οδυνηρή ήτα από την σύγκρουση με τον Κρότωνα, ο οποίος την κατέστρεψε εντελώς . Ερείπια της Σύβαρης βρίσκονται θαμμένα στην Ελώδη περιοχή του ποταμού Κράτη.

Τι απέγιναν όμως οι εκατοντάδες χιλιάδες Συβαρίτες; Πολλοί διασκορπίστηκαν στην ενδοχώρα και στα χωριά, άλλοι ίδρυσαν άλλες αποικίες και άλλοι συμμετείχαν στην ίδρυση των Θουρίων. Στη περιοχή της καταστραμμένης Σύβαρης, ο Αθηναίος πολιτικός Περικλής, ίδρυσε την πανελλήνια αποικία «Θούριοι», το 444 π.χ.. Ήταν μία πόλη πρότυπο, τόσο γιατί προωθούσε την ενότητα των Ελλήνων, οι οποίοι αναλώνονταν σε αιματηρούς εμφύλιους, όσο και για την πρωτοποριακή πολεοδομία της. Την σχεδίασε ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος, ο πρώτος επιστήμονας πολεοδόμος της ιστορίας και στους πρώτους κατοίκους της αναφέρονται ο Πρωταγόρας, ο Εμπεδοκλής και ο Ηρόδοτος.

Βόρεια από τους Θούριους βρίσκονταν η Σίρις, που είχε ιδρυθεί από του Μικρασιάτες Κολοφώνιους. Ο Στράβωνας μας πληροφορεί όμως πώς η πόλη ήταν πολύ παλιότερη των Κολοφωνίων, την οποία έκτισαν Πελασγοί που ήρθαν από τα παράλια της Μ.Ασίας. Γνώρισε μεγάλη ακμή και αύξηση πληθυσμού, αλλά καταστράφηκε από την συμμαχία του Κρότωνα, της Σύβαρης και του Μεταπόντιου το 450 π.χ.


Τότε οι κάτοικοι της Σίριδας πήγαν βορειότερα και έκτισαν την Ηράκλεια, πόλη στην οποία ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος, νίκησε τους Ρωμαίους. Στην θέση της Ηράκλειας βρίσκεται σήμερα η βυζαντινή πόλη Πολύχωρο (Policoro).

Ο Τάραντας ήταν η μοναδική αποικία των Σπαρτιατών στην Μεγάλη Ελλάδα. Ιδρύθηκε το 707 π.χ. και πήρε το όνομα του από τον Τάραντα, γιο του θεού Ποσειδώνα. Ηταν η μεγαλούπολη της Απουλίας, με πληθυσμό που έφτασε και τις 600.000 και στρατό που ξεπερνούσε τις 50.000 πεζούς και 5.000 ιππείς. Στη πόλη δέσποζε το τεράστιο άγαλμα του Ηρακλή, το οποίο ήταν το μεγαλύτερο άγαλμα της αρχαιότητας μετά τον κολοσσό της Ρόδου. Το άγαλμα αυτό φιλοτέχνησε ο μέγας γλύπτης Λύσιππος. Θαμπωμένοι οι Ρωμαίοι από το κάλος και το μέγεθος του αγάλματος το πήραν στην Ρώμη το 208 π.χ. όπου παρέμεινε μέχρι το 1204. Τότε οι τυφλωμένοι από μίσος προς κάθε τι ελληνικό, ρωμαιοκαθολικοί-Φράγκοι σταυροφόροι, το κομμάτιασαν το έλιωσαν και έφτιαξαν νομίσματα και όπλα!

Ιδρύθηκε από τους «Παρθενίες» δηλαδή τους Σπαρτιάτες που κατάγονταν από άγαμους Σπαρτιάτες γονείς και οι οποίοι στασίασαν όταν η πολιτεία δεν τους έδωσε κτήματα από την κατακτημένη Μεσσηνία. Για να γλυτώσουν την εκτέλεση, κατέφυγαν στην Ιταλία και ίδρυσαν τον Τάραντα, με οικιστή τον Φάλανθο.

Δίπλα από τον Τάραντα όμως βρίσκονταν η πανάρχαια ελληνική πόλη Σατύριον. Πήρε το όνομα της από την Σατυρία, κόρη του Μίνωα, την οποία ερωτεύτηκε ο Ποσειδώνας και απέκτησε μαζί της ένα γιο, τον Τάραντα. Έτσι και οι Δωριείς βρήκαν εκεί πρωιμότερους Έλληνες στην ενδοχώρα της Μεσσαπίας.

Η πόλη έγινε το σπουδαιότερο λιμάνι εξαγωγής γεωργικών προϊόντων της ενδοχώρας των Μεσσαπίων, με τους οποίους οι σχέσεις ήταν καλές τον περισσότερο καιρό, αφού οι Μεσσάπιοι γρήγορα αφομοιώθηκαν από τους Ελλαδίτες και υιοθέτησαν την ιδια ελληνική διάλεκτο πού μιλούσαν οι νεοφερμένοι συγγενείς τους από την ελληνική χερσόνησο. Ήταν επίσης σπουδαίο βιομηχανικό κέντρο, παραγωγής αγγείων, αργυροχρυσοχοίας, εριουργίας και βαφής μάλλινων υφασμάτων .


Τα γράμματα αναπτύχθηκαν εξίσου και στην πόλη έζησε ο Πυθαγόρειος φιλόσοφος Αρχύντας (4ος αι. π.χ.), ενώ ο διάσημος γλύπτης Λύσιππος έφτιαξε εκεί και άλλα αγάλματα

Ο Τάραντας ήταν η ηγέτιδα ελληνική δύναμη στον αγώνα εναντίων των Ρωμαίων στην Μ.Ελλάδα. Κατόρθωσε να κρατήσει τον ρωμαϊκό στόλο μακριά από τον κόλπο του Τάραντα, με συμφωνία. Οταν όμως οι Θούριοι, οι Λοκροί, ο Κρότωνας και το Ρήγιο, δέχτηκαν ρωμαϊκή φρουρά στην πόλη τους, οι Ρωμαίοι διέσπασαν το ελληνικό μέτωπο και παραβίασαν την συμφωνία στέλνοντας 10 πλοία στον Τάραντα (303 π.χ.). Οι Ταραντίνοι βύθισαν τα 4 και συνέλαβαν το ένα αλλά αυτό αποτέλεσε αιτία της μεγαλύτερης ρωμαϊκής επέμβασης, η οποία όμως αναχαιτίστηκε από τον βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο το 280 π.χ.σε μάχη που δόθηκε κοντά στην Ηράκλεια. Η νίκη όμως ήταν πρόσκαιρη. Ο Πύρρος άφησε μία φρουρά στον Τάραντα και γύρισε στην Ελλάδα. Εκεί σκοτώθηκε σε μια μάχη στο  ́Αργος και μετά τον θάνατό του, ο αρχηγός της φρουράς Μίλων, παρέδωσε τον Τάραντα στους Ρωμαίους

Την Ελλάδα στην σημερινή πόλη του Τάραντα, εκτός από τα ονόματα μερικών οδών δεν τήν θυμίζει τίποτε. Σώζονται ερείπια από τον ναό της Δήμητρας, ναός άλλης άγνωστης θεότητας, και τείχος από την αρχαϊκή εποχή, συμπληρωμένο μεταγενέστερα. Άλλωστε ούτε οι σύγχρονες πόλεις της Ελλάδας, η Αθήνα η Πάτρα, η Λάρισσα κ.λ.π. θυμίζουν σε κάτι Ελλάδα, με την άναρχη δόμηση, το απρόσωπο αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό στύλ κ.λ.π. Τα μουσείο της πόλης όμως είναι μεγαλοπρεπέστατο. Η ελληνική δόξα σε όλο της το μεγαλείο. Αγάλματα, αγγεία επιγραφές και αριστουργήματα χρυσοχοίας, δακτυλίδια στέμματα, περιδέραια, παρόμοια που ως σήμερα δεν ξανάγιναν στον κόσμο, αμφορείς έπαθλα Ταραντίνων αθλητών από νίκες τους στα Παναθήναια, που δείχνουν την συμμετοχή των Δωριέων Ταραντίνων σε τελετές των Ιώνων Αθηναίων, αλλά και πάρα πολλά Μινωικά και Μυκηναϊκά αγγεία επιγραφές και άλλα εκθέματα, που αποδεικνύουν την εγκατάσταση των Ελλήνων κατά την τρίτη χιλιετηρίδα π.Χ.., όπως προαναφέραμε.

Σημαντικότατη όμως είναι η πολιτιστική και λαϊκή παράδοση του Τάραντα, που σώθηκε χιλιάδες χρόνια μέχρι σήμερα και μιλάμε για τον εθνικό χορό σχεδόν ολόκληρης της Ν. Ιταλίας, την Ταραντέλα. Είναι αρχέγονος διονυσιακός χορός με τον οποίο έδιωχναν οι


δηλητηριασμένοι από το τσίμπημα της αράχνης ταραντούλα, το δηλητήριο από μέσα τους και ξαναγίνονταν υγιείς. Τόσο ο χορός όσο και η αράχνη, πήραν το όνομα τους από τον Τάραντα.

Δίπλα από τον Τάραντα βρίσκονταν το Μεταπόντιο. Ιδρύθηκε γύρω στο 700 π.χ. και γνώρισε μεγάλη ακμή παρ’ ότι βρίσκονταν στην σκιά του Τάραντα. Ως ιδρυτής του φέρεται ο μυθικός Μετάποντος, γιός του Σίσυφου και εγγονός του θεού Αιόλου. Ο Αίολος βέβαια και ο αδερφός του ο Βοιωτός, είχαν γεννηθεί ακριβώς σ’ αυτόν τον τόπο, και από εδώ ο Βοιωτός μετακόμισε στην κυρίως Ελλάδα.

Ήταν σύμμαχος της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο και έδρα του Έλληνα αρχηγού των Σκλάβων, Σπάρτακου. Στο Μεταπόντιο έζησε και δίδαξε ο Πυθαγόρας όταν τον είχαν εξορίσει οι Κροτωνιάτες. Σώζονται ερείπια επιβλητικών ναών του Απόλλωνα και το Πυθαγόρειο ενώ το μουσείο της πόλης κάνει περήφανους τους κάτοικους για την ελληνική καταγωγή τους.

Πιο νότια και πάνω στις ακτές του κόλπου του Τάραντα, βρίσκεται κολλημένος σαν τσιμπούρι η πόλη του Κρότωνα (Κρότων = τσιμπούρι). Πόλη ξακουστή για τον Πυθαγόρα της και την περίφημη πυθαγόρειο σχολή, για τον ξακουστό ολυμπιονίκη Μίλωνα του Κροτωνιάτη, που σήκωσε στις πλάτες του ολόκληρο βόδι και έφερε το γύρο του ολυμπιακού σταδίου, του Αλκμάνου, ή Αλκμαίωνα, μεγάλου φυσικού, αστρονόμου και Ιατρού κ.λ.π.

Ο Κρότων, ήταν ο μυθικός ήρωας, που υποδέχτηκε τον Ηρακλη στην πόλη αυτή, όταν αυτός γυρνούσε με τα βόδια του Γηρυόνη (10ος άθλος). Και στην περίπτωση αυτή βλέπουμε την ίδια ιστορία με αυτήν της Ρώμης. Κι’ εδώ προσπάθησε ο Λακίνος να του κλέψει τα βόδια, αλλά ο Ηρακλής τον νίκησε και κράτησε τα βόδια. Ο Κρότων φέρεται ως αδελφός του Αλκίνοου του βασιλιά των Φαιάκων (Κερκυραίων), και αυτές οι αναφορές δεν δείχνουν πάλι το ότι οι Ελληνες από αμνημονεύτων προιστορικών χρόνων κατοικούσαν την περιοχή.

Κτίστηκε το 708 π.χ. από τους Αχαιούς με οικιστή τον Μύσκελο. Όπως όμως μας λέει ο Στράβων, την πόλη είχαν αρχικά ιδρύσει Πελασγοί μετά τον τρωικό πόλεμο. Γρήγορα προόδευσε στην κτηνοτροφία και στο εμπόριο και ίδρυσε με την σειρά του δύο ακόμα


αποικίες. Στον Κρότωνα εγκαταστάθηκε εξορισμένος από την γενέτειρα του την Σάμο του Αιγαίου (διωγμένος από τον Τύραννο Πολυκράτη), ο Πυθαγόρας, για να μετατρέψει τον Κρότωνα σε παγκόσμιο κέντρο της Πυθαγορείου φιλοσοφίας - αριθμοσοφίας και μουσικής. Οι Κροτονιάτες ήταν απλοί λιτοδίαιτοι και εφάρμοζαν το αρχαίο ελληνικό «μέτρο», σ’ αντίθεση με τους χλιδάτους γείτονες τους, τους Συβαρίτες. Λέγεται ότι ο Κρότων ήταν η πόλη με τις περισσότερες νίκες στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ήταν μια πάρα πολύ μεγάλη πόλη, αφού στην μάχη της με τους Λοκρούς το 540 π.χ. παράταξε στρατό 130.000 ανδρών. Ο πληθυσμός πρέπει να ξεπερνούσε κατά τούς 500.000 κατοίκους.

Στην σύγχρονη πόλη οι κάτοικοι, τιμούν όπως πρέπει το ελληνικό παρελθόν. Οδοί, αγάλματα, ονόματα σχολείων και μεγάλη περηφάνια για το ελληνικό αίμα και τον Πυθαγόρα. Πλουσιότατο είναι το μουσείο της πόλης , ενώ από την αρχαία εποχή σώζεται μόνο μία κολώνα του ναού της Λακινίας  ́Ηρας.

Ακόμα πιο νότια, βρίσκονταν το Σκυλλάκιο, η Καυλωνία, αποικία του Κρότωνα, που σήμερα ονομάζεται Καουλόνια και το Ρυάκι (Ριάτσε) όπου βρέθηκαν τα περίφημα μπρούτζινα αγάλματα, ο Ιέραξ μεγάλη βυζαντινή πόλη (Γκεράτσε) και στο τέλος οι Λοκροί. Η πόλη ήταν γνωστή ως Επιζεφύριοι Λοκροί, και κτίστηκε από τον Ευσέβιο το 673 π.χ. στο ακρωτήριο που ονομαζόταν από πρωιμότερο ελληνικό αποικισμό «Ζέφυρος». Οι κάτοικοι της ήταν Δωριείς από την Λοκρίδα και η πόλη έμεινε ξακουστή στην ιστορία από τον μεγάλο της νομοθέτη τον Ζάλευκο, ο οποίος έθεσε τις βάσεις του κατοπινού ρωμαϊκού δικαίου. Από την αρχαία εποχή διασώθηκαν τα ερείπια ενός ναού Ιωνικού ρυθμού, αρκετά αγάλματα αγγεία κ.λ.π. αλλά και προγενέστερα ελληνικά ευρήματα που δείχνουν την ύπαρξη μητριαρχίας στην Μινωική πόλη που προϋπήρχε από την Γ’ χιλιετία στην περιοχή.

H Αγκώνα, αποικια των Συρακουσίων, δινει με το σχήμα της το μελος του ανθρωπίνου ανω άκρο,υ που ονομάζουμε αγκώνα. Η Σπίνα, μικρό χωριο σήμερα στον κόλπο της Ραουένα (Ραβένα) ήταν καποτε περίφημη ελληνική πόλη (Παυσανίας). Και η Ραιουένα βεβαια ήταν μια ελληνική πόλη, κτισμενη από τους Θεσσαλούς, με κτίτορα τον Διομήδη. Στην ιδια περιοχή υπάρχει και η πόλις Τίμαυον, αξιομνημόνευτο Ιερό του Διομήδη (πάλι κατά τον Παυσανία). Και στ ́ανοιχτα οι νήσοι του Διομήδους (tremiti σήμερα). Και ολες αυτές οι πόλεις , εως 1.000 χρόνια πριν τον γνωστό αποικισμό της αρχαικής περιοδου, που έφτιαξε τις Συρακούσες και τον Τάραντα!Και πιο βόρεια, κοντά στις εκβολές του Πάδου, η Αγργύριππα, που μετονομάστηκε από τον Διομήδη σε Ιππιον Αργος, η Τεατέα,


το σημερινό Κιέτι, που κατά την παράδοση κτιστηκε από τον Αχιλέα. Και περα από αυτές δεκάδες και εκατονταδες ισως μικρότερες πόλεις, χωριά, συνοικισμοί και εμπορικοί σταθμοί, κτισμένα εκεί από αμνημονεύτων χρόνων.

2.3 Σικελία

Η Σικελία είναι η περιοχή στην οποία έζησε σημαντικό μέρος της ζωήςτου ο Πλάτων και στην οποία θέλησε να εφαρμόσει τις ιδέες του για την ιδανική, πλατωνική πολιτεία

Στον αποικισμό της Σικελίας στην αρχαϊκή εποχή, που αρχίζει τον 8ο π.χ. αιώνα, πρωτοστάτησαν κι εδώ οι Ευβοιείς, οι Ρόδιοι και οι Μεγαρείς.

Η Χαλκίδα της Εύβοιας, πόλη πού βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Μεσσάπιο όρος της Βοιωτίας, είχε στενότατους προϊστορικούς δεσμούς με την περιοχή, αφού από εκεί ξεκίνησαν και οι Πελασγοί Μεσσάπιοι για την Απουλία.

