Εμπύρετη Επιστολή στεναγμών προς την «ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ» για τις αλλαγές στην Παιδεία και την Εκπαίδευση

( Η επιστολή συντάχθηκε στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας με αφορμή τα εγκαίνια ενός φιλόδοξου διαλόγου για την Παιδεία, που ωστόσο μάλλον «ναυάγησε» , χωρίς να εκπλήξει κανένα . Η σημερινή κρίση επανέφερε στο προσκήνιο «αποσπάσματα» εκείνου του «ναυαγίου», μεταλλάσσοντας  τη   σπουδή  και ανάγκη των καιρών για αλλαγές  σε φιλοτιμία επανεκκινήσεως και νέας πλοηγήσεως…)  

Αφοσιωμένοι ή φτωχοί ;

…‘Αμεινον τον επαίτην ή τον αμόρφωτον είναι , οι μεν γαρ  χρημάτων οι δε ανθρωπισμού δέονται

                                                                         Αρίστιππος ο Κυρηναίος

-Α-

        Όποιος  αποφασίσει  να εκθέσει τις απόψεις του για ένα θέμα που χαίρει καθολικής   – τουλάχιστον κατά τα φαινόμενα- μέριμνας  θα πρέπει πρωτίστως  να ξεπεράσει τη μελαγχολία των κοινοτοπιών και της φλύαρης επανάληψης, εάν φιλοδοξεί το πόνημά του να «επιβιώσει», όχι τόσο ως αυτοσκοπός μιας καταμετρημένης αναγνωσιμότητας,  όσο ως βάση για τη  διάνοιξη αρτηριών δημιουργικού λόγου και ευκαιριών ορθοπραξίας.

        Τα αδιέξοδα της παιδείας μας και η κοινή τους θέαση αποτυπώνουν με τον πλέον αιχμηρό  τρόπο την έγερση του παραπάνω αφορισμού.   Οι προτεινόμενες, και εν πολλοις, παρατεινόμενες κάθε φορά εκπαιδευτικές ρυθμίσεις εξάπτουν την μικρολογία και τη διαιρετική έως σχισματική μονομανία ενός κομματικού και νοσογόνου πολιτικού λόγου που ως νέος Μινώταυρος κατατρώγει το όραμα της αλλαγής. Οι στρατιές των «ιδεολόγων» δεν θεραπεύουν   τη βάσανο της παιδείας, αλλά συγκυριακές ανακυκλούμενες «συνταγές» που επισωρεύουν στην εντροπία των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων περαιτέρω αδράνειες  και  ασφυξιογόνα διλήμματα.

        Από την άλλη δεν είμαι βέβαιος ότι είναι λιγότερο υπαίτιοι των αδιεξόδων της παιδείας μας οι αφελείς θεωροί μιας αβαθούς παραδόσιμης κληρονομιάς, που αδυνατούν να τη μεταγράψουν στις νέες δέλτους ενός ανοιχτού και σύγχρονου πολιτισμού, τα ριζώματα του οποίου εντοπίσαμε  στην παιδεία των παλαιών μας δασκάλων.   Αντιθέτως, η μειονεξία  τους απέναντι στον συντηρητισμό και την υπό όρους πνευματική  «αριστοκρατία» του  εξασθενίζει το ψυχικό δεσμό με το εθνοπολιτισμικό μας παρελθόν ανατινάζοντας τις γέφυρες που μας συνδέουν σήμερα μαζί του. Ο  παράμουσος  δε  συνδυασμός της «έλλειψης»  με τις ακρίτως εμφιαλωμένες κάθε φορά  «φωταδιστικές λύσεις»  εκ της Εσπερίας, παραλύουν κάθε πρωτοβουλία εύρεσης των αυθεντικών εκείνων  κριτηρίων για την οικοδομή μιας εθνικής ( μη κομματικής) επιτέλους παιδείας , συμβατής και κοινωνήσιμης με τα διυλιστήρια ιδεών  του παρελθόντος,  και συνάμα, δοτικής και υπεύθυνης σε κάθε προοπτική δημιουργικής εκτόξευσης στις προκλήσεις των καιρών μας.

        Πιο συγκεκριμένα, δεν είναι η απουσία διαλόγου το άλλοθι για την αποθεμελίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ούτε βεβαίως –είναι δυνατόν; - η ανυπαρξία προτάσεων για την αντιμετώπιση του ζωτικού δήλιου όπως εξελίσσεται προβλήματος του, αλλά κυρίως η σπάταλη κακοδιαχείριση ενός ασυντόνιστου  χρόνου που έχασε πολλές ευκαιρίες δημιουργίας, καθώς  και η  άσοφη εμμονή μας στα συμπτώματα μιας ιογενούς παθογένειας στο χώρο της εκπαίδευσης , χωρίς να διαγνώσουμε  τα πρωτοπαθή αίτια  της ασθένειάς της.