Οι Ευβοιείς πρώτοι ιδρύουν την Ζάγκλη το 725μ π.χ., στο στενό της Σκύλας και της Χάρυβδης, το στενό δηλαδή που χωρίζει την Σικελία από την Καλαβρία. Το όνομα Ζάγκλη ετυμολογείται από την σικελική- πελασγική λέξη Ζάγκλο=δρεπάνι, εξ’ αιτίας του δρεπανοειδούς σχήματος του κόλπου στον οποίο είναι κτισμένη. Στην Ζάγκλη εγκαταστάθηκαν αργότερα και έποικοι από άλλες πόλεις της Ελλάδας της Σάμου και της Μιλήτου της Μ. Ασίας, όταν αυτή καταλήφθηκε από τους Πέρσες. Αργότερα, τον 5ο π.χ. αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη Μεσσήνιοι πρόσφυγες μετά από έναν μεσσηνιακό πόλεμο με τους Σπαρτιάτες και η πόλη μετονομάστηκε σε Μεσσήνη. Το 396 π.χ. η πόλη καταστράφηκε εντελώς από τους Καρχηδόνιους, αλλά κτίστηκε σύντομα εκ νέου, από τον Τύραννο Διονύσιο τον πρεσβύτερο. Η πόλη ξανακαταστράφηκε από τον Καρχηδόνιο Αμίλκα, και κάποιοι κάτοικοι της Μεσσήνης έφυγαν δυτικότερα, όπου ίδρυσαν την πόλη Τυνδαρίδα. Σήμερα η σύγχρονη πόλη έχει κτιστεί ακριβώς πάνω στην αρχαία και έτσι δεν έχουν έρθει πολλά αρχαιολογικά ευρήματα στο φως. Όμως όλα τα τοπωνύμια θυμίζουν Ελλάδα. Τα νησιά του θεού Αίολου, η Παναρέα,


το Σαλβατόρε Ντέι Γκρέτσι, ο καθεδρικός της ναός με τα περίφημα ελληνικά ψηφιδωτά, που κτίστηκε από Έλληνες στην εποχή των Νορμανδών (1197 μ.χ.) κ.λ.π.

Στο ενδιάμεσο την οδού από Μεσσήνη προς Κατάνη, βρίσκεται η Νάξος - Τζιαρντίνι, που είναι και η αρχαιότερη πόλη του παρόντος ελληνικού αποικισμού. Την έκτισαν οι Χαλκιδείς το 735 π.χ., με ηγέτη τον Θούκλη-Θεοκλή, στους πρόποδες της Αίτνας. Αργότερα εγκαταστάθηκαν σ’αυτήν Μεγαρείς και Νάξιοι, οι οποίοι της έδωσαν και το όνομα τους, Το Giardini, που σημαίνει Κηπούπολη, προστέθηκε στο Νάξος σήμερα, εξ ́αιτίας των θαυμάσιων και ξακουστών κήπων και πάρκων της πόλης.Το 476 π.Χ.., οι κάτοικοι της Νάξου διώχτηκαν από τον Τύραννο των Συρακουσών Ιέρωνα. Επανήλθαν όμως αργότερα και παρέμειναν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Το 413, όταν η σικελική εκστρατεία του πελοποννησιακού πολέμου έληξε με νικητή τη Σπάρτη και τις Συρακούσες, ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος κυρίευσε την πόλη. Τότε αρχίζει και η παρακμή της πόλης με νέες μεταναστεύσεις προς άλλες πόλεις αλλά και την σικελική ύπαιθρο. Από την παλαιά Νάξο, με την μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της κτίστηκαν οι πόλεις - αποικίες Ταυρομένιο (Ταορμίνα), η Κατάνη, οι Λεοντίνοι, η Καλλίπολη και η Εύβοια (Εubati σήμερα). Σήμερα είναι γεμάτη αρχαιοελληνικά μνημεία αλλά και σύγχρονα μνημεία αντίγραφα αρχαιοελληνικών, λεωφόρους με ελληνικά ονόματα (λεωφόρος Χαλκίδος, οδός Μεγάρων κ.λ.π,.), συλλόγους φιλίας με την Ελλάδα, αμοιβαίες φιλοξενίες παιδιών τα καλοκαίρια κ.α.

Το Ταυρομένιο, (Τaormina σήμερα), τόπος έμπνευσης, τόσο του μεγάλου Σικελού Νομπελίστα Λουίτζι Πιραντέλο, που συχνά ξυπνούσε μέσα του κάποιο ευχάριστο συναίσθημα ελληνικού γονιδίου και υπερηφανεύονταν για την ελληνική καταγωγή του και το ελληνικό επίθετο του ( Πυρ& Άγγελος), όσο και του μεγάλου Γερμανού φιλέλληνα Γκαίτε, που την χαρακτήριζε ωραιότερο σημείο του κόσμου, είναι γνωστό από το περίφημο θέατρο του, χωρητικότητας 15.000 θέσεων. Κτίστηκε το 358 π.χ. από τους Νάξιους με οικιστή τον Ανδρόμαχο, πατέρα του ιστορικού Τίμαιου, που αναφέραμε στο παραπάνω κεφάλαιο. Ανήκε στον χώρο επιρροής των Συρακουσών, μέχρις ότου κυριεύτηκε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι όμως την σεβάστηκαν και την ανακήρυξαν σε ομοσπονδιακή πόλη (Civitas


Federata). Πέραν του αρχαιοελληνικού θεάτρου και μέρος του ωδείου των ρωμαικών χρόνων, τα άλλα αρχαία βρίσκονται ακόμα θαμμένα γιατί η σύγχρονη πόλη είναι κτισμένη ακριβώς πάνω στην παλαιά.

Δυτικά και προς την σικελική ενδοχώρα, βρίσκονται σήμερα οι Λεοντίνοι, γνωστοί σήμερα ως Lentini.. Πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων και το Μουσείο της δείχνουν την μεγάλη ακμή που γνώρισε, από το 729 π.χ. που κτίστηκε, στις όχθες του ποταμού Τειρία, στην περιοχή που σύμφωνα με την Οδύσσεια κατοικούσαν οι Λαιστρυγόνες.

Η Κατάνη, ιδρύθηκε την ίδια περίπου εποχή από τους Νάξιο- Χαλκιδείς επίσης, με οικιστή τον Εύαρχο, στην περιοχή του ποταμού Σύμεθου (Simeto σήμερα). Υπέφερε από σεισμούς και καταστροφές από το ηφαίστειο της Αίτνας, όπου σύμφωνα με την μυθολογία βρίσκονταν ο φοβερός τιτάνας Εγκέλαδος θαμμένος με τον όγκο του βουνού που είχε ρίξει πάνω του η θεά Αθηνά. Η Αίτνα ήταν επίσης και το εργαστήριο του θεού Ηφαίστου. Στην πόλη αυτή νομοθέτησε ο ξακουστός Χαρώνδας, ο οποίος μαζί με τον Ζάλευκο των Λοκρών έθεσαν τις βάσεις του κατοπινού «Ρωμαϊκού δικαίου». Σήμερα οι αρχαιολογικές ανασκαφές δείχνουν την μεγάλη ακμή της πόλης. Φημησμένο είναι το τεράστιο θέατρο της, χωρητικότητας 16.000 θέσεων και άλλοι θησαυροί στο Μουσείο της. Βέβαια, λόγω των συνεχών καταστροφών από την λάβα του ηφαιστείου, πολλά αρχαιοελληνικά αριστουργήματα έχουν καταστραφεί στην διάρκεια των 2.700 ετών από ιδρύσεως της.

Δυτικά της πόλης και προς τους πρόποδες της Αίτνας, οι Καταναίοι είχαν ιδρύσει την πόλη Ιννίσσα. Αυτή η πόλη ήταν τρόπον τινά ο φρουρός και ο ξεναγός του ιερού ηφαιστείου και της νύμφης Αίτνας.

Στην Κατάνη λειτουργεί σήμερα, το δεύτερο μεγαλύτερο στην Ευρώπη (μετά το Παλέρμο) « Κέντρο Ελληνικών Σπουδών», με τεράστιο ενδιαφέρον από πλευράς των ντόπιων να σπουδάσουν την ιστορία, την γλώσσα και τον πολιτισμό των εξ’ αίματος προγόνων τους.

Νότια της Κατάνης βρίσκονται τα Υβλαία Μέγαρα. Αρχικά ονομάζονταν Ύβλα, από τους παλαιότερους Έλληνες αποικιστές της, τους Πελασγούς. Ο εποικισμός της με Μεγαρείς, πρόσθεσε και το όνομα Μέγαρα στην ονομασία της, όπως είδαμε πιο αναλυτικά παραπάνω, στο κεφάλαιο με τον Δαίδαλο. Η ακμή της αποικίας αυτής δεν διάρκεσε πολύ, λόγω της εγγύτητας της με τις Συρακούσες που ήταν η υπερδύναμη της περιοχής. Έτσι μέρος των Μεγαρέων μετακινήθηκε προς


την Νοτιοδυτική Σικελία και ίδρυσε την Σελινούντα, στις εκβολές του ομώνυμου ποταμού, το 629 π.Χ. Το όνομα παραπέμπει στο ομώνυμο φυτό, το σέλινο, το οποίο ήταν αυτοφυές στις όχθες του ποταμού. Οι Μεγαρείς αποξήραναν τα έλη του Σελινούντα και μετέτρεψαν την περιοχή σε παράδεισο. Την μεγάλη του ακμή μαρτυρούν οι τρεις γιγάντιοι και μεγαλοπρεπείς ναοί του (Απόλλωνα, Ηρας και Ηρακλη), για τους οποίους όλοι οι ιστορικοί τέχνης έγραψαν πώς είναι τα έργα της Σικελίας που αγγίζουν την τελειότητα. Υπάρχουν επίσης ερείπια ναού, υποχθόνιων θεών, πιθανόν του Πλούτωνα και της Περσεφόνης, αλλά και πολλά ερείπια και ευρήματα βυζαντινής εποχής. Το 409 κυριεύτηκε από τους Καρχηδόνιους και καταστράφηκε. Το 250 π.χ. ξανακαταστράφηκε οριστικά και δεν ξανακατοικήθηκε στην αρχαία εποχή. Οι Καρχηδόνιοι οδήγησαν στην αιχμαλωσία πολλούς κάτοικους. Οι υπόλοιποι κάτοικοι μετακινήθηκαν προς τις Συρρακούσες και προς το εσωτερικό της Σικελίας.

Οι Συρακούσες ήταν η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη ελληνική πόλη στην Σικελία. Μία μεγαλούπολη που έφτανε σε πληθυσμό τις 800.000 κατοίκους, με τους γύρω δήμους, Ιδρύθηκαν από τους Κορίνθιους με οικιστή τον Αρχία το 735 π.χ. Η πόλη και τα περίχωρα της ήταν κατοικημένα από τον προηγούμενο ελληνικό αποικισμό των Πελασγών και κοντά στο 1.200 π.χ. από τους Αιτωλούς και τους Ηπειρώτες, που σπρώχτηκαν στην Ιταλία από την κάθοδο των Δωριέων από την Μακεδονία προς την Πελοπόννησο. Παράλληλα με τους Κορίνθιους, εγκαταστάθηκαν στο νησάκι Ορτυγία και Χαλκιδείς έποικοι, οι οποίοι και έδωσαν το όνομα «Αρέθουσα» στην περίφημη πηγή.

Η Αρέθουσα ήταν νύμφη που την μετέτρεψε ο Δίας σε πανέμορφη πηγή μετά από παράκληση του Αλφειού, για να γλυτώσει από το βάσανο του παράφορου έρωτά πού ένοιωθε γι ́αυτήν. Όμως ο έρωτας δεν πέρασε στον Αλφειό και έτσι η θεά Αφροδίτη μετέτρεψε και αυτόν σε ποταμό στην Πελοπόννησο, ώστε τα νερά του να ενώνονται στο Ιόνιο πέλαγος με τα νερά της Αρέθουσας.

Η ανάπτυξη των Συρακουσών ήταν ραγδαία, ώστε από τον 7ο κιόλας αιώνα ανέπτυξε άλλες τρεις αποικίες στην Σικελία (και πολλές άλλες εκτός Σικελίας), την Άκρα την Κασμένη και την Καμάρινα. Η ίδια η πόλη ενώθηκε με τα προάστια της Ορτυγίας, της Νεάπολης, της Τύχης, της Αρκαδίας, και των Επιπολών ( η γνωστή Πεντάπολις) και αποτέλεσε την μεγαλούπολη της περιοχής με χερσαίο τείχος 27, χλμ. που την έζωνε και 800.000 κατοίκους.


Το πολίτευμα της ήταν ολιγαρχικό και οι σχέσεις της με την γειτονική Γέλα, η οποία είχε Τυραννία, ήταν πάντοτε εχθρικές. Η Γέλα ενίσχυσε τους δημοκρατικούς των Συρακουσών, όταν αυτοί κατέφυγαν στην Κασμένη και ζήτησαν την βοήθεια του τυράννου Γέλωνα να πάρουν την εξουσία των Συρακουσών. Ο Γέλων εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση και γρήγορα κατόρθωσε να πάρει την εξουσία στις Συρακούσες. Οι Συρακούσιοι τον τίμησαν ως δεύτερο ιδρυτή της πόλης, ίσο με τον οικιστή Αρχία και το 418 π.χ., όταν πέθανε έφτιαξαν επιβλητικό μαυσωλείο προς τιμήν του και τοποθέτησαν ανδριάντα του στον ναό της Ήρας. Τον Γέλωνα διαδέχτηκε ο αδερφός του Ιέρων, ο οποίος μετέτρεψε τις Συρακούσες σε παγκόσμιο πνευματικό κέντρο. Ο Αισχύλος έκανε πρεμιέρα της τριλογίας του «Πέρσες» στο περίφημο «Teatro Greco» των Συρακουσών. Ο Συρακούσιος Επίχαρμος (5ος αι.π.χ.) έγραψε δράματα αλλά και κωμωδίες πολλά χρόνια πριν τον Αριστοφάνη. Κωμωδιογράφος ήταν και ο ποιητής Φόρμης, ενώ στις Συρακούσες έζησαν και έγραψαν οι ποιητές Πίνδαρος, Σιμωνιδης ο Κείος και ο Βακχυλίδης. Ποιητές ήταν και οι Τύραννοι Διονύσιος ο πρεσβύτερος και Διονύσιος ο νεώτερος. Οι Φιλόσοφοι και σοφιστές, Ξενοφάνης, Γοργίας και Παρμενίδης, συνέβαλαν στην πρόοδο της επιστήμης και του Ορθού Λόγου, ενώ εδώ έζησε κάποιο καιρό και ο μεγάλος φιλόσοφος Εμπεδοκλής

Ο ρήτορας Τεισίας, μαθητής του περίφημου Κόρακα, είναι ο εφευρέτης της έντεχνης απαγγελίας.

Ο Πλάτωνας έζησε στις Συρακούσες, την εποχή του Τύραννου Διονύσιου, ενώ την ίδια εποχή έζησε εκεί και ο ιστορικός Φίλιστος, οποίος έγραψε την ιστορία της Σικελίας από αρχαιοτάτων ετών έως την εποχή του Διονυσίου του νεώτερου το 363 π.χ. και τον οποίο ο Κικέρων ονόμασε «μικρό Θουκυδίδη». Τον Διονύσιο τον νεώτερο τον διαδέχτηκε ο γαμπρός του Δίων, μαθητής του Πλάτωνα. Αξιόλογοι επίσης ήταν οι κυβερνήτες Τιμολέων και Αγαθοκλής οι οποίο και προσέφεραν στις Συρακούσες μέρες μεγάλης ακμής.

Ο Αγαθοκλής έφτιαξε το 317 π.Χ.,νόμους υπέρ των φτωχών, ενάντια στους αριστοκράτες. Έκανε νικηφόρους πολέμους κατά της Καρχηδόνας και έφτασε μέχρι την ίδια την Καρχηδόνα και την πολιόρκησε. Εκείνη τη στιγμή, οι άλλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας στράφηκαν εναντίων των Συρακουσών και αυτός αναγκάστηκε να


επιστρέψει κάνοντας ειρήνη με την Καρχηδόνα, στην οποία και παραχώρησε την κυριαρχία επί της Εγεστας και του Σελινούντα

Οι τελευταίες μέρες ακμής σημειώθηκαν επί τυράννου Ιέρωνα του Β’. Στις μέρες του έζησαν στις Συρακούσες ο μαθηματικός Αρχιμήδης και ο ποιητής Θεόκριτος. Το 215 π.χ. οι Ρωμαίοι, με στρατηγούς τούς Κλαύδιο και Μάρκελλο πολιόρκησαν την πόλη. Ωστόσο δεν ήταν εύκολο να την καταλάβουν. Εκμεταλλεύτηκαν όμως την χαλαρότητα της φρούρησης όταν άρχισαν οι γιορτές προς τιμή της θεάς Άρτεμης και κατόρθωσαν να εισδύσουν από το Εξάπυλο, να εισβάλουν στις Επιπολές και στη συνέχεια να κατακτήσουν την Νεάπολη και την Τύχη. Τότε κάποιος ρωμαίος στρατιώτης σκότωσε τον Αρχιμήδη, την ώρα που σχεδίαζε τη λύση κάποιου μαθηματικού προβλήματος. Και αυτή η πράξη ήταν και η «μεγαλύτερη συνεισφορά της Ρώμης στην επιστήμη!». Η πόλη άρχισε έκτοτε να μικραίνει. Ο πληθυσμός της άρχισε να φεύγει προς γειτονικές πόλεις αλλά κυρίως προς το εσωτερικό της Σικελίας, σε μικρότερες πόλεις και χωριά. Την εποχή του Αύγουστου Οκταβιανού, κατοικούνταν μόνο η Ορτυγία, η Νεάπολη και μέρος της Τύχης .

Από τα αρχαία μνημεία σώζονται δύο ναοί στην Ορτυγία, της Αθηνάς πού είναι καλύτερα διατηρημένος και του Απόλλωνα, ο οποίος είναι και ο αρχαιότερος στην Μεγάλη Ελλάδα, κτισμένος τον 7ο π,χ. αιώνα. Ήταν έργα που σίγουρα άγγιζαν την τελειότητα, όπως θεωρούνται και οι ναοί του Σελινούντα και του Ακράγαντα, αλλά δεν διατηρήθηκαν σε παρόμοια καλή κατάσταση. Ο Κικέρων μάλιστα είχε γράψει για το ναό της Αθηνάς ότι: Σε κανένα μέρος του κόσμου δεν υπάρχουν τόσο μεγαλειώδεις διακοσμήσεις χρυσού και ελεφαντοστού.

Τον 7ο μ.χ. αιώνα, επί βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο ναός της Αθηνάς μετετράπη σε χριστιανικό ναό και την εποχή της Νορμανδικής κατάκτησης (11ος αιών) μετασκευάστηκε σε καθεδρικό ναό και παραμένει έτσι ως σήμερα. Παρ ́ όλα αυτά οι Συρακούσιοι εξακολουθούν και σήμερα, να αποκαλούν τον καθεδρικό ναό τους ως «ναό της Αθηνάς- Tempio di Atena»

Σώζονται επίσης η πηγή Αρέθουσα στην Ορτυγία, ερείπια των λιμανιών, το ξακουστό ελληνικό θέατρο «teatro Greco», που βρίσκονταν στην Νεάπολη. Το θέατρο είναι 15.000 θέσεων και κατασκευάστηκε από τον Ιέρωνα τον Α’, ενώ μέρος του καταστράφηκε τον μεσαίωνα για να


κτιστεί ισπανικό φρούριο! Τα περίφημα λατομεία, πίσω από τον λόφο του θεάτρου, έγιναν τόπος μαρτυρίου και για χιλιάδες Αθηναίους αιχμαλώτους, μετά την ήττα τους στον Σίναρο ποταμό (πελοποννησιακός πόλεμος) και την υποχώρηση τους στο εσωτερικό της Σικελίας. Τα λατομεία αποτελούνται από τρεις τεχνητές σπηλιές που ονομάζονται σήμερα: Παράδεισος, Διονυσίου και Καπουτσίνων. Σώζονται επίσης το υδραγωγείο του Ιέρωνα, που λειτουργεί ακόμα και σήμερα, μια Καρυάτιδα από τον απαράμιλλης καλλιτεχνικής αξίας (όπως τον περιγράφει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης) βωμό τού Ιερωνα Β’, ένα Γυμνάσιο των ελληνιστικών χρόνων (2ος π.χ. αιών), λείψανα του βουλευτηρίου, ο οβελίσκος που έστησαν οι Συρακούσιοι σε ανάμνηση της νίκης τους επί των Αθηναίων στο Πλημμύριο, οι περίφημες κατακόμβες της χριστιανικής εποχής, για την οποία θα δούμε περισσότερα σε άλλο κεφάλαιο, ο ναός του Δία, γνωστός ως «Ολυμπείον», που βρίσκεται έξω από τις Συρακούσες στις όχθες του ποταμού Ανάπλου, η Ακρόπολη των Επιπολών, το φρούριο του Ευρύαλου και πολλά άλλα. Τα σημαντικότερα βέβαια ευρήματα βρίσκονται στο μουσείο των Συρακουσών.

Στα περίχωρα των Συρακουσών, βρίσκονται οι πόλεις Άκρα, Κασμένη, Καμάρινα, Ελωρος και Μοργάντιον, όλες με αρχαία ελληνικά μνημεία. Στην Άκρα σώζεται το Θέατρο και ναός της Αφροδίτης, στην Ελωρο το θέατρο και ναός της Δήμητρας, στο ακατοίκητο σήμερα Μοργάντιο , που ονομάζεται και Κάστρο, σώζονται το αρχαίο θέατρο και το ιερό της Δήμητρας.

Οι σημερινές Συρακούσες τιμούν το παρελθόν τους κατά το πρέπον. Πλήθος λεωφόρων, δρόμων, πάρκων και αγαλμάτων κ.λ.π. έχουν ελληνικά ονόματα, ενώ σχεδόν όλοι από τους κατοίκους, που γνωρίζουν την στοιχειώδη ιστορία, αισθάνονται περήφανοι για την ελληνική κληρονομιά της πόλης.

Κατευθυνόμενοι νοτιοδυτικά, συναντάμε την Γέλα (Gela), πού ιδρύθηκε το 690 π.χ. από Ρόδιους και Κρήτες, με οικιστές τον Αντίφημο και τον  ́Επιμο, πάνω στις εκβολές του ποταμού Γέλα . Τον ποταμό όσο και την πόλη ονόμασαν Πελασγοί από την Καρία της Μ.Ασίας (Κάρες , συμπατριώτες του Ηρόδοτου) που είχαν εγκατασταθεί εκεί κατά το 2.000 π.χ. Είδαμε παραπάνω ότι είχε πολίτευμα τυραννικό και ήταν σημαντική αντίπαλος των Συρακουσών. Είδαμε πώς και με ποιο τρόπο


ο τύραννος Γέλων έγινα κυρίαρχος των Συρακουσών. Στη σημερινή πόλη μπορεί κανείς να θαυμάσει αρκετά ελληνικά έργα τέχνης στο μουσείο της καθώς και το αρχαίο τείχος της.

Η Γέλα ίδρυσε με την σειρά της τον Ακράγαντα. Καταστράφηκε και αυτή από τους Καρχηδόνιους, το 405 και ξανακτίστηκε από τον Τιμολέοντα το 345 π.χ., που έφερε κατοίκους από το νησί Κέα του Αιγαίου για να την ξανακάνει μεγάλη πόλη.

Ακράγας, Ναός της Ομόνοιας.

Συνεχίζοντας, βρίσκουμε την Ηράκλεια Μινώα, που ιδρύθηκε από Σελινούντιους στα τέλη του 6ου π.χ. αιώνα. Υποστηρίζεται από πολλούς ερευνητές ότι, αυτή ήταν η Μινώα που έκτισε ο Μίνωας όταν ήρθε για να πιάσει τον Δαίδαλο, και όχι ο Ακράγαντας. Οι αρχαιότητες της βρίσκονται στο Μουσείο του Ακράγαντα, αλλά μπορεί κανείς να θαυμάσει το πολύ

Ναός του Ηρακλή στον Ακράγαντα.

ωραίο θέατρό της και υπολείμματα των τειχών της.


Ο Ακράγαντας ιδρύθηκε το 580 π.χ. με εποικιστές από την Γέλα και την Ρόδο. Μόλις 80 χρόνια από την ίδρυση του, κατάφερε να γίνει η σημαντικότερη πόλη της Σικελίας μετά τις Συρακούσες τόσο στον πληθυσμό όσο και στον πλούτο, στην τέχνη και στα γράμματα. Έδωσε σκληρές μάχες με τους σημιτοφοίκικες για την ζώνη εμπορικής επιρροής στην Σικελία. Στην περίφημη κοιλάδα των ναών, που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την σημερινή πόλη, βρίσκονται τα περισσότερα αρχαιολογικά ευρήματα της Σικελία μαζί με την Σελινούντα. Στην κοιλάδα των ναών βρίσκονται οχυρώσεις, ακρόπολη, ο ναός της Δήμητρας, ο ναός της Ήρας, ο ναός της Ομόνοιας, που είναι και ο πλέον καλοδιατηρημένος ναός της Μεγάλης Ελλάδος, ο ναός του Ηρακλή και ο ναός του Ολυμπίου Διός, ο οποίος και είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος ναός όλης της ελληνικής αρχαιότητας, με 105 μ. μήκος και 18 μ. πλάτος. Ακολουθούν οι ναοί του Ηρακλή, των Διόσκουρων (Κάστορα και Πολυδεύκη) και του Ασκληπιού.

Σώζονται επίσης ερείπια πολλών ιδιωτικών οικημάτων, που μαρτυρούν το μέγεθος της ακμής και του πλούτου, με θαυμάσια ψηφιδωτά, τα μνημεία των Τυράννων Φάλαρη και Θήρωνα, γιγάντιοι κούροι που στόλιζαν τον ναό του Δία, οι οχυρώσεις του Δαίδαλου και νεώτερα τείχη, και ένα θαυμάσιο αρχαιολογικό μουσείο.

Στον Ακράγαντα έζησε ένας εκ των μεγαλυτέρων φιλόσοφων της αρχαιότητας, οπαδός της Ελεατικής φιλοσοφίας, ο Εμπεδοκλής ( 493- 439). Ήταν γιος του Μέτωνα και εγγονός του Ολυμπιονίκη Εμπεδοκλή. Η παράδοση στους Ακραγαντίνους λέει ότι πέθανε πηδώντας στον κρατήρα της Αίτνας, για να καθαρθεί και να εξιλεωθεί με τη φωτά της. Ηταν ο πρώτος που διατύπωσε την θεωρία του διαχωρισμού της ύλης από την ενέργεια Ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε τον Εμπεδοκλή πατέρα της ρητορικής και ο Γαληνός, πατέρα της ιατρικής. Απέναντι από τον Ακράγαντα βρίσκεται το νησάκι Λαμπαδούσα και απέναντι στην Αφρική, πλήθος σικελικών αποικιών, όπως η πόλη Ναμπούλ (Νεάπολη)της Τυνησίας.

Ο Ακράγαντας καταλήφθηκε για δεύτερη φορά από του Καρχηδόνιους το 262 π.χ., οπότε και καταστράφηκε. Τότε συνελήφθησαν 25.000 από τους κατοίκους που είχαν ξανακτίσει την πόλη μετά την πρώτη καταστροφή και πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Στη θέση της μεγαλοπρεπούς και ακμάζουσας πόλης συνέχισε να υπάρχει


ένα χωριό, ενώ οι περισσότεροι Έλληνες που γλύτωσαν τις σφαγές, κατέφυγαν στο εσωτερικό της Σικελίας και σε άλλες γειτονικές πόλεις.

Ο Ακράγαντας με τα τόσα ελληνικά μνημεία, με τα τόσα ελληνικά ονόματα στους δρόμους λεωφόρους, πλατείες, ακόμα και σε καφέ μπαρ, θυμίζει έντονα Ελλάδα. Το λιμάνι της πόλης φέρει το όνομα του Εμπεδοκλή.

Δίπλα από τον Ακράγαντα βρίσκεται η Σελινούντα. Ιδρύθηκε το 629 π.χ. από κατοίκους των Υβλαίων Μεγάρων στις όχθες του ποταμού Σελινούντα, για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω και πιο δυτικά, και προς την ενδοχώρα, βρίσκεται η Αίγεστα. Είναι κτισμένη στο όρος Βάρβαρο και διαθέτει έναν θαυμάσιο και από τους πιο καλοδιατηρημένους ναούς της αρχαιότητας και ένα μεγάλο θέατρο. Για την καταγωγή των κατοίκων της Εγεστας έχουν γραφεί πολλά.

Ότι δηλαδή δεν ήταν Έλληνες αλλά εξελληνίστηκαν αργότερα σε σημείο να αποτελούν τον σημαντικότερο σύμμαχο των Συρακούσιων. Η επιστήμη έχει ήδη δώσει την απάντηση, ότι: οι Ελυμοι, που κατοικούσαν την περιοχή, ήταν πελασγική φυλή, που ήρθε στην δυτική Σικελία πριν το 2.000 π.χ. σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα περί εγκατάστασης των Κρητοπελασγών στην Μεγάλη Ελλάδα, αλλά και


μετά τον τρωικό πόλεμο σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγγραφέων που αναφέραμε. Εποικισμός σημιτοφοινίκων δεν αναφέρεται πουθενά στην δυτική Σικελία, παρά μόνο ίδρυση εμπορικών σταθμών και παρουσία ισχυρού στρατού που τους προστάτευε.

Τα ίδια ισχύουν και για το Δρέπανο (Trapani), το νησάκι Παντελλερία την Κόσσυρα των αρχαίων Ελλήνων (και το Παντελερία είναι ελληνικό- μεσαιωνικό όνομα) και για τον Ερυκα, που δεσπόζει πάνω από το Τραπάνι και στον οποίο σώζονται έργα του Δαίδαλου, όπως το «Δαιδάλιο» τείχος και ο ναός της Αφροδίτης και το Παλέρμο.

Το Παλέρμο μεγαλύτερη πόλη της σημερινής Σικελίας και έδρα του σημαντικότερου κέντρου ελληνικών σπουδών στην Ευρώπη, είναι η αρχαιοελληνική πόλη Πάνορμος. Παρέμεινε μια μικρή και άσημη πόλη, που στους κλασικούς χρόνους ανήκε στην Ιμέρα, και τον 3ο π. χ. αιώνα πέρασε στον πλήρη στρατιωτικό και εμπορικό έλεγχο των Φοινίκων μέχρι την κατάκτηση της από του Ρωμαίους. Οι Φοίνικες ουδέποτε αποίκησαν και έκτισαν πόλη στην περιοχή, παρά μόνο ένα εμπορικό σταθμό, με ισχυρή στρατιωτική φρουρά, δυτικά του Πανόρμου, με το όνομα Ζίζ, που σημαίνει  ́Ανθος.

Παρέμεινε σπουδαίο κέντρο του ελληνισμού στην δυτική Σικελία κατά το μεγαλύτερο μέρος του μεσαίωνα, ως επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μέχρι το έτος 1072. Σε σπουδαίο κέντρο άρχισε να αναδεικνύεται όταν οι Νορμανδοί το πήραν από τους Βυζαντινούς Έλληνες και την έκαναν πρωτεύουσα τους. Μνημεία αρχαιοελληνικά δεν υπάρχουν στην πόλη. Υπάρχουν όμως σπουδαίες συλλογές στο αρχαιολογικό της μουσείο καθώς και σπουδαία έργα τέχνης της μεσαιωνικής περιόδου, στις εκκλησίες των Νορμανδών τις οποίες έκτισαν Έλληνες αρχιτέκτονες και φιλοτέχνησαν Έλληνες τεχνίτες με την ορθόδοξη τεχνοτροπία.

 ́Αξιο θαυμασμού είναι το σπήλαιο της πολιούχου, Αγίας Ροζαλίας, ανηψιάς του Δούκα της Καλαβρίας Γουλιέλμου Β’, στην είσοδο του οποίου δεσπόζει η ελληνική επιγραφή « Εγώ, η αδελφή Ρωσαλία Σινηβάλδη, βάνω τούτο το ξύλο του ειδικού μας Αφέντος εις το Μοναστήρι του οποίου παντοτεινά ακολούθησα». Η Αγία Ροζαλία πέθανε το 1160 και η ελληνική επιγραφή μαρτυρεί φυσικά την μεγάλη έκταση που κατείχε ακόμη η ελληνική γλώσσα μεταξύ του πληθυσμού


του Παλέρμο και της δυτικής Σικελίας, περιοχές που είχαν αποκοπεί από την ελληνική - βυζαντινή διοίκηση, αρκετά νωρίτερα από την ανατολική Σικελία, Καλαβρία, Απουλία και Βασιλικάτα.

Το 2882, οργανώνερται στο Παλέρμο, από τον Ελληνα αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο, η εξέγερση κατά των Γάλλων δυναστών Ανζού. Η εξέγερση αυτή θα μεινει γνωστή στην ιστορία ως «Σικελικός Εσπερινός», και ως μεγάλη σφαγή των Γάλλων. Ο Μανουήλ Παλαιολόγος χρηματοδότησε οργανώσεις Σικελών να κάνουν την εξέγερση, που είχε σύνθημε “Morte alla Francia”, δηλαδή θανατος στους Γάλλους, σε συντομογραφία MAFIA. Αυτή είναι και η απαρχή αυτής της οργάνωσης, που θα δράσει ως στρατός αντίστασης στα χρόνια όλων των κατακτητών που ακολούθησαν , τους Γερμανους, Ισπανους, Γάλλους ... Η Λατινική ονομασία της, παρότι το 1282 στην Σικελια ομιλούνταν ακομη πλειοψηφικά η Ελληνική γκλώσσα, και οφείλεται στο ότι το Παλέρμο, ως πρωτεύουσα, δεχτηκε πρώτο τον γλωσσικό αφελληνισμό.

Ανατολικά του Παλέρμου βρίσκεται η πόλη της Ιμέρας, ξακουστή από την μεγάλη μάχη και νίκη των Ελλήνων κατά των Καρχηδονίων το 479 π.χ. Τότε 50.000 πεζοί και 5.000 ιππείς Έλληνες, υπό την ηγεσία των τυράννων Θήρωνα του Ακράγαντα και του Γέλωνα των Συρακουσών, ένωσαν για πρώτη φορά τους Έλληνες και συνέτριψαν τους Καρχηδόνιους, αρχηγός των οποίων ήταν ο Αμίλκας.

Κτίστηκε το 648 π.χ. από τους οικιστές Ευκλείδη, Σίμο και Σάκωνα, που ήρθαν από την Ζάγλη-Μεσσήνη. Εδώ έχει βρεθεί αξιολογότατος αρχαιολογικός πλούτος πού μαρτυρεί το μεγαλείο της πόλης. Βρέθηκε ο ναός της Νίκης που κτίστηκε σ’ ανάμνηση της νίκης των Ελλήνων κατά των Καρχηδονίων και άλλοι τέσσερεις ναοί. Εντυπωσιακή είναι η πολεοδομία της που μόνο με εκείνη της Μιλήτου μπορεί να συγκριθεί, ενώ πολλά από τα σπουδαία έργα τέχνης που βρέθηκαν εκτίθενται στο μουσείο του Παλέρμο, Kοντά στην παλαιά, υπάρχει και η σύγχρονη πόλη Termini Imerese (Θέρμες της Ιμέρας).

Πιο ανατολικά συναντάμε την Κεφαλού, μία ήσυχη αρχαιοελληνική πόλη που ονομάζονταν Κεφαλοίδιον. (Το Κεφαλού είναι βυζαντινό). Έχει αρκετά αρχαιοελληνικά, αλλά πολύ σημαντικότερα μεσαιωνικά έργα τέχνης, όπως τις τοιχογραφίες


Ελλήνων τεχνιτών στον καθεδρικό της, που κτίστηκε από τους Νορμανδούς. Το αρχαιολογικό της μουσείο, μαρτυρεί την ελληνικότητα και το μέγεθος της ακμής της .

Απέναντι από την Κεφαλού, βρίσκονται τα «νησιά του Αιόλου», όπου σύμφωνα με την Οδύσσεια ο θεός Αίολος φυλάκισε τους ανέμους για να μπορέσει ο Οδυσσέας να γυρίσει στην πατρίδα του. Σημαντικότερο από αυτά είναι οι Λιπάρες (Lipari), με πολλά αρχαιολογικά ευρήματα που ανάγονται πριν από το 3.000 π.χ., με βεβαιωμένη εγκατάσταση Πελασγών και Αιγαίων εκείνη την εποχή και βεβαιωμένη εγκατάσταση (με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα) Αχαιών το 1500 π.χ. Βρέθηκαν επίσης και υπολείμματα κλασικού ελληνικού οικισμού, που ίδρυσαν οι Ρόδιοι υπό τον Πένταθλο το 570 π.χ., όταν διώχτηκαν από το Λιβύλαιο της Δ..Σικελίας από τους σημιτοφοίνικες. Στίς Λιπάρες βρέθηκε και το σημαντικότερο ναυάγιο αρχαιοελληνικού πλοίου.