        Ο πυρετός διαβουλεύσεων για την προετοιμασία ενός νέου διαλόγου σήμερα υπό τις πιεστικές συνθήκες των τελευταίων γεγονότων που «εξανάγκασαν» τους εφήβους μαθητές και τους φοιτητές να «κατέλθουν» σε διαδηλώσεις δεν μου αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας, ότι στο σύθαμπο των συνθημάτων και των «στυλιζαρισμένων» ιδεών θα υπάρξουν οι προωθητικοί και μορφοπλαστικοί μηχανισμοί που θα καθορίσουν,  θα αναδείξουν και θα εμπνεύσουν  ποιητικά το όραμα της αλλαγής για την παιδεία και την εκπαίδευση της πατρίδος μας.

        Με το προνόμιο ωστόσο της απελπισίας και την εντός μου διάθεση να μη δώσω ελαφρυντικά σε όσους κομπάζουν για την «ευκολία» εφαρμογής του ιδεολογικού τους «απεικάσματος» σπεύδω να υπομνηματίσω καταγγέλλων τους νεφοσκεπείς  «μύθους» των εξαρτήσεών τους,  που  παρενεργούν, φευ, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.  

        Δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος  για μεταρρύθμιση χωρίς προηγουμένως  να επανακαθορίσουμε με την προτεραιότητα του κατεπείγοντος τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της παιδειας μας στο σύνολο της εκπαίδευσης  …ακόμη και σε αυτή των Α.Ε.Ι.  Η μονοκρατορία ας πούμε της επιστημονικής και τεχνολογικής εξειδίκευσης   σε επίπεδο παρεχομένων γνώσεων για κάποιες σχολές  δεν εγγυάται κατά τεκμήριο τα αυθυπόστατα ιδιώματα της αποστολής τους στην κοινότητα της «παγκόσμιας» επιστήμης , καθώς τίποτα δεν είναι οριστικώς «δεδομένο» και πολλά κοινωνικά προβλήματα μας έχουν πείσει πώς δεν οφείλονται στην έλλειψη πληροφοριών και γνώσεων. Αντιθέτως βοά η  απουσία πνευματικής μετριοφροσύνης και ενός αξιακού συστήματος αυτοδιαχείρισης της επιστημονικής έρευνας «προσαρμοσμένης»  όχι μόνο στο  ζην, αλλά  και στο ευ ζην του σύγχρονου ταλαίπωρου ανθρώπου.

         Η γενναιόδωρη δαπάνη κονδυλίων για την μεταρρύθμιση δεν αποτελεί πανάκεια, εάν προηγουμένως δεν προεξοφλήσουμε παντί σθένει την αδιαπραγμάτευτη θέση για τον έλεγχο και την αξιολόγηση σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης του ανθρωπίνου και μη κεφαλαίου. Είναι εξοργιστική  η «διγλωσσία» των συνδικαλιστικών και συντεχνιακών φορέων της εκπαίδευσης, που τελικώς εκ προθέσεως αδυνατίζουν κάθε απόπειρα επιθεώρησης και αξιολόγησης.  Για λόγους επικοινωνιακούς (ως εκ τούτου μη ουσιώδεις) φέρονται μεν να ομοδοξούν ως προς την αναγκαιότητα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, ωστόσο όταν θίγεται ο σκληρός πυρήνας των κακώς εννοούμενων και ενεργούμενων «κεκτημένων» , αντεπιτίθενται με κυνικότητα, που προσβάλλει το φιλότιμο του δασκάλου και τον εκθέτει ανεπανόρθωτα στη συνείδηση της κοινωνίας . Είναι παράδοξο να συζητούμε για εξεταστικά συστήματα αφορώντα στους μαθητές και φοιτητές  εξαιρώντας τους διοικητικούς ταγούς , τους εκπαιδευτικούς και τους δασκάλους όλων των βαθμίδων από τον έλεγχο και την επιθεώρηση των πεπραγμένων τους.