Ο Λίπαρος, πού έδωσε το ονομά του στα νησιά, ήταν γιός του Αύσωνα, μυθικού βασιλιά της Ιταλίας, εγγονός του πρώτου Ελληνα κατοίκου, του Ιταλού. Πήγε στα νησιά αυτά, διωγμένος από την Σικελία από πολιτικούς του αντιπάλους. Επέστρεψε όμως τελικά στην απέναντι στεριά με την βοήθεια του Θεού Αιόλου, που κατοικούσε στα νησιά και οι κάτοικοι του Σορέντο τον έκαναν βασιλιά τους.

Ξανά στη Σικελία και μετά την Κεφαλού, ακολουθεί η Τίνδαρις. (Τindari). Ιδρύθηκε από τον Τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο, αλλά μια άλλη πηγή θέλει ιδρυτές τους Μεσσήνιους, όταν ο Αμίλκας κατάστρεψε την Μεσσήνη. Ήταν ισχυρή πόλη και παρέμεινε το ίδιο ισχυρή και κατά τους χρόνους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ανάμεσα από την Μεσσήνη και την Τίνδαρι, βρίσκονται οι Μύλαι. Κτίστηκαν από την Ζάγκλη - Μεσσήνη το 717 π.χ. και εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα με το όνομα Μilazzo. Από την αρχαία και την βυζαντινή πόλη έχουν βρεθεί πολλά αντικείμενα τα οποία δείχνουν την αδιάκοπη ελληνικότητά της.

2.4 Αποικίες Μεγαλοελλαδιτών


Είναι λίγο γνωστό ότι οι Μεγαλοελλαδίτες έφτιαξαν με τη σειρά τους αποικίες εκτός Ιταλίας, συνέπεια της μεγάλης δημογραφικής τους έκρηξης.

Με επικεφαλής τους Συρακουσίους αποίκησαν σχεδόν όλη την ανατολική ακτή της Αδριατικής, αλλά και την βόρειο Αφρική και την δυτική μεσόγειο ιδρύοντας μεγάλες πόλεις όπως την Ισσό, τον Φάρο (Χβάρ στα Κροατικά), την Κορκύρα Μέλαινα (Κόρτσουλα), το Τραγούριον (Τρόγκυρ), τα Σάλονα, την Επίδαυρο, απέναντι από το Βάριον ή Βάριν (το Μπάρι) έφτιαξαν την Αντίβαριν (Μπάρ του Μαυροβουνίου) και πολλές άλλες πόλεις.

3.ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΝ ΡΩΜΑΙΚΗ ΕΠΟΧΗ.

3.1 Πόσοι ήταν

Συνολικά μέσα σε 200 χρόνια από τον αποικισμό του 8ου αι. π.χ.,δηλαδή κοντά στο 500 π.χ. υπήρχαν 120 ελληνικές πόλεις και εκατοντάδες χωριά. Στον πληθυσμό αυτό δεν υπολογίζουμε τους προηγούμενους Έλληνες, τους Μινωίτες, Αχαιούς, Πελασγούς (Μεσαπίους, Ιάπυγες, Σικανούς, Ελύμους...) , οι οποίοι είχαν υιοθετήσει την συγγενική γι’ αυτούς ιωνική ελληνική διάλεκτο και είχαν αφομοιωθεί πλήρως με τα νεοφερμένα αδέρφια τους από το Αιγαίο.

Αν υπολογίσουμε ότι πόλις, δηλαδή άστυ, θεωρούνταν οικισμός μέ 10.000 κατοίκους και πάνω, αυτόματα έχουμε έναν ελληνικό πληθυσμό 10.000.000 τον 5ο και 4ο αιώνα π.χ. Φυσικά οι Συρακούσες και ο Τάραντας είχαν τότε από 800.000 πληθυσμό, η Σύβαρις και ο Κρότωνας πάνω από 400-500.000, ο Ακράγαντας και η Νάπολη πάνω από 200.000 κ.λ.π..

Ετσι, συνολικά, μαζί με τους Πελασγούς της υπαίθρου, με τους πιο απλούς υπολογισμούς, μιλάμε για πάνω από 15.000.000 Ελλήνων κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.χ., εκ των οποίων τα 4.000.000 στην Σικελία Ο αριθμός αυτός μειώθηκε κατά την ρωμαϊκή κατάκτηση, η οποία έφερε μεν παρακμή σε κάποιες πόλεις, οδήγησε κάποιο σημαντικό μέρος του πληθυσμού στα βουνά και στην ενδοχώρα, μετατρέποντας τον σε αγρότη και κτηνοτρόφο, αλλά ανάπτυξε επίσης άλλες πόλεις,


ενσωματώνοντας και εξελληνίζοντας σε αυτές βετεράνους και μικρές φυλές Απενινιωτών που κατέβαιναν προς τον νότο, όπως π.χ. τους Σαουνίτες πoύ ήρθαν στην Καλαβρία ίδρύοντας την Κωνσταντία, (Cosenza), μία πόλη πλήρως ελληνοποιημένη.

Η αύξηση του ελληνικού, όπως και κάθε άλλου πληθυσμού, μπορεί να υπολογιστεί με την μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση με τον μαθηματικό τύπο Πt=Πο (1+ε)t , τον οποίο εφάρμοσε ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Σταύρος Θεοφανίδης.

Ας πούμε ότι στό «t», δίνουμε τιμή 3.500 (από το 500 π.χ. ως το 2000 μ.χ.) και εκφράζει τον χρόνο αναπαραγωγής και διαχρονικής αύξησης του πρωταρχικού πληθυσμού που μετρήσαμε κατά προσέγγιση από το 500 π.χ., που είναι το «Πο».

Το «ε» είναι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του αρχικού πληθυσμού και στην περίπτωση της Ιταλίας μπορεί να κυμαίνεται από 1,5% ως 0,5% (σε ορισμένες περιπτώσεις λοιμών και ασθενειών μέχρι 0,02% ως καί 0,002%).

Ο μεγαλύτερος δημογραφικός κίνδυνος που αντιμετώπιζαν οι  ́Ελληνες ήταν οι ασθένειες και κυρίως η ελονοσία, η οποία και μίκρυνε σε αρκετές περιόδους αρκετά επικίνδυνα τον αριθμό τους, με αποτέλεσμα αυτοκράτορες και βασιλείς να εποικίζουν την ύπαιθρο με βετεράνους, στους οποίους παραχωρούσαν γαίες και δούλους, για να διατηρείται ψηλή η παραγωγή. Ο αριθμός των βετεράνων γαιοκτημόνων, που ήταν μικρός ενώ ορισμένοι μάλιστα κατάγονταν από ελληνόφωνες περιοχές, ήταν και ο μοναδικός μη ελληνικός πληθυσμός της Μεγάλης Ελλάδας.

Κοιτάζοντας τον χάρτη με τις ελληνικές πόλεις του μεγαλύτερου γεωγράφου της αρχαιότητας Κλαυδίου Πτολεμαίου (Γεωγραφική Υφήγηση, β’ αιών μετά Χριστόν), θα δούμε ότι ο ελληνικός πληθυσμός κυριαρχεί κατά 100%, 700 σχεδόν χρόνια μετά τον 5ο π.χ. αιώνα και 1.000 μετά τον αρχαικό (8ος π.χ. αιών) αποικισμό.


3.2 Σχέση Ρωμαίων και Ελληνισμού.

« Η νικημένη με τά όπλα Ελλάς, υπέταξε τον σκληρό κατακτητή από το Λάτιο με το πνεύμα της». (Οράτιος, Ρωμαίος ποιητής 65 π.χ. ως 8 μ.χ.)

Πράγματι. Οχι μόνο η πόλη της Ρώμης αλλά και ολόκληρο το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας μετετράπη κυριολεκτικά σε Ελλάδα. (Το ανατολικό τμήμα ήταν ήδη ελληνικό από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα ελληνιστικά βασίλεια, το 323 π.χ.).

Η Λατινική γλώσσα, που ειχε πριν από αιώνες αποκοπεί από την μητέρα της Αιολική διάλεκτο, εμπλουτίζεται με νεες λεξεις και ορους από την κυριαρχη Ιωνική, ωστόσο εξακολουθεί να θεωρείται παρακατιανή και ολοι οι μορφωμενοι προτιμουν να μιλουν και να μαθαίνουν την Ιωνική

Το κάθε τι ελληνικό είναι μόδα και νεωτερισμός για τους Ρωμαίους. Χιλιάδες Ελληνες δάσκαλοι, από την Ελλάδα, την Μικρά Ασία, την Αλεξάνδρεια και κυρίως την Μεγάλη Ελλάδα, μορφώνουν τους γόνους των αριστοκρατικών οικογενειών της Ρώμης. Η ελληνική τέχνη, η αρχιτεκτονική, το θέατρο, η φιλοσοφία, η επιστήμη, κ.λ.π. υιοθετούνται πλήρως, αλλά άκριτα και άπληστα (χωρίς μέτρο) από τους Ρωμαίους. Λεηλατούνται δηλαδή ελληνικά μνημεία για να μεταφερθούν και να στολίσουν τη Ρώμη. Οπως σημειώνει ο Πλούταρχος

(Πλουτ. Πομποίηος)

, μόνο κατά την θριαμβευτική πορεία στη Ρώμη, μετά την νίκη επί του Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας, παρέλασαν 150.000 έργα τέχνης και αγάλματα που λεηλατήθηκαν στην Μακεδονία.

Αξιοσημείωτο είναι ότι τέσσερα άλογα του Λυσίππου, στολίζουν μέχρι και σήμερα την βασιλική του Αγίου Μάρκου στην Βενετία. Μια εκκλησία που κτίστηκε με αυτούσιες ελληνικές κολώνες και υλικά τα οποία ξερίζωναν οι Βενετοί και τα μετέφερναν στήν πατρίδα τους με τα καράβια.


Ωστόσο, γρήγορα θα βαρεθούν οι Ρωμαίοι την λεπτή, λιτή και ανώτερη ελληνική τέχνη και θα ξαναγυρίσουν σε βάρβαρες συνήθειες, όπως τις μονομαχίες, και τις θηριομαχίες.

Ακόμη και το ρωμαικό δίκαιο είναι ελληνικό. Οχι τόσο λόγω της μεγάλης επιρροής των μεγαλοελλαδιτών νομοθετών Ζάλευκου και Χαρώνδα, που γράφεται διεθνώς ότι αποτελούν την βάση του δικαίου. Όπως γράφει ο Πλίνιος (Hist. Nat. XXXIV, 5), όταν οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να φτιάξουν νομοθεσία έστειλαν αντιπροσωπεία στην Ελλάδα (Σπάρτη, Αθήνα και Κρήτη) για να μελετήσουν τους νόμους του Λυκούργου, του Σόλωνα και του Μίνωα. Όταν επέστρεψαν στην Ρώμη, έκαναν τις εισηγήσεις τους και ανέθεσαν την σύνταξη του νομικού κώδικα σέ εναν  ́Ελληνα από την  ́Εφεσο, τον Ερμόδωρο. Ο Ερμόδωρος ήταν συνομήλικος και φίλος του Ηράκλειτου και είχε εξοριστεί από την Εφεσσο. Αυτός έφτιαξε το 451 π.χ. την πρώτη ρωμαική νομοθεσία «Lex Duodecim Tabularum», με βάση την Δωδεκάδελτο της Γόρτυνος Κρήτης και συμπλήρωμα την αθηναική και σπαρτιατική νομοθεσία. Οι νόμοι του Ζάλευκου από τους Λοκρούς της Καλαβρίας και του Χαρώνδα από την Κατάνια, έγιναν οι βασικότεροι του ρωμαικού δικαίου αργότερα, όταν είχε αρχίσει η κατάκτηση της Μεγάλης Ελλάδας από τους Ρωμαίους.

Η ελληνική γλώσσα μπολιάζει με όλες τις επιστημονικές έννοιες την, ούτως ή άλλως συγγενική της γλώσσα, την λατινική (στην οποία το σύνολο σχεδόν της επιστημονικής ορολογίας και πάνω από το 50% των λέξεων του καθημερινού λεξιλογίου, είναι ελληνικό).

Η μορφή του ελληνικού αλφάβητου των Κυμαίων, Χαλκιδαίων και λοιπών Ευβοιέων, υιοθετείται αυτούσια από τους Ρωμαίους, οι οποίοι προσθέτουν μόνο δύο γράμματα σε αυτό, το «G-g», το «Q» και γίνεται το γνωστό σήμερα λατινικό. Αργότερα μπήκε στο αποκαλούμενο λατινικό και το «W», ως παραφθορά του δίγαμμα «F» (Fergon =Werg=Werk=Work). Οι Ρωμαίοι σοφοί και συγγραφείς είναι πλήρως ελληνοποιημένοι και ακολουθούν κατά γράμμα την ελληνική επιστήμη, χωρίς ποτέ οι ίδιοι να παρουσιάσουν κάτι νέο και πρωτότυπο, ούτε ένα νέο φιλοσοφικό ρεύμα, ούτε πρόοδο και εξέλιξη στα μαθηματικά, την αστρονομία, την τέχνη και σε κάποια άλλη επιστήμη, πλην βεβαίως την ρωμαικής νομοθεσίας. Αντίθετα κατέστρεφαν, πολλές φορές από άγνοια και πολιτική σκοπιμότητα, όχι όμως από μίσος, όπως ο


αποκαλούμενος «μέγας εκπολιτιστής» Ιούλιος Καίσαρ, έκαψε την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που περιείχε 700.000 τόμους επιστημονικών έργων, και πιθανόν γι ́αυτό η σύγχρονη δυτικοευρωπαική ιστοριογραφία τον αποκάλεσε «εκπολιτιστή». Το αποτέλεσμα της πυρπόλησης ήταν να χαθεί όλη η αρχαία γνώση. Να θεριέψει ο ανθελληνισμός και να γράφουν οι σύγχρονοι Φράγκοι ότι, οι Ελληνες θεωρούσαν την γή επίπεδη, την στιγμή που ο Ερατοσθένης μέτρησε με απόλυτη ακρίβεια (25.000 μίλια) την περιμετρό της, και ο Δικαίαρχος τα 174 εκατομμύρια χλμ. που απέχει η γή από τον ήλιο, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με απόλυτη ακρίβεια από τις σημερινές ψηφιακές μετρήσεις και προκάλεσαν την παγκόσμια έκπληξη. Αλλοι μαθηματικοί, όπως ο Φάνος μέτρησαν τις αποστάσεις της γής από τους γνωστούς Πλανήτες και καθόρισαν τον ζωδιακό κύκλο, και το ημερολόγιο των 365 ημερών, ενώ το Ιουλιανό ημερολόγιο το έφτιαξε ο Σωσιγένης από την Αλεξάνδρεια. Οι πλανήτες έχουν όλοι ανακαλυφθεί από τους αρχαίους Ελληνες, γι ́αυτό και έχουν ελληνικά ονόματα. Εφτασαν επίσης να γράφουν κάποιοι στην δυτική Ευρώπη ότι οι Ελληνες θεωρούσαν την γη κέντρο του πλανητικού συστήματος, τη στιγμή που ο Αρίσταρχος ο Σάμιος έγραψε για τον ηλιοκεντρισμό τόν 3ο αιώνα π.χ., για να τον παρουσιάσει ως δικόν του ο Πολωνός Κοπέρνικος 1.500 χρόνια μετά. Ο Ικέτας ο Εκφαντος και ο Ηρακλείδης δίδαξαν ότι η γή περιστρέφεται γύρω από τον αξονά της και μάλιστα σε 24 ώρες, πράγμα που στοίχησε την ζωή στον Γαλιλαίο χιλιάδες χρόνια μετά. Τον Γαλιλαίο τον γνωρίζουν και τον τιμούν οι πάντες, τους τρεις Ελληνες όμως, που είπαν ότι και ο Γαλιλαίος, αλλά χίλια χρόνια πρίν, κανένας! Ο Φιλόλαος δίδαξε την θεωρία της ύλης και της αντιύλης, ο Ηράκλειτος και ο Ζήνων ανέπτυξαν την θεωρία της σχετικότητος, την οποία τελειοποίησε ο Μαξ Πλάνκ και του την έκλεψε κάποιος υπάλληλος του γραφείου ευρεσιτεχνιών και πατεντών της Γενεύης, όπου κατετέθη ονόματι Αινστάιν. Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος την ατομική ενέργεια κ.α.. Εφτασαν κάποιοι στη δυτική Ευρώπη να μας λένε για την ανακάλυψη της Αμερικής το 1492, όταν οι Ελληνες είχαν χαρτογραφήσει την νότιο Αμερική ακόμα και την Ανταρκτική πρίν παγώσει, με βουνά και ποτάμια (πριν τον κατακλυσμό του 10.500 π.χ., αρχή της Ολοκαίνου περιόδου, που έφερε τις κλιματικές αλλαγές). Απομεινάρια των χαρτών που γλύτωσαν της πυρκαγιάς και που ευτυχώς έσωσαν Αραβες φιλομαθείς και φιλέλληνες, χρησιμοποίησε για να «ανακαλύψει» την Αμερική, ο Χιώτης Χριστόφορος Κολόμβος και


σήμερα σώζονται στο μουσείο της Κωνσταντινούπολης ως «Χάρτες του Πίρι Ρέις» και οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν ως ακριβέστατοι το 1949 από την αποστολή του Πώλ Ε. Βίκτωρ στον νότιο πόλο.

Ωστόσο οι Λατίνοι συγγραφείς παρέμειναν στην ιστορία και ο πολιτισμός αυτής της περιόδου ονομάστηκε «Ελληνορωμαικός» για τον λόγο που περιγράφει ένας σπουδαίος καθηγητής της Οξφόρδης, ο κ, Brown « Αν θα λέγαμε ότι η παγκόσμια λογοτεχνία είναι η ιστορία της αντιγραφής των Αρχαίων Ελλήνων, τότε οι Λατίνοι είναι σπουδαίοι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, διότι ήταν οι καλύτεροι αντιγραφείς των Ελλήνων».21

Η Μεγάλη Ελλάδα λοιπόν, παύει να είναι το οικονομικό κέντρο της ιταλικής χερσονήσου, πλην της Νεάπολης που μετατρέπεται σε δεύτερη πόλη της Ιταλίας. Το πνεύμα της όμως είναι αυτό που κυριαρχεί στην Ρώμη και στην αυτοκρατορία ολόκληρη.

Στην Magna Grecia (Μεγάλη Ελλάδα) η ελληνική γλώσσα παραμένει κυρίαρχη στο 99% του πληθυσμού καθ’ όλη την διάρκεια της ρωμαιοκρατίας (και τους βυζαντινούς αιώνες). Οι μόνοι πολίτες που μιλάνε τα ρωμαικά είναι οι στρατιώτες και οι διοικητικοί υπάλληλοι. Το μαρτυρούν αυτό όλες οι επιγραφές που βρέθηκαν (οι επιγραφές στις χριστιανικές κατακόμβες και τα πρωτοχριστιανικά μνημεία της Σικελίας και της Καλαβρίας είναι 600 στην ελληνική γλώσσα και μόνο 60 στην λατινική, σε μία περίοδο από το 250 μ.χ. ως το 500 μ.χ. εποχή που θεωρητικά, και μετά από 500 ως 700 σχεδόν χρόνια ρωμαικής κατοχής, θα περίμενε κανείς να μιλάνε όλοι λατινικά).

Το πιο σημαντικό στις ευρεθείσες επιγραφές, είναι το ποιοτικό στοιχείο, πού δείχνει ότι οι λατινικές είναι δημόσιες - διοικητικές επιγραφές, ενώ οι ελληνικές, ιδιωτικές, γεγονός που δείχνει: α) την σύνθεση και την γλώσσα του πληθυσμού, που ήταν εξ ολοκλήρου ελληνικός και β) το ότι οι Ελληνες ασπάστηκαν πρώτοι τον Χριστιανισμό και τον μετέδωσαν σε ολόκληρη την Ιταλία.

21 Η δήλωση δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελληνική Αγωγή, τεύχος Σεπτ. 2001.


Βέβαια αναφέρονται εγκαταστάσεις δούλων για να εργαστούν στους σιτοβολώνες της Σικελίας, και της άλλης Μεγάλης Ελλάδας, σε περιοχές που είχαν κηρυχτεί σε «αυτοκρατορικές γαίες» και συνεχείς διαμαρτυρίες των Ελλήνων κατοίκων προς τους αυτοκράτορες για την συμπεριφορά και τις ληστείες από τους δούλους. Μετά τις πολλαπλές εξεγέρσεις των σκλάβων, μεγάλο μέρος των οποίων στρατολογήθηκε και αναχώρησε με τον στρατό των σκλάβων, η Σικελία υπέστη δημογραφική καθίζηση, με αποτέλεσμα ο Αύγουστος να στείλει εποίκους και βετεράνους για να οικοδομήσει την κατεστραμμένη οικονομία. Δεν γνωρίζουμε την εθνική υπόσταση των εποίκων του Αυγούστου, ο οποίος είναι και ο σημαντικότερος εποικισμός της Μεγάλης Ελλάδος την ρωμαική εποχή, αλλά ξέρουμε από όλες τις πηγές ότι, και μετά την εγκατάσταση των εποίκων, η ελληνική γλώσσα επικρατούσε σχεδόν ολοκληρωτικά, πράγμα που δείχνει ότι πιθανόν αρκετοί έποικοι να ήταν από άλλες ελληνόφωνες περιοχές της αυτοκρατορίας, ή να ήταν απλά ελληνόφωνοι, διότι η ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε στο 80% των εδαφών της ρωμαικής αυτοκρατορίας ).

Την επίδραση της ελληνικής μαρτυρεί και ο μεγάλος Ρωμαίος ρήτορας ο Κικέρων, ο οποίος γράφει: « Τα ελληνικά διαβάζονται σε όλα σχεδόν τα έθνη, ενώ τα λατινικά περιορίζονται, στην πραγματικότητα, στα στενά τους όρια» ή «totum Graecorum est»

, (Cicero,Pro placio.9).

Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα Ευαγγέλια και τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης γράφτηκαν στα ελληνικά.

Αδιάψευστος μάρτυρας του Κικέρωνα και ο Απόστολος Παύλος, που γράφει ακόμα και την επιστολή του «Προς Ρωμαίους» στα ελληνικά και όχι στα λατινικά. Και άλλος Λατίνος συγγραφέας όμως, ο Ιουβενάλιος, αποκαλεί την Ρώμη «πόλη ελληνική» ή «Urbs Graeca».

Στους διωγμούς πού έγιναν εναντίων των Χριστιανών, οι Ελληνες της Μεγάλης Ελλάδας πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος. Η αποδοχή του Χριστιανισμού από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, τους Ελληνες και τους δούλους είχε ως συνέπεια κίνδυνο κοινωνικών αναταραχών και εξεγέρσεων. Το ότι οι χριστιανοί αρνούνταν να λατρέψουν τον θεοποιημένο αυτοκράτορα, ήταν εντελώς δευτερεύουσα αιτία των διωγμών. Υπήρξαν βέβαια και διωγμοί που έγιναν για διασκέδαση παρανοικών αυτοκρατόρων, όπως ο διωγμός του Νέρωνα.


Στο μαρτυρολόγια της εκκλησίας είναι γραμμένοι οι Μεγαλοελλαδίτες:

Αγία Αγάθη από την Κατάνη, Μάρκελος επίσκοπος Σικελίας, Ευθαλία, από τις Συρακούσες, Νίκων από την Νεάπολη, Ιανουάριος επίσκοπος Βενεβέντου, ο Πρόκουλος, ο Σώσσος, ο Φαύστος, ο Ακούσιος, ο Ευτύχιος, ο Αλφειός, ο Φιλάδελφος, ο Κυπρίνος από διάφορες περιοχές της Σικελίας, Η Αισία και Σωσσάνη, μαθήτριες του Αγίου Παγκρατίου του Ταυρομενίου, η Λουκία, οι Ρήξος, Βικάριος, Ανατόλιος, Αντωνίνος, Λυκίας, Νέας, Σειρίνος, Διόδωρος, Δίων, Απολλώνιος,  ́Απαμος, Παππιανός, Κοττύιος,  ́Ορωνος, Πάπικος, Σάτυρος, Βίκτωρ, Λουκία, Παγκράτιος επίσκοπος Ταυρομενίου, Εύπλος από την Κατάνη, Μαρκιανός επίσκοπος Συρακουσών.

Ολοι αυτοί οι μάρτυρες είναι  ́Αγιοι της μίας και ενιαίας χριστιανικής εκκλησίας και είναι μόνο αυτοί που είναι καταγεγραμμένοι, ανάμεσα στις πολλές χιλιάδες Μεγαλοελλαδιτών μαρτύρων από τους Διωγμούς.

4.Η ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΡΩΜΑΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.

Το 330 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, ο αποκληθείς Μέγας, μετέφερε την πρωτεύουσα του ρωμαικού κράτους στην παλιά ελληνική πόλη των Μεγαραίων, το Βυζάντιο, επονομάζοντάς την Κωνσταντινούπολη. Οι λόγοι που το έπραξε αυτό ήταν πολλοί. Ιδιαίτερα όμως ήταν η διαίσθηση πώς, μία αυτοκρατορία, της οποίας ο πληθυσμός ήταν ομογενοποιημένος, πλήρως ελληνοποιημένος, μιλούσε μόνο ελληνικά και ακολουθούσε συνεχώς και περισσότερο την χριστιανική πίστη, έπρεπε να στηριχτεί σε αυτές τις μάζες του πληθυσμού και σε αυτή την ιδεολογία και γλώσσα, για να κατορθώσει να φτιάξει ισχυρό και βιώσιμο κράτος.

Η περίπτωση της μεταλλαγής της ρωμαικής αυτοκρατορίας σε ελληνική είναι ακριβώς αυτό που είπε ο Οράτιος: « Το Λάτιο, κατέκτησε


την Ελλάδα με τα όπλα, αλλά η Ελλάδα κατέκτησε το τραχύ Λάτιο με το πνεύμα»

Η Ρώμη, κουρασμένη και παρακμασμένη, παρέμεινε έδρα του Πρεσβυγενούς Πατριαρχείου της Ρώμης, με επικεφαλή τον επίσκοπο Ρώμης (Κωνσταντινούπολη, Ιεροσόλυμα, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, τα άλλα Πατριαρχεία), «πρώτο μεταξύ των ίσων», όπως διατείνονταν ο Πάπας επιδεικνύοντας το προνόμιο αυτό από την «Ψευδοκωνσταντίνειο Δωρεά», ένα ανύπαρκτο έγγραφο του Μ. Κωνσταντίνου, που κατασκεύασε το Βατικανό για να κερδίσει τα πρωτεία μεταξύ των Πατριαρχείων.

Ο πληθυσμός στις ελληνόφωνες περιοχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Νότια Ιταλία, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό η Ανατολή, παρουσιάζει μια σημαντική συρρίκνωση, που είναι όμως μικρότερη σε σχέση με τις μη ελληνόφωνες περιοχές της Δύσης. Και αυτό γιατί στην Δύση υποχωρεί η αστική παραγωγική διαδικασία, το εμπόριο, και τα επαγγέλματα, σε αντίθεση με τις ελληνόφωνες επαρχίες, όπου υπάρχουν ακόμα μεγάλες πόλεις, με εμπόριο, τέχνες, γράμματα . Η παραγωγή περνάει στα αποκαλούμενα «λατιφούντια», τα οποία είναι μεγάλες ιδιοκτησίες που καταπίνουν σταδιακά τις μικρές, μετατρέποντας τους ελεύθερους αγρότες σε παροίκους.

“Το Βυζάντιο ήταν δεμένο με τον Ελληνισμό όχι μόνο γονιδιακά (γενετικά), αλλά και με βαθιά πνευματική συγγένεια. Είχε αυτόν τον Επιγονικό Εκλεκτισμό των Ελλήνων, κάτι που έλειπε από την Δύση”. (Γ. Οστρογκόρσκι, ιστορ. Βυζαντίου, Μόναχο 1940).

Διέφερε όμως από τον αρχαίο Ελληνισμό στην δημιουργική πνοή. Το Βυζάντιο είχε περισσότερο την τάση διαφύλαξης της ελληνικής κληρονομιάς, χωρίς όμως να αναφέρεται ευθέως στους Ελληνες, το όνομα των οποίων ήταν συνώνυμο του άπιστου και του ειδωλολάτρη. Αυτή η εικόνα καλλιεργήθηκε στα πρώτα χριστιανικά χρόνια στην Αλεξάνδρεια και στην Συρία από το λεγόμενο κίνημα των «Ιουδαιοχριστιανών», που πολέμησε με μίσος τον Ελληνισμό και ολοκληρώθηκε με τις σφαγές των Ελλήνων, που έμεναν πιστοί στην αρχαιοελληνική θρησκεία από τον Θεοδόσιο τον Α’ και το κλείσιμο της Φιλοσοφικής σχολής Αθηνών από τόν Ιουστινιανό (τον αποκληθέντα ως


«Μαστιγα του Ελληνισμου», που την θεωρούσε «φυτώριο ειδωλολατρών».

Ως μεσαιωνικό κράτος όμως δεν είχε καμία σχέση με τα μεσαιωνικά κράτη της Δύσης. «Το Βυζάντιο παρέμεινε για χίλια χρόνια το μεγαλύτερο πνευματικό και διαφωτιστικό κέντρο της ανθρωπότητας» (Γ.Οστρογκόρσκι...)

Το ρωμαικό κράτος ήταν ενιαίο επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά στην συνέχεια χωρίστηκε σε δυτικό και ανατολικό, για να ικανοποιούνται έτσι οι διάδοχοι των αυτοκρατόρων όταν αυτοί ήταν δύο. Ετσι συνέβη, και στο δυτικό κομμάτι με πρωτεύουσα τη Ρώμη βασίλευσε ο Κώνστας, ενώ στην ανατολικό, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, ο Κωνστάντιος. Διαιρεμένο παρέμεινε μέχρι το 476, όταν το δυτικό του τμήμα καταλύθηκε από τις γερμανικές φυλές ενώ το ανατολικό συνέχισε να υπάρχει για χίλια ακόμα χρόνια (μέχρι το 1453, πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους), ονομαζόμενο Ρωμαική Αυτοκρατορία. Ο όρος Βυζάντιο είναι νεοπαγής καθιερώθηκε το 1562 από τον Γερμανό Ιερώνυμο Βόλφ, για να το ξεχωρίσει από την αυτοκρατορία των Ρωμαίων του Λατίου, που ουσιαστικά παύει με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη (Βυζάντιο μέχρι τότε) το 330.

Στην ουσία οι γερμανοί «Βυζαντινολόγοι» το ονόμασαν «Βυζάντιο» για να το υποβαθμίσουν και για να το ξεχωρίζουν από την «Αγία ρωμαική αυτοκρατορία των Γερμανικών εθνών», η οποία σφετεριζόμενη τον τίτλο «Ρωμαικόν», ήθελε να νομιμοποιηθεί ως η μόνη νόμιμη επίγεια διοικητική δύναμη, αφού «Ενας είναι ο αυτοκτράτορας, που κυβερνάει ελέω Θεού την παγκόσμια ρωμαική αυτοκρατορία και ένας ο Αρχιερέας που εκπροσωπεί τον Θεό και στέφει τον αυτοκράτορα».

Ο νόμιμος Ρωμαίος αυτοκράτορας βρίσκονταν στην Κωνστανινούπολη και ο νόμιμος Αρχιερέας που είχε δικαίωμα να τον στέψει, ήταν ο Αρχιερέας της Κωνσταντινούπολης. Ο Πάπας λοιπόν, στρεφόμενος προς τους Φράγκους, και στέφοντάς τους ως Ρωμαίους αυτοκράτορες, πήρε ως αντάλλαγμα από αυτούς την αναγνώρισή του ως νόμιμου αρχηγού των Χριστιανών. Από αυτόν τον σφετερισμό και τη διαμάχη για τους τίτλους, ξεκινάει και το αβυσσαλέο μίσος της


Γερμανικής και ρωμαιοκαθολικής Δύσης σε βάρος του Ελληνισμού, το οποίο ο δεύτερος πλήρωσε όσο κανένας άλλος λαός της Ευρώπης.

4.1 Οι μεγάλες μεταναστεύσεις των λαών

Ο 5ος και 6ος αιώνας ήταν ο αιώνας της μεγάλης μετακίνησης των λαών, οι οποίοι και διαμόρφωσαν τον εθνολογικό χάρτη της Ευρώπης. Την δυτική Ευρώπη κατακλύζουν οι Γερμανοί. Στην Γαλλία εγκαθίστανται οι Φράγκοι, στην Ελβετία και Ν. Γαλλία οι Βουργουνδοί, στην Ισπανία οι Βησιγότθοι, οι Βάνδαλοι και οι Σουήβοι (Σβάμποι), στην Αγγλία οι Αγγλοι, οι Γίτες και οι Σάξωνες. Αποτέλεσμα σε ολόκληρη την δυτική και βόρεια Ευρώπη, πλήν θηλάκων όπως η χώρα των Βάσκων, τμήμα της Πορτογαλίας η Βρετόνη στη Γαλλία, η Σκωτία και η Ουαλλία στην Βρετανία και η Ιρλανδία, όλες οι άλλες περιοχές της Δυτικής Ευρώπης να κατοικηθούν από Γερμανούς. Την ανατολική Ευρώπη την κατακλύζουν οι σλαβικές φυλές, συγγενικές των γερμανικών, φυλές οι οποίες εγκαθίστανται και στο μεγαλύτερο μέρος της βαλκανικής και σε μεγάλο μέρος της ελληνικής υπαίθρου. Οι ελληνικές περιοχές σε αντίθεση με την άλλη Ευρώπη, διαθέτουν ισχυρά αστικά κέντρα (μεγάλες πόλεις) και μεγάλη κουλτούρα, και έτσι θα εξελληνίσουν σταδιακά τους εποίκους Σλάβους, αντί να συμβεί το αντίθετο που συνέβη σε όλους τους άλλους αρχαίους λαούς της Ευρώπης, που γερμανοποιήθηκαν.

Στην Ιταλία έχουμε την μαζική εγκατάσταση Γότθων, οι οποίοι πιεζόμενοι από τους Ουνους, μετασκινούνται «συν γυναιξί και τέκνοις» προς δυσμάς και Λομβαρδών στον Κέλτικο Βορρά, ένα συρρικνούμενο λατινικό πληθυσμό στο κέντρο και ένα παρακμάζοντα Ελληνισμό στον νότο. Ο γερμανικός πληθυσμός, ο οποίος θα υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Πάπα και θα δεχτεί την λατινική ως λειτουργική γλώσσα, θα λατινοποιηθεί σταδιακά, ώστε να έχουμε πολλά γερμανικά έθνη (Φράγκοι, βόρειοι Ιταλοί κ.λπ.) να μιλάνε σήμερα λατινικές γλώσσες.

Από το 402 ως το 410, ο Γότθος Αλάριχος κάνει επιδρομές στην Ιταλία. Το 410 κυρίευσε τη Ρώμη, την οποία λεηλάτησε τρείς μέρες, ενώ έφτασε μέχρι το Ρήγιο και άλλες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας. Ο διαδοχός του Αταούλφ, μάζεψε τις ορδές των γερμανών και εγκαταστάθηκε την Ισπανία.


Το 451 ο στρατηγός Αέτιος αντιμετώπισε νικηφόρα τους Ούννους του Αττίλα στα Καταλαυνικά πεδία (Chalons sur Marne). Ο Αττίλας όμως παρέμεινε ισχυρός και προχώρησε το 452 στην Νότια Ιταλία. Κατευθύνθηκε την Ρώμη, όπου πείστηκε τελικά από τον Πάπα να μην μπεί στην πόλη. Την επόμενη χρονιά πέθανε και έτσι οι Ούνοι διαλύθηκαν παραμένοντας στην Β.Ιταλία, Γερμανία και Πανονία, αφομοιούμενοι από τον γερμανικό και ουγγρικό πληθυσμό.