         Η οποιαδήποτε πάντως φιλόδοξη αλλαγή χωρις να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στην επανεύρεση του δασκάλου (και όχι του εκπαιδευτικού) που θα πρέπει να επιστρέψει στο γενέθλιο τόπο του στα σχολεία, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αντιθέτως θα παρατείνει στα όρια της  ουτοπίας ανορθωτικές επιδιώξεις χωρίς έδος   και ταυτότητα αναφοράς. Καίτοι αναγνωρίζουμε ωστόσο ότι δεν  κατισχύει το οικονομικό κίνητρο στο υπούργημα του δασκάλου, τονίζουμε  πως η οργανωμένη πολιτεία θα πρέπει να σταθεί υλικώς και ηθικώς αρωγός στην αποστολή του , με γνώμονα όχι κατ’ ανάγκη τις ενίοτε φιλύποπτες συντεχνιακές διεκδικήσεις , αλλά τη δαπάνη δυνάμεων και αισθημάτων που πιστώνεται  ο κάθε δάσκαλος για την εδραίωση και ανάπτυξη  της παιδείας των μαθητών .    

        Εάν για τους περισσότερους  η πανεπιστημιακή εκπαίδευση αποτυπώνει τον καθρέπτη της ευρωστίας ενός εκπαιδευτικού συστήματος , δεν θα έπρεπε να αποτελέσει ως νεύρωση, και κατά προτεραιότητα, το αποκλειστιάκό ενδιαφέρον της «επιτροπής των σοφών» για τις αλλαγές στην παιδεία.  Άλλωστε εάν είναι ανυπόκριτο το ενδιαφέρον τους, ας το γνωρίζουν, πως ο χρόνος στα φοιτητικά χρόνια περνάει πιο γρήγορα ως «ευκαιρίες» παιδείας απ’ ότι στο προηγούμενο διάστημα της παιδικής και εφηβικής ανωριμότητας, όπου η ασκητική της εκπαίδευσης μπορεί να δράσει ευεργετικά με προοπτική καλής αλλοιώσεως και καρπογονίας .

        Να ξεπεράσουμε επίσης τα φοβικά σύνδρομα για την «εκτός δημοσίου»  εκπαίδευση, όχι γιατί θα ενισχυθεί -όπως αφελώς ορισμένοι διατείνονται- ο ποιοτικός ανταγωνισμός με την κρατούσα δημόσια παιδεία , αλλά γιατί μπορεί να αποτελέσει αποθεματικό κεφάλαιο για την εξέλιξη των επιστημών και της τεχνολογίας, εάν βεβαίως διασφαλίσουμε με αποφασιστικότητα  τους ελεγκτικούς μηχανισμούς εποπτείας και διαρκούς αξιολόγησης τέτοιων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων . Εκτός παιδείας κίνητρα κυρίως οικονομικά δεν ενδιαφέρουν τη δική μου σκέψη, χωρίς ωστόσο να είναι αμελητέα για την πολιτική και την κοινωνία.

        Οφείλουμε χωρίς μικρονοϊκές αγκυλώσεις  -εμείς τουλάχιστον οι παλαιότεροι-   να υπερθεματίσουμε  για την επανίδρυση  των τεχνικών σχολών, καθώς γενεές ελλήνων φοίτησαν σε αυτές και ως σήμερα ακόμη αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι του ενεργού πληθυσμού της χώρας μας. Ως εκ τούτου  η  εναλλακτική  παραλλήλως πολιτική ενίσχυσης των τεχνολογικών - επαγγελματικών λυκείων και σχολών, όχι ως αντίβαρα του γενικού λυκείου , ούτε ως «δεύτερη ευκαιρία» σε αποτυχόντες μαθητές αλλά ως πρόταση αιχμής για την άμεση αξιοποίηση του μαθητικού δυναμικού, φρονώ πως θα ενδυναμώσει τις επιλογές παιδιών και γονέων και θα αλλάξει η νοοτροπία της πάση θυσία περιπέτειας τους με τις  πανεπιστημιακές σπουδές.  Αρκεί βεβαίως να μην εκλείψει όπως άλλωστε προανέφερα ούτε εδώ ο ανθρωποκεντρικός προσανατολισμός της εκπαίδευσης των σπουδαστών.

        Η ζητητέα θωράκιση εν κατακλείδι του ανοσοποιητικού  μιας υγιαίνουσας εκπαίδευσης μας υπαγορεύει σύνεση για την αποφυγή «βιαίων» μεταρρυθμίσεων  , ήγουν  «κάθαρση» της πολιτικής βουλήσεως από τα «υπο-προϊόντα» και τις ιοβόλες ιδέες της κομματικής ηγεμονίας  επί του πολιτισμού και της παιδείας του τόπου μας, για να  μην απολέσουμε το μέτρο και την ποιότητα των προσδοκιών μας για μια μεγάλη έως θεμελίων  αλλαγή στην Παιδεία  και σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης.

                                                                   ΜΑΝΙΑΤΗΣ Ι ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

                                                                             -ΟΔΙΤΗΣ-

ΤΕΛΟΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