Το 476 οι Γότθοι κατέλυσαν τα δυτικό ρωμαικό κράτος, εξωθούμενοι από τους Ούνους οι οποίοι είχαν καταλύσει το γοτθικό κράτος στην Αν. Ευρώπη. Οι Ανατολικοί Γότθοι, γνωστοί ως Οστρογότθοι με αρχηγό τον Θευδέριχο, εισβάλουν στην Ιταλία. Αφού εξασφάλισαν την υποστήριξη της Κωνσταντινούπολης, κατέλυσαν το κράτος που είχε ιδρύσει εκεί ο ομοφυλός τους Οδόακρος και την καταλαμβάνουν όλη, ιδρύοντας κράτος με πρωτεύουσα την Ραβένα.

Οι Οστρογότθοι εγκαθίστανται στην βόρειο Ιταλία μαζικά (την εποικίζουν δηλαδή με τα παιδιά και τις γυναίκες τους) και την εγκατάσταση αυτή συνεχίζουν άλλες γερμανικές φυλές όπως οι Λογγοβάρδοι, ή Λομβαρδοί, που εγκαθίστανται στην σημερινή Λομβαρδία, οι Αλαμάνοι πιο βορεια. Συνολικά, η εγκατάσταση των Γερμανών παγιοποιεί την εθνολογική σύσταση της Ιταλικής χερσονήσου, με τον κατοικούμενο από Γερμανούς βορά, το λατινικό κέντρο και τον ελληνικό νότο.

Οι Ελληνες χριστιανοί της Μεγάλης Ελλάδος δεν επηρεάστηκαν μεν εθνολογικά από την κάθοδο των γερμανικών φυλών, πλήρωσαν όμως με την ευημερία τους μετά από τις πολλές καταστροφές που επέφεραν από τις επιδρομές. Παρήκμασε η βιοτεχνια, το εμπόριο, οι τέχνες και τα γράμματα. Υπήρξε μια πλήρης κοινωνική αποδιοργάνωση και μία αλλαγή στις παραγωγικές διαδικασίες. Τώρα, αφού παρακμάζουν οι βιοτεχνιες, κύρια παραγωγική δραστηριότητα γίνεται η γεωργία, και η κτηνοτροφία, προς τις οποίες αναγκαστικά τους στρέφουν οι Οστρογότθοι. Δημιουργούνται κατ ́αυτόν τον τρόπο πολλά νέα χωριά και εξωθείται ο πληθυσμός προς την ύπαιθρο.

Η στρατιωτική διοίκηση στην Μεγάλη Ελλάδα ήταν στα χέρια των Οστρογότθων και σύμφωνα με την νομοθεσία, οι Ελληνες υποχρεούντο να δίδουν το 1/3 των κτημάτων τους, ή της σοδειάς τους στους Γότθους.


Η τοπική πολιτική διοίκηση της Μεγάλης Ελλάδος όμως παρέμεινε σε χέρια ελληνικά.

Παρ ́ότι οι Γότθοι ήταν οπαδοί του Αρειανισμού (χριστιανική αίρεση), δεν σημειώθηκαν τριβές και συγκρούσεις με τους Ελληνες της Μ.Ελλάδος. Οι Γότθοι σεβάστηκαν σε μεγάλο βαθμό τον ελληνικό πολιτισμό και προέβησαν σε λιγότερες καταστροφές σχετικά με τους άλλους βάρβαρους (επιδρομές Αλάριχου το 410 και λεηλασία της Ρώμης), διότι το μόνο που επεδίωκαν ήταν να εκμεταλευτούν τα κέρδη και τα ωφελήματα από τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Σικελίας και της Ν.Ιταλίας, τα οποία παρήγαγαν οι ντόπιοι Ελληνες και όχι να τους σφαγιάσουν ή να καταστρέψουν τον πολιτισμό τους.

Το 568 οι Λογγοβάρδοι εγκαθίστανται με τις οικογενειές τους στην εύφορη βόρεια Ιταλία (την εποικίζουν δηλαδή) και στη συνέχεια ξεκινούν επιδρομές προς τον νότο. Καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της Μεγάλης Ελλάδος και ιδρύουν το δουκάτο του Βενεβέντο. Στο δουκάτο υπάγεται και η Απουλία (εκτός του Οτράντο και της Καλλίπολης). Την Απουλια εκεινη την εποχη οι Ελληνες την ονόμαζαν Καλαυρία αντιθετα απ ́ότι ονομαζονται σημερα). Ετσι, σε ανάμνηση των «χαμένων» πατρίδων της Καλαβριας, που βρισκονταν στην Απουλία, οι  ́Ελληνες μετέφεραν το όνομα στην ελεύθερη και υπό βυζαντινή διοίκηση Βρεττία την οποία και ονόμασαν Καλαυρία . Οι Λογγοβάρδοι, όπως και όλοι οι Γερμανοί, ήταν αρκετά εχθρικοί με τον Ελληνισμό. Προσπάθησαν με τη βία να επιβάλουν την λατινική γλώσσα, αλλά δεν το κατάφεραν. Αργότερα με την απελευθέρωση της των περιοχών του δουκάτου του Βενεβέντο από τον ιδρυτή της Βυζαντινης, Μακεδονικής Δυναστείας, Βασίλειο Α ́ Μακεδόνα (867), η περιοχή γίνεται ενιαία διοικητική ενότητα με τίτλο «Θέμα Λογγοβαρδίας» και γνωρίζει νέα οικονομική και δημογραφική ανάκαμψη. Οι πηγές τα διατάγματα, οι επιγραφές, μιλάνε για μία πλήρως ομογενοποιημένη ελληνική επαρχία, που παρέμεινε έτσι μέχρι την κατάκτηση από τους Νορμανδούς στα τέλη του 11ου αιώνα.

Ο δημογραφικός μαρασμός σε ολόκληρη την Ιταλία, μέχρι την έναρξη της «Εικονομαχίας» (το 726) στην ανατολή, συνέπεια των συνεχών ανακατατάξεων, επιδρομών και πολέμων, ήταν όμως ολοφάνερος. Στην βόρειο Ιταλία ο πληθυσμός κυμαίνεται από 5 - 15 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, ενώ στον νότο από 15 ως 35 ανά


τετρ.χλμ. (όπως τον χρωματίζει ο πανεπιστημιακός ιστορικός  ́Ατλας Rand Mc Nally, συλλογικό έργο 27 πανεπιστημίων των Η.Π.Α. και της Βρετανίας).  ́Ετσι η νέα επάνδρωση των ερημωμένων περιοχών της νότιας Ιταλίας, θα γίνει πάλι από την Ανατολή (όπως θα γίνεται μέχρι τον 15ο αιώνα) με ελληνικό στοιχείο, που θα σημειώσει ραγδαία οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη, υπό την προστασία της πλέον μακραίωνης και ισχυρής ρωμαικής (βυζαντινής) δυναστείας, της Μακεδονικής . Πάνω από 200.000 διωκόμενοι Ελληνες εικονολάτρες θα έρθουν στην Μεγάλη Ελλάδα από το 726 ως το 843, αριθμός πάρα πολύ μεγάλος για τα τότε δημογραφικά δεδομένα.

4.2 Ιουστινιανός και επανάκτηση της Ιταλίας.

Το 527 ανεβαίνει στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο Ιουστινιανός, με κύριο στόχο και σχέδιο την επανάκτηση της Ιταλία από τους Γερμανούς. Νίκησε αρχικά τον Γελίμερο στο Δέκιμο και στο Τρικάμαρο το 533 και επανέκτησε τη βόρεια Ιταλία, τη Σαρδηνία, την Κορσική και τις Βαλεαρίδες νήσους. Την επόμενη χρονιά, το 534, ο στρατηγός Βελισσάριος απελευθέρωσε την Σικελία και την υπόλοιπη νότια Ιταλία. Η αιφνίδια πίεση των Περσών στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, ανάγκασε τον Βελισσάριο να εγκαταλείψει την Ιταλία και έτσι οι Γότθοι με τον Τωτίλα προσπάθησαν εκ νέου να αποκαταστήσουν την κυριαρχία τους. Σύντομα όμως ο Ιουστινιανός απέστειλε τον στρατηγό Ναρσή ο οποίος και κατέλυσε οριστικά το βραχύβιο κράτος των Γότθων το 552.

Στην συνέχεια ερχονται ο Λογγοβάρδοι ή Λομβαρδοι το 568, που ειδαμε στο πιο πάνω κεφάλαιο, εποικιζουν την βορειο Ιταλία και στον νοτο καταλύουν ένα μερος της ελληνικής κυριαρχίας , κυριως σε τμημα της Απουλίας

Η Ιταλία παρέμεινε σε ελληνικά χέρια μέχρι τά τέλη του 11ου αιώνα. Τμηματικά βέβαια έχανε και από κάποιο κομμάτι της επικράτειας.

Ο αυτοκράτορας Κώνσταντίνος Δ ́, στο Β’ μισό του 7ου αιώνος σχεδίασε την μεταφορά της πρωτεύουσας από την Κωνσταντινούπολη στις Συρακούσες στην Νότιο Ιταλία. Ο θανατός του ανέτρεψε τον σχεδιό του, όμως η πράξη του δείχνει και το ενδιαφέρον των Βυζαντινών


αυτοκρατόρων για το οργανικό αυτό κομμάτι του Ελληνισμού και το ότι η περιοχή ήταν πλήρως ελληνική, παρά τις επιδρομές των βαρβάρων. Συνεχίζοντας με τήν Μεγάλη Ελλάδα, η μέν Σικελία έμεινε ελληνική μέχρι το 830, όταν την κατέλαβαν οι Αραβες για να επανακτηθεί μερικώς το 1038 από τον στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη μέχρι την κάθοδο των Νορμανδών το 1076. Η Νάπολη ανακηρύχτηκε από τον Πάπα ανεξάρτητη πόλη τον 8ο αιώνα και παρέμεινε ανεξάρτητη μέχρι τον 12ο αιώνα, ενώ η Καλαβρία, η Απουλία, η Λευκανία και τα Βασιλικάτα παρέμειναν στην κυριαρχία και σε στενή σχέση με το Βυζάντιο, μέχρι τον 12 αιώνα, ορισμένες πόλεις δε, όπως το Οτράντο, ο Ιέραξ (Gerace) κ.λ.π. διετήρησαν τις σχέσεις τους με τον Ελληνισμό της Ανατολής ως τον 16ο αιώνα..

Η επανάκαμψη της Mεγάλης Ελλάδας στην βυζαντινή αυτοκρατορία σήμανε και την μεγάλη οικονομική της πρόοδο και την δημογραφική της ανάπτυξη. Η Σικελία ξαναγίνεται μεγάλος σιτοβολώνας, το εμπόριο και η βιοτεχνία προοδεύουν ενώ στην παραγωγή προστίθεται το μετάξι το οποίο ο Ιουστινιανός έφερε από την Κίνα.22 Η Νότια Ιταλία γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα σηροτροφίας σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη.

Ο όρος « εκβυζαντινισμός» της Ιταλίας και ιδίως της Νοτίου και της Σικελίας, για τον οποίο μιλάνε σχεδόν όλοι οι Φράγκοι, Γερμανοί και Ιταλοί (Ιταλοφράγκοι) ιστορικοί, είναι εντελώς απαράδεκτος, αντιεπιστημονικός και εσκεμμένα παραχαρακτικός, αφού η περιοχή ουδέποτε έπαψε να μιλάει και να σκέφτεται ελληνικά, ουδέποτε αποκόπηκε από τον μεγάλο ελληνικό και χριστιανικό κορμό. Η κυριαρχία των Γότθων επί 60-70 ετη και των Λομβαρδών για άλλα τόσα,

22

Ο Ιουστινιανός έστειλε δύο καλόγερους πρεσβευτές στην αυλή του κινέζου αυτοκράτορα. Ο μεταξοσκώληκας όμως ήταν κρατικό μυστικό και πηγή τεράστιων εσόδων για την Κίνα και απαγορεύονταν αυστηρά η εξαγωγή του. Οι καλόγεροι του Ιουστινιανού όμως, αφού έμαθαν την όλη μεταξουργεία, έβαλαν στα κούφια μπαστούνια τους μερικά κουκούλια και τα έφεραν κρυφά στην βυζαντινή αυτοκρατορία. Δείγμα του πόσο υποτιμημένη παραμένει η ορθοδοξία και η βυζαντινή ιστορία στην δυτική Ευρώπη, είναι και το γεγονός της μεγιστοποίσης ως μυθοποίησης του «πρώτου» Ευρωπαίου που πάτησε το πόδι του στη Κίνα, του Μάρκο Πόλο (αν και δεν πήγε ποτέ στην Κινα αυτος ο ανθρωπος και εξαπάτησε αντιγραφοντας σχετικο βιβλιο Περση περιηγητή, αν και η ιστορια που μετέφερε στην δυση εγινε χιλιάδες χρόνια μετά τους πρώτους αρχαίους Ελληνες και τις ελληνικές αποικίες στην Κινα και χίλια χρόνια μετά τον Ιουστινιανό!!!).


σε τμήματα μονο του ελληνικού χώρου, δεν ήταν παρά ένα βάρβαρο και βίαιο διάλειμμα, χωρίς καμία σημασία, ανίσχυρο να επηρεάσει τους ανώτερους πνευματικά Ελληνες. Διερωτάται λοιπόν κανείς τι το σπουδαίο είχαν φτιάξει οι βάρβαροι Γότθοι και οι Λομβαρδοί, ώστε να χρειαστεί να το «εκβυζαντινίσει», δηλαδή εξελληνίσει, ο Ιουστινιανός.

Είναι ένας όρος που προσπαθεί να μειώσει τον Ελληνισμό στην Μεγάλη Ελλάδα και να διατηρήσει τα τείχη που ύψωσαν οι Γερμανοί Βασιλιάδες και οι Γερμανοί ή γερμανοελεγχόμενοι Πάπες, με τον Ελληνισμό.

5. Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ.

5.1 Νεοι εποικισμοί και μεταναστεύσεις από Ελληνες.

α) Σημαντικότατες σε άριθμό αλλά και σε ποιότητα ομάδες Ελλήνων χριστιανών, λαικών, διανοουμένων και μοναχών εγκαθίστανται στην Μεγάλη Ελλάδα, διωγμένοι από τις μονοφυσιτικές έριδες, τους περσικούς πολέμους και την επέλαση των Αράβων, από το 4ο ως τον 7ο αιώνα, από την Συρία Παλαιστίνη Ιορδανία, Αίγυπτο κ.λ.π. Την εποχή αυτή παρατηρείται ερημοποίηση της Ιταλίας λογω των επιδρομών των γερμανικών φυλών. Από την εποχή αυτή κτίζονται και τα πρώτα Μοναστήρια, τα οποία έκτισαν ακριβώς αυτοί οι πρόσφυγες μοναχοί, εκ των οποίων αναδείχτηκαν και οι μεγαλύτεροι επίσκοποι και Αγιοι της Σικελίας. (Μαρκιανός Συρακουσών, Παγκράτιος Ταυρομενίου, Βήρυλλος Κατάνης, που ήταν όλοι Ελληνες από την Συρία).

Στο χρονικό «περί κτίσεως της Μονεμβασίας», αναφέρεται η εισβολή των Αβάρων και των Σλάβων στην Πελοπόννησο και η μαζική μετανάστευση των Λακώνων (Σπαρτιατών) στην Σικελία κατά το έτος 588 μ.χ. και κατόπιν. Φυσικά, στην Σικελία και στην άλλη νότια Ιταλία δεν κατέφυγαν μόνο οι Λάκωνες αλλά και πολλοί άλλοι, από πολλές άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, της Ηπείρου, της Μικράς Ασίας , ακόμα και της Μέσης Ανατολής.

β) Η Εικονομαχία, μια πολύχρονη και πολυαίμακτη εμφύλια διαμάχη, που ταλάνισε το ρωμαικό κράτος από το 726 εως το 843.


Επειδή οι χριστιανοί είχαν μετατρέψει το προσκύνημα των εικόνων σε λατρεία, ο αυτοκράτωρ Λέων Γ’ απαγόρευσε την προσκύνησή τους. Στην απόφαση αυτή του Λέοντα, αντέδρασε ο Πάπας της Ρώμης ο οποίος τάχτηκε υπέρ των εικονολατρών και ξεσήκωσε ταυτόχρονα την Μεγάλη Ελλάδα (όχι όλη την Ιταλία, αλλά μόνο την ελληνική Μεγάλη Ελλάδα και αυτό ειναι το πολύ σπουδαίο στοιχείο. Ξεσήκωσε δηλαδή τους Ελληνες Σικελούς, εναντίων των συμπατριωτών τους και όχι τους Λατινους ή τους Γερμανοκέλτες του βορά), να επαναστατήσει εναντίων του Λέοντα. Ο Λέων όμως υπερίσχυσε και σε αντίποινα απέσπασε την Μεγάλη Ελλάδα από την δικαιοδοσία του Πάπα, προσαρτώντας την στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κατάσχεσε τα παπικά κτήματα και τα μετέτρεψε σε αυτοκρατορικά, ενώ ταυτόχρονα επέβαλε βαρύ κεφαλικό φόρο στους χριστιανούς της Μεγάλης Ελλάδος.

Ο Πάπας αντιδρώντας, προσπαθεί να κόψει τους δεσμούς με το ρωμαικό κράτος και στρέφεται πρός τους Φράγκους, με αποκορύφωμα την στέψη του Κάρλο Μάγνο το 800, σε αυτοκράτορα, την εποχή που ήδη υπήρχε εστεμμένος αυτοκράτωρ των Ρωμαίων στην Κωνσταντινούπολη, από τον κατέχοντα τα χριστιανικά πρωτεία, Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος ήταν ο μόνος που νομικά μπορούσε να στέψει αυτοκράτορα !

Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες από την άλλη συνεχίζουν τους διωγμούς στους εικονολάτρες και τεράστιοι πληθυσμοί καταφεύγουν μαζικά στην Μεγάλη Ελλάδα. Στα 117 χρόνια της αιματηρής διαμάχης, μόνο οι Μοναχοί πού κατέφυγαν στην Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία, ξεπέρασαν τις 50.000 άτομα. Για τον αριθμό των λαικών οι πηγές δεν είναι διαφωτιστικές, σίγουρα όμως είναι πολλαπλάσιος των Μοναχών και ξεπέρασε τις 250.000.

Οι Μοναχοί αυτοί ονομάστηκαν «Βασιλειανοί», από το όνομα του πνευματικού τους, Βασιλείου από την Καισαρεία και αποτέλεσαν τον κυριότερο πνευματικό πυρήνα στην νότια Ιταλία.

Αναδεικνύονται  ́Αγιες μορφές , όπως ο Αγιος Ηλίας ο Σικελός, από την πόλη Εννα, που τότε ήταν η σημαντικότερη ελληνική πόλη και χριστιανικό κέντρο της Σικελίας, ο Αγιος Φιλάρετος, ο Αγιος Ιωάννης ο Θεριστής από το Παλέρμο κ.λ.π.


γ) Παρά την μεγάλη είσοδο Εικονολατρών, πολλές περιοχές έμειναν πολύ αραιοκατοικημένες. Όπως σημειώνει ο ιστορικός Rocco Aprile, το Σαλέντο της Απουλίας παρέμενε εντελώς ερημωμένο. Ενδιαφερόμενοι οι Μακεδόνες αυτοκράτορες για την πρόοδο της περιοχής, επάνδρωσαν με σκλάβους από την Μ. Ασία και την Ελλάδα, μεγάλο μέρος της περιοχής (όπως αναφέρουν τα χρονικά του Θεοφάνους, Κοντινουάτη και του Τσερέντο).

δ) Η αραβική κατάκτηση της Σικελίας επέδρασε αρνητικά τόσο στη δημογραφική όσο και στην πνευματική ανάπτυξη του νησιού. Οι Αραβες αποβιβάστηκαν στο νησί το 827 μετά από την πρόσκληση του βυζαντινού τουρμάρχη Ευφήμιου, ο οποίος επαναστάτησε κατά της Κωνσταντινούπολης και προσκάλεσε τους Αραβες προς βοήθεια. Παρά την δυσκολία αποστολής βοήθειας από την Κωνσταντινούπολη, οι Σικελοί πολέμησαν γενναία. Ο στρατηγός των Ελλήνων Θεόδοτος, επέφερε νίκη στην περιοχή Καστροτζιοβάνι (είναι η  ́Εννα), αλλά τελικά υπεχώρησε και η Αραβες κατέλαβαν την Πάνορμο (Παλέρμο) το 831. Ωστόσο οι Ρωμηοί (όπως επεκράτησε στον μεσαίωνα να ονομάζονται οι  ́Ελληνες), δεν παρέδωσαν τα όπλα, με αποτέλεσμα οι Αραβες να καταφέρουν ολοκληρωτική κατάκτηση του νησιού μόλις το 878 όταν κατέλαβαν τις Συρακούσες. Ελληνική περιοχή παρέμενε μόνο Ταορμίνα μέχρι το 908 .

Οι  ́Αραβες δεν πείραξαν τον απλό πληθυσμό διότι αυτός τους ήταν χρήσιμος ως παραγωγική δύναμη. Η ελληνική γλώσσα παρέμεινε η κύρια γλώσσα, ενώ η λατινική που συνυπήρχε στην προηγούμενη βυζαντινή περίοδο, μόνο ως διοικητική γλώσσα, αντικαταστάθηκε από την αραβική. Οι Αραβες πολέμησαν όμως τον κλήρο και τους Μοναχούς, με αποτέλεσμα αυτοί να εγκαταλείψουν το νησί μαζικά, να περάσουν στην Καλαβρία και την άλλη νότια Ιταλία και να φτάσουν μέχρι την Ρώμη. Ενισχύθηκε έτσι η ελληνοορθοδοξη πνευματικότητα στην Καλαβρία, μειώθηκε όμως από την Σικελία. Ο λαός που έμεινε χωρίς ποιμένες, χωρίς εκκλησίες και χωρίς πνευματική καθοδήγηση θα παρακμάσει, θα αποκοπεί από το παρελθόν του και την πίστη του, ώστε να γίνει θύμα της λατινοποίησης που θα επέλθει αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Αραβες και την κάθοδο των Νορμανδών.

Η προσπάθεια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, απελευθερωτή της Κρήτης από τους Αραβες, να απελευθερώσει και την Σικελία με τον


στρατηγό Νικήτα Χαλκούτζη, έφερε μόνο την πρόσκαιρη απελευθέρωση της Ταορμίνας, των Συρακουσών και άλλων πόλεων της ανατολικής Σικελίας για μερικά χρόνια. Η σύλληψη του Χαλκούτζη όμως από τους Αραβες, επέφερε την κατάρρευση του βυζαντινού - ρωμέικου στρατού, ο οποίος ηττήθηκε στην Μεσσήνη το 969, και έτσι οι Αραβες ξαναπήραν τις πόλεις.

Το 1038 έγινε μία σοβαρή προσπάθεια επανάκτησης της Σικελίας υπό τον στρατηγό Μανιάκη Γεώργιο. Αυτός απελευθέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του νησιού και συνέλαβε τον  ́Αραβα Εμίρη. Ανακλήθηκε όμως από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Μονομάχο πριν παγιώσει την βυζαντινή κυριαρχία και όταν πέρασε την Αδριατική, στο Δυρράχιο, ξεσηκώθηκαν «Οι Αλβανοί και οι Λατίνοι της Σικελιας με αρχηγό κάποιον  ́Ελληνα, τον Μιχαήλ Δοκιανό» 23 και εξανάγκασαν τον Γ. Μανιάκη να επιστρέψει στο νησί το 1042 για να ρυθμίσει τα πράγματα. Γρήγορα όμως στρέφεται και ο ιδιος Γ. Μανιάκης εναντίον του αυτοκράτορα και στρατολογεί στρατό από «Ελληνες και Αλβανούς» της Σικελίας και περνάει στο Δυρράχιο, όπου συγκρούεται και ηττάται από τον αυτοκρατορικό στρατό.

ε) Από τον 13ο ως τον 15ο αιώνα, που οι Τούρκοι κατακτούν όλα τα ελληνικά εδάφη της Μ. Ασίας και της Βαλκανικής, μέγα πλήθος Ελλήνων, αγροτών στρατιωτών και μορφωμένων καταφεύγουν εκ νέου στην Νότια Ιταλία. Μετά τον 16ο αιώνα η Μεγάλη Ελλάδα δέχεται σε μικρότερο βαθμό Ελληνες, λόγω του ότι η εγκαταστασή τους εκεί σήμαινε αναγκαστικό ασπασμό του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος. Οι περισσότεροι Ελληνες είναι οι μισθοφόροι στρατιώτες (Γεωργίου Σάθα,  ́Ελληνες στρατιώτες εν τη Δύση), οι οποίοι δρούν σε ολόκληρη τη νότια Ιταλία έρχονται με τα καράβια τους από την Ανατολή (Les Karabines - Kαραβήσιοι- Καραβηνοί) και από την γαλλική προφορά

23

Την πηγή δίνει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης (1034-1079). Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά Αλβανοί. Πιθανότατα πρόκειται για Αλβανούς του Καυκάσου, μιας και οι Αλβανοί της Αλβανίας δεν υπήρχαν τότε ούτε ως έθνος ούτε καν ως όρος. Οι καυκάσιοι Αλβανοί ως φόρου υποτελείς στον Χαλίφη Αούντ Αλ Μαλίκ και των διαδόχων του, υπηρετούσαν στον αραβικό στρατό. Πρόκειται οπωσδήποτε για μικρούς αριθμούς στρατιωτών (αν βέβαια το «Αλβανοί» δεν αφορά όλους τους  ́Αραβες).

Ο Γεώργιος Μανιάκης έκτισε και το σωζόμενο σήμερα, κάστρο των Συρρακουσών.


της ελληνικής λέξης και τον ρόλο των Ελλήνων στρατιωτών ως ένοπλα τμήματα μισθοφόρων και χωροφυλάκων, προήρθε και το σημερινό

«Καραμπινιέροι».

Ξεχωριστή επίσης περίπτωση είναι ο Χριστόφορος Κολόμβος. Γεννήθηκε το 1451 στην Ολιβέλα της Λιγουρίας (;), χιώτικης όμως καταγωγής (η Χίος ήταν τότε αποικία των Γενοβέζων). Στα Ιταλικά παρεφθάρη το επιθετό του σε Κολόμβος (Χριστόφορος) και στα


Ισπανικά παρεφθάρη το ονομά του,σε Κριστομπάλ (Ντέ Κολόν). Το πραγματικό του όνομα ήταν Χριστόφορος Κολόν. Ο ίδιος υπέγραφε τις επιστολές του στα ελληνικά, «ΧΡΟ» με αποτέλεσμα το σχεδόν μόνιμα εχθρικό προς τον ελληνικό πολιτισμό περιοδικό «National Geographic» τεύχος 181, Ιαν 1992, να γράφει αναρωτούμενο: Γιατί ο Κολόμβος υπέγραφε στα ελληνικά, μήπως ήταν Εβραίος που ήθελε να κρύψει την καταγωγή του;!

Ενισχυντικό των τόσων στοιχείων είναι βέβαια και το γραμματόσημο των ιταλικών ταχυδρομείων που ακολουθεί, και εκδόθηκε για τα 500 χρόνια από την «ανακάλυψη» της Αμερικής. Δειχνει ως κοιτίδα του Κολόμβου την Χίο !!!

5.2 Οι Νορμανδοί στην Μεγάλη Ελλάδα.

Το 1066 αρχίζει η κάθοδος των Νορμανδών. Πρόκειται καθαρά για στρατιωτική κατάληψη, όπως και η αραβική, και όχι για εγκατάσταση εποίκων. Οι Νορμανδοί, γερμανικής καταγωγής λαός και συγγενείς των Βίκιγκς, δεν είχαν καμία διάθεση να εμπλακούν με την Μεγάλη Ελλάδα, έναν τόπο εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρυά από την Σκανδιναβία που ήταν η κοιτίδα τους, αν δεν τους προσκαλούσε ένας Ελληνας άρχοντας του Μπάρι. Ο άρχοντας Μέλος, στασίασε εναντίων του Βυζαντίου και στην προσπάθειά του να βρεί στρατό να κερδίσει την ανεξαρτησία του, τόσο εναντίων του Βυζαντίου όσο και εναντίων άλλων φεουδαρχών που βρίσκονταν σε συνεχή διαμάχη, προσέλαβε ως μισθοφόρους τους Νορμανδούς. Οι Νορμανδοί, σύμφωνα με τις πηγές,


ως στρατιώτες ήταν οι πλέον σκληροί που είχαν εμφανιστεί ποτέ στην περιοχή, κινούνταν ταχύτατα και σκορπούσαν ανηλεώς τον θάνατο σε αμάχους και στρατιώτες. Ετσι η περιοχή άλλαξε μεν αφέντη, αλλά η εθνολογική σύσταση εξακολούθησε να παραμένει ως είχε. Στην Σικελία, σύσσωμοι οι  ́Ελληνες στάθηκαν στο πλευρό των «χριστιανών» Νορμανδών για να εκδιώξουν τους  ́Αραβες από το νησί. Όμως οι Νορμανδοί δεν τους το ανταπέδωσαν.

Όταν ηττήθηκαν οι  ́Αραβες, οι Νορμανδοί απέσπασαν τις περιοχές που κατέλαβαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις προσκόλλησαν στον Πάπα.  ́Ετσι, δεδομένου του σχίσματος το 1045 και της καθιέρωσης της λατινικής ως επίσημης διοικητικής γλώσσας, σε αντικατάσταση της αραβικής από την μία, και ως γλώσσα λειτουργίας στους ναούς, σε αντικατάσταση της ελληνικής από την άλλη, αρχίζει η πρώτη μεγάλη επίθεση στην ελληνική συνειδησιακή και θρησκευτική υπόσταση των Σικελών, και των άλλων Μεγαλοελλαδιτών.

Απαγορεύτηκε στους  ́Ελληνες να έχουν  ́Ελληνες Επισκόπους και απαγορεύτηκε να γίνεται η λειτουργία στα ελληνικά. Οι Επίσκοποι τώρα και για πρώτη φορά στην ιστορία έρχονται από τη Ρώμη, δεν γνωρίζουν ελληνικά και αλλάζουν την λειτουργία στην λατινική γλώσσα. Ταυτόχρονα οι Νορμανδοί άνοιξαν τα σύνορα στους Βενεδεκτίνους μοναχούς, οι οποίοι είναι οι πρώτοι παπικοί μοναχοί που εμφανίζονται στην Μεγάλη Ελλάδα. Παρά τον σημαντικό αριθμό τους αυτοί σεβάστηκαν την παράλληλη ύπαρξη των ορθόδοξων μοναστηριών και γενικά δεν υπήρξαν τριβές.

Και οι ίδιοι οι Νορμανδοί σεβάστηκαν σε αρκετά μεγάλο βαθμό την Ορθοδοξία, από πολιτικό υπολογισμό φυσικά, διότι δεν μπορούσαν να έρθουν σε άμεση σύγκρουση με την συντριπτική πλειονότητα των υπηκόων τους. Ετσι ενίσχυσαν και επισκεύασαν μεγάλο αριθμό μοναστηριών. Είκοσι Μοναστήρια ο δούκας της Σικελίας Ρογήρος Α’ και πάνω από 30 ο διάδοχός του Ρογήρος Β’. Και σε όσα οικοδομήματα και εκκλησίες έκτισαν, όπως το Μονρεάλε στο Παλέρμο, στην Κεφαλού, στην Μεσσήνη και αλλού, κάλεσαν μαστόρους και καλλιτέχνες από την Κωνσταντινούπολη (Περίφημα ψηφιδωτά στον καθεδρικό του Παλέρμο, εκκλησία της Μαρτοράνα, που έκτισε ο Γεώργιος από την Αντιόχεια, ψηφιδωτά της Κεφαλού, ψηφιδωτά της Μεσσήνης κ.λ.π.). Ωστόσο μεγάλος αριθμός φημησμένων Μονών


(Παναγία του Λέτσε, Αγίου Μαύρου στην Καλλίπολη, Αγ. Νικολάου Καζούλων Οτραντο, κ.λ.π.), έχασαν την αυτονομία τους και οδηγήθηκαν σε μαρασμό, από την θρησκευτική πολιτική των Νορμανδών.

Ο Ρογήρος ο Β ́ θέλησε κάποια στιγμή να αλλάξει πολιτική και να ενισχύσει περισσότερο την Ορθοδοξία, αποβλέποντας στην διατήρηση ανεξάρτητης Αρχιεπισκοπής Μεγάλης Ελλάδας και γι’ αυτό κάλεσε από την Κωνσταντινούπολη τον Σικελό Νείλο Δοξαπατρή, να γίνει Αρχιεπίσκοπος. Δεν μπόρεσε όμως να φέρει σε πέρας το σχέδιό του, διότι ο Πάπας δεν έδειξε διατεθειμένος να χάσει αυτό που μόλις τώρα, μετά από χίλια χρόνια χριστιανισμού, είχε αποκτήσει.  ́Ετσι έσβησε η αυτονομία της ορθοδόξου εκκλησίας στην Μεγάλη  ́Ελλάδα

Πέραν της λατινικής γλώσσας, που ήρθε με την είσοδο παπικών επισκόπων και των Βενεδεκτίνων Μοναχών, οι Νορμανδοί εισήγαγαν και την γαλλική, με αποτέλεσμα να υπάρχουν τέσσερεις ισότιμες γλώσσες στο νησί. Η επικρατούσα στον λαό ελληνική, στην εκκλησία και σε όσους εκλατινίζονταν κάτω από ισχυρότατες πιέσεις η λατινική, η γαλλική την οποία υιοθέτησαν οι Νορμανδοί στην αυλή τους και η αραβική, για όσους  ́Αραβες παρέμειναν στο νησί. Από την ανάμειξη αυτών των γλωσσών άρχισε να δημιουργείται και η σικελική γλωσσα μερικούς αιώνες αργότερα.

5.3 Γερμανοί Γάλλοι και Ισπανοί στην Μεγάλη Ελλάδα

Μετά τους Νορμανδούς ο θρόνος της Σικελίας περιήλθε διά κληρονομιάς στον βασιλέα της Γερμανίας (Σβαμπίας, που ήταν έν από τα γερμανικά βασίλεια) Ερρίκο Δ’.

Η κληρονομιά αυτή οφείλονταν σε παλιότερες βλέψεις και κατακτήσεις των Γερμανών, οχι μόνο στα εδάφη της Ιταλίας, αλλά στα εδάφη ολόκληρης της αυτοκρατορίας με την επιδίωξη να γίνουν κάτοχοι του τίτλου « Ρωμαική αυτοκρατορία» και «Ρωμαίος αυτοκράτωρ», τίτλους τους οποίους νόμιμα κατείχαν οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, ως γνήσιοι διάδοχοι του θρόνου της Ρώμης.


Απομακρυνόμενος ο Πάπας από την Κωνσταντινούπολη, η οποία βρίσκονταν μακρυά και με τεράστιους εχθρούς στα ανατολικά της σύνορα και η οποία δεν του αναγνώριζε τα χριστιανικά πρωτεία, πράγματα που του έδιναν οι Γερμανοί (ασφάλεια και πρωτεία έναντι της αναγνώρισής τους ως Ρωμαίων αυτοκρατόρων) προτίμησε να τους προσεταιριστεί παρά να τους πολεμήσει. Ετσι συγκατατέθηκε να στέψει τον βασιλιά των Γερμανών  ́Οθωνα Α ́ (936-973), με τον τίτλο «αυτοκράτωρ Ρωμαίων», τίτλο που κατείχε ήδη ο αυτοκράτωρ της ανατολικής ρωμαικής αυτοκρατορίας και επεδίωκε ακόμη και ο Καρλομάγνος. Ετσι αρχίζει η πρώτη μεγάλη σύγκρουση Ανατολής και Δύσης στην ευρωπαική ιστορία, με τον Πάπα να στρέφεται οριστικά προς τους Γερμανούς. Και πρώτα θύματα φυσικά, τους  ́Ελληνες της Μεγάλης Ελλάδας.

Ο  ́Ελληνας αυτοκράτωρ, Νικηφόρος Φωκάς (963-969), όταν προσπαθούσε να απελευθερώσει την Σικελία από τους  ́Αραβες, προσπάθησε ταυτόχρονα να περιορίσει την είσοδο παπικών ιερέων στην βυζαντινή Απουλία, Καλαβρία, Λευκανία και στα Βασιλικάτα και εξέδωσε χρυσόβουλο με το οποίο απαγόρευε την χρήση της λατινικής γλώσσας στην λειτουργία. Ο Πάπας θορυβήθηκε και κάλεσε τον προστάτη του, Οθωνα της Γερμανίας να επέμβει. Ετσι αυτός εισέβαλε δύο φορές στην Λευκανία, την Απουλία και την Καλαβρία, σφάζοντας και διώκοντας τους  ́Ελληνες κληρικούς και κατοίκους. Ο Οθων είχε ως σκοπό την κατάληψη της Μ. Ελλάδος και την πλήρη εξαφάνιση του Ελληνισμού, διότι ο Ελληνισμός αναγνώριζε ως Ρωμαίο αυτοκράτορα μόνο τον βασιλιά της Κωνσταντινούπολης και όχι τον σφετεριστή βάρβαρο Γερμανό, αλλά ο γάμος του με την πορφυρογέννητη Θεοφανώ, ανηψιά του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, έφερε προσωρινά την ειρήνη μεταξύ Γερμανών και Ελλήνων. Ετσι ήρθαν και σε συμφωνία ειρήνευσης για την Μεγάλη Ελλάδα.

Το 973 ο Οθων Α ́πεθαίνει και την Γερμανία κυβερνά η Θεοφανώ με τον Οθωνα Β ́. Αυτός αρκετά σύντομα, καταπατά την συμφωνία για την Μεγάλη Ελλάδα και στρέφεται εναντίων της, πολεμώντας σκληρά τον Ελληνισμό. Την ίδια εποχή η Σικελία βρίσκονταν υπό αραβική κατοχή. Στην προσπαθειά του να περάσει στο νησί νικήθηκε κατά κράτος από τους  ́Αραβες στον Στύλο της Καλαβρίας και πέθανε το επόμενο έτος (983). Μετά τον θανατό του, την Γερμανία κυβέρνησε η


Ελληνίδα μητέρα του και έτσι οι  ́Ελληνες της Μεγάλης Ελλάδας πέρασαν μία περίοδο χωρίς τον φόβο των Γερμανών.

Η Νεάπολη που τότε ήταν ανεξάρτητη πόλη, επανασυνδέεται πνευματικά με την Κωνσταντινούπολη. Το ίδιο και το Σαλέρνο, η Γαέτα και το Αμάλφι. Ολες αυτές ήταν μεγάλες πόλεις, εκτός της Βυζαντινής επικράτειας στην Νότιο Ιταλία. Το Αμάλφι το είχε ίδρύσει ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος τον 4ο αιώνα, και το εποίκισε με  ́Ελληνες κατοίκους.  ́Ετσι ήταν κατά κάποιο τρόπο μία αδελφή πόλη της Κωνσταντινούπολης, με πολλά προνόμια στην πρωτεύουσα και με Αμαλφινό μοναστήρι στο Αγιο Ορος.

Ο Οθων ο Γ ́ εγγονός της Θεοφανώ θέλησε και ο ίδιος να συνεχίζει τους διωγμούς των Ελλήνων για την κατάληψη της Μεγάλης Ελλαδας. Παρ’ ότι είχε λάβει ελληνική ανατροφή απο την γιαγιά του και παρ’ ότι δασκαλός του ήταν ο Ιωάννης ο Φιλάγαθος από το Ροσσάνο της Καλαβρίας, που έγινε κατόπιν και Πάπας. Κι ́ ενώ ο Ελληνισμός παρήκμαζε οικονομικά και δημογραφικά, από τις γερμανικές επιθέσεις και τις αραβικές επιδρομές, μια ανερχόμενη δύναμη, η Βενετία, του έδωσε μια πρόσκαιρη ανάσα μειώνοντας κάπως με τα πλοία της τις αραβικές επιδρομές.

Για τον ανωτέρω λόγο λοιπόν, οι Γερμανοί, ως σφετεριστές «αυτοκράτορες Ρωμαίων», προέβαλαν δικαιώματα στον θρόνο των Νορμανδών και κατέστησαν μετά την λήξη της δυναστείας αυτών, βασιλείς της Σικελίας και της άλλης Μεγάλης Ελλάδας.

Ο Ερρίκος ο Δ’ της Γερμανίας (Σβαμπίας) άφησε την Μεγάλη Ελλάδα στον εγγονό του Φρειδερίκο Β’ και η δυναστεία τους διήρκεσε μέχρι το 1286 όταν σκότωσε τον Γερμανό Κορανδίνο ο Γάλλος Κάρολος Ανζού.

Το βασίλειο της Νεαπόλεως είχε ενωθεί τότε με το βασίλειο της Σικελίας. Αλλά επί της Σικελίας ήγειρε τότε αξιώσεις και ο Πέτρος της Αραγωνίας, ως γαμπρός του δολοφονηθέντα Κορανδίνου. Οι Σικελοί ενάντιοι στην δυνάστευση των Ανζού ζήτησαν βοήθεια από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγο. Αυτός όμως αντιμετώπιζε τότε τους νεοεμφανιζόμενους Τούρκους στην Μικρά Ασία και δεν μπορούσε να στείλει στρατό. Ετσι οι Σικελοί συντάχτηκαν αναγκαστικά με τον


Ισπανό Πέτρο, για να διώξουν τον τύρανο Ανζού. Την εξέγερση όμως οργάνωσε ο  ́Ελληνας αυτοκράτωρ Μανουήλ Παλαιολόγος, ο οποίος οργάνωσε, χρηματοδότησε και εξόπλισε τους κατοίκους της Σικελίας, οι οποίοι και κατέσφαξαν τους Γάλλους το Πάσχα του 1282 («Σικελικός Εσπερινός»). Την εξέγερση εκαναν οργανώσεις Σικελών με συνθημα “Morte alla Francia” (θάνατος στους Γάλλους) σε συντομογραφία «ΜΑFΙΑ».

Ετσι έγινε κύριος του νησιού ο Πέτρος, η δυναστεία του οποίου βασίλευσε μέχρι το 1410 που ενώθηκε το στέμμα της Σικελίας με αυτό της Ισπανίας (Αραγώνος). Η ελληνική γλώσσα αναφέρουν οι πηγές εξακολουθούσε να ομιλείται και στην περίοδο των ισπανικής κατοχής, όπως επίσης και η αραβική. Δύο γενιές όμως μετά το 1410, (δηλαδή το 1470 περίπου) λένε οι πηγές, είχε σβήσει εντελώς. Τώρα επικράτησε πλήρως μία νέα γλώσσα, η Σικελική. Το 1443, ο Αλφόνσος της Αραγωνίας νυμφεύτηκε την Ιωάννα της Νεαπόλεως και έτσι ενώθηκε και αυτό το βασίλειο με την Αραγώνα. Το κράτος αυτό υπήρχε μέχρι το 1734 οπότε θα περάσει στην γαλλική κατοχή των Βουρβόνων μέχρι το 1860, πού έγινε η δημιουργία του ιταλικού κράτους.

Το 1798 -99, η Νάπολη και όλη η Νότια Ιταλία, εκτός Σικελίας, επαναστάτησε και ανακηρύχτηκε ανεξάρτητο κράτος με την ελληνική επωνυμία «Δημοκρατία της Παρθενόπης» (Το πρώτο ελληνικό όνομα της Νεάπολης).

Το 1848 έγινε και στην Σικελία εξέγερση εναντίων του οίκου των Βουρβώνων και η Σικελία ανακηρύχτηκε ανεξάρτητη για ένα χρόνο.

Και στην Ισπανογαλλική περίοδο κατοχής, συνέχισαν να καταφθάνουν Ελληνες από την Ελλάδα, την Μικρά Ασία και την Μέση Ανατολή, κάτω από την αφόρητη πίεση και τις σφαγές των Τούρκων κατακτητών. Πιο γνωστή είναι η μετανάστευση αλβανόφωνων Ελλήνων (γνωστοί ως Αρβανίτες) κατά τον 16ο αιώνα, από τις ακτές της Πελοποννήσου και της Αιτωλίας, οι οποίοι υπάρχουν ως σήμερα σε μια συστάδα συνοικισμών έξω από το Παλέρμο ( Piena degli greci- το μετονόμασε ο Μουσολίνι το 1927 σε Arbanessi) και στο Λούγρο της Καλαβρίας. Οι σποραδικές μεταναστεύσεις συνεχίζονται μέχρι το 1900. Γνωστοί είναι ο Ηπειρώτης Σωτήριος Βούλγαρης, ιδρυτής του οικου «BVLGARI» και ο Κύπριος Μαστρογιάννης, πρόγονος του Μαρτσέλο Μαστρογιάννη.


5.4 Η Νομοθεσία του Φρειδερίκου

Σπουδαιότερο έργο που αποδεικνύει την έκταση της ελληνικής γλώσσας στην Μεγάλη Ελλάδα, την εποχή της κατοχής της από Γερμανούς Γάλλους, και Ισπανούς είναι σαφέστατα η νομοθεσία του Φρειδερίκου Β ́, γραμμένη στην ελληνική και στην λατινική. Στην ελληνική, για να την καταλαβαίνουν οι μεγάλες λαϊκές μάζες που μιλούσαν ελληνικά και στην λατινική επειδή αυτή ήταν η γλώσσα που γράφονταν οι νόμοι, μιλούσαν οι λειτουργοί του κράτους και εξασκούνταν η διοίκηση. Στην νομοθεσία αυτή φαίνεται και το μέγεθος των διωγμών και των πιέσεων σε βάρος των Ελλήνων, που τελικά τους οδήγησε στην λατινοποίηση .

Από μόνη της η νομοθεσία έχει βαρύτατη σημασία, διότι αποτελεί ακλόνητο στοιχείο ότι και τον 13ο αι. η ελληνική γλώσσα δέσποζε. Έκτοτε λόγω των βαρύτατων επιθέσεων που υπέστη η γλώσσα, μέσω της απαγόρευσης να την χρησιμοποιούν στην λειτουργία, έσβησε σταδιακά, χωρίς βέβαια να έχουν, μετακινηθεί οι Έλληνες. Οι Έλληνες παρέμειναν στην Μεγάλη Ελλάδα, απλά έχασαν την γλώσσα, την πίστη και την συνείδηση τους κάτω από το βάρος των ισχυρότατων πιέσεων από τους κατακτητές.

Bασιλικαί διατάξεις του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β ́ (1231)

(έκδοση ελληνικού κειμένου Thea von der Lieck - Buyken, Koln- Wien 1978)

Αρχή του πρώτου βιβλίου των βασιλικών διατάξεων

Ρώμης ο κλεινός ευσεβέστατος μέδων,

Αιλίας αυ ρήξ, πρός δέ καί Σικελίας

Φρειδερίκος κράτιστος εν στεφηφόροις,

Νέον νόμον τίθησι Σικελων κράτει,

Ον καί πέπομφε λύτρον ηδικημένοις.


Bασιλεύς Φρειδερίκος

αεί αυγουστος

Ιταλικός Σικελικός Ιεροσολυμίτης Αρελατένσης

ευσεβής ευτυχής νικητής και τροπαιούχος.

Το Α’ κεφάλαιο της νομοθεσίας είναι η «Προθεωρία», αναφέρεται δηλαδή στους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση της παρούσης νομοθεσίας. Το Β ́ και Γ’κεφάλαιο αναφέρεται στην τιμωρία των αιρετικών και των Παταρένων (Καθαρών), ενώ το κεφάλαιο Δ’ (IV) είναι αφιερωμένο στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό αναγγέλοντας σκληρά σε βάρος τους μέτρα, όπως στέρηση περιουσίας και κληρονομιάς.

Κεφ. ΙV

Περί αποστατούντων από της καθολικης πίστεως.

Τους από της καθολικης πίστεως αποστατουντας το καθόλου διώκοντες εκ πάντων των πραγμάτων αυτων τούτους απεκδύομεν και τιμης αυτούς υστερεισθαι βουλόμεθα, διαδοχήν και παν άλλο νόμιμον δίκαιον αυτοις αφαιρουντες.

Παρόμοιες ανθελληνικές και αντιορθόδοξες διατάξεις περιέχει και το διάταγμα για την ίδρυση του Πανεπιστημίου της Νεάπολης, στις 5 Ιουνίου 1224. Σε αυτή τη διάταξη διατάσσει όλους τους υπηκόους του βασιλείου της Σικελίας, να μην ξανασπουδάσουν στο μέλλον εκτός του βασιλείου και διατάσσει όλους όσους σπούδαζαν εκτός, (στην Κωνσταντινούπολη), να επιστρέψουν πάραυτα μέχρι την εορτή του Αγίου Μιχαήλ (29 Σεπτ. 1224), διαφορετικά θα αντιμετώπιζαν «προσωπική και κτηματική ποινή».

6. Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ.

Οι μεγάλες μετακινήσεις των πληθυσμών τον 4ο, 5ο και 6ο αι., που συνδέονται με τον κατακλυσμό των γερμανικών φυλών στην Δυτική Ευρώπη και των Σλάβων στην Ανατολική, δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Μεγάλη Ελλάδα. Εθνολογικά και φυλετικά όμως, δεν υπήρξε καμμία σοβαρή αλλοίωση του πληθυσμού, καθώς δεν μαρτυρείται


καμμία εγκατάσταση λαών, όπως έγινε με τους Λογγοβάρδους και τους Οστρογότθους στην βόρεια Ιταλία, τους Φράγκους στην Γαλλία κ.λ.π.. Εδώ έγιναν μόνο επιδρομές και λεηλασίες από όλους τους κατακτητές, οι πιο μακροχρόνιοι των οποίων, οι  ́Αραβες, δεν αναμίχτηκαν γενετικά με τους  ́Ελληνες λόγω θρησκείας.

Επηρεάστηκε σημαντικά η δημογραφία καθώς οι γεννήσεις έπεσαν, ο πληθυσμός κατέφευγε στα βουνά για να σώσει τη ζωή του, η γή έμενε ακαλλιέργητη, η βιοτεχνία και η βιομηχανία παρήκμασε. Σε ολόκληρη την βυζαντινής επιρροής Νότια Ιταλία, η πυκνότητα του πληθυσμού κυμαίνονταν από από τον 11ο ως τον 12ο, στα 15- 35 άτομα ανά τετραγωνικό χλμ.. Μιλάμε δηλαδή για ένα πληθυσμό, που κυμαίνονταν, με την καλύτερη προσέγγιση, στα 3 εως 4 εκατ. άτομα, ελληνικό και ελληνόφωνο στην συντριπτική πλειονοτητά του, όπως πάλι δείχνουν οι πηγές, τα κείμενα, η λειτουργία στις εκκλησίες και οι επιγραφές. Ακομα και ο τεράστιος αριθμός των εκκλησιών και των Μοναστηριών, δείχνουν ότι σχεδόν τα πάντα ήταν ελληνικά. (Από τον 8ο ως τά μισά του 11ου αιώνα, οταν η Μακεδονική Δυναστεία κυβέρνησε την Μεγάλη Ελλάδα, υπήρξε μεγάλη ευημερία και σημαντική δημογραφική ανάπτυξη).

Σε ολόκληρη την περιοχή υπάρχουν 1500 ελληνικά Μοναστήρια μέχρι τον 13ο αιώνα.  ́Εκτοτε αρχίζει η καταπίεση και η φθίνουσα πορεία. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν πάνω απο 400 μοναστήρια και εκκλησίες μόνο στην Καλαβρία-Απουλία μέχρι τον 16ο αιώνα, που και αυτά θα λατινοποιηθούν σταδιακά. Όλα αυτά δείχνουν έναν Ελληνισμό ακμαιότατο, με πνευματικούς πατέρες όπως ο Βαρλαάμ από την Σεμινάρα της Καλαβρίας. Έναν Ελληνισμό που θα κάνει τον μεγάλο Ιταλό, αναγεννησιακό ποιητή Πετράρχη (1304-1374), να συστήνει σε όποιον θέλει να μάθει Ελληνικά, να προτιμήσει το Ρήγιο της Καλαβρίας και όχι την Κωνσταντινούπολη!

Την ισχυρή παρουσία του Ελληνισμού βεβαίωσε και ο μεγάλος Αγγλος σχολαστικός Ρογήρος Βάκων (Roger Bakon 1215-1294) με επιστολή του προς τον πάπα Κλήμεντα Δ ́, μετά από περιοδεία του στην νότια Ιταλία και Σικελία, που του έγραψε ότι: «Σε πολλά μέρη της νοτίου Ιταλίας ο πληθυσμός είναι ανόθευτα ελληνικός».

Σχετικά με τις πόλεις, στην Βυζαντινή εποχή και ειδικά την εποχή της Μακεδονικής δυναστείας, από 9ο ως τον 11ο αιώνα, υπάρχουν


πάνω από 300 ελληνικές πόλεις, μικρότερες βέβαια σε μέγεθος και λάμψη από τις αρχαιοελληνικές, μεταξύ των οποίων ευημερούν και ακτινοβολούν, το Αμάλφι, το Αλέσσιον (Λέτσε), το Σορέντο, η Μονόπολη το Βάριον (Bari), το Πόλύκαστρο, η Σεμινάρα, το Ροσσάνο, το Σαλέρνο , ο Ιέραξ (Gerace), η Υδρούντα (Οτράντο), το Πάλμι, η Νικοτέρα, η Τρόπαια, η Μαντινεία, ο Καλόγερο, το Παραδισσόνι, το Πισκόπιο, η Ζακκανόπολη, το Διαμάντε, το Πολυκάστρο, το Παπασίδερο, η Φιλαδέλφεια, η Λευκωσία, η Εννα, το Παλέρμο, η Κεφαλού, οι Συρακούσες, ο Νότος, η Ραγκούσα, η Τρόινα, ή Μεσσήνη κ.λ.π.

7. Η ΛΑΤΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

Ειναι σαφές και εμφανές ότι οι Ελληνες που αποίκησαν &t