Ομήρου Οδύσσεια 

Μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης

Θεσσαλονίκη: ΙΝΣ 2006

Ραψωδία ω: «Νέκυια Δευτέρα»

ΚΑΥΣΗ

Μέρες δεκαεφτά, μερόνυχτα δεκαεφτά, το μοιρολόγι κράτησε

θνητών ανθρώπων και θεών αθάνατων.

Ετοιμασία πυράς:

Και πάνω στις δεκαοχτώ στη φλόγα της πυράς σε παραδώσαμε,                        65

χοές:

σφάζοντας γύρω πρόβατα πολλά, αρνιά παχιά και βόδια ελικοκέρατα.

Κι όσο το σώμα σου λαμπάδιαζε μέσα στα θεϊκά σου ρούχα, με λίπος αλειμμένο

και μέλι άφθονο, γλυκό, πολλοί, ήρωες Αχαιοί,

γύρω από τη φωτιά που σ’ έκαιγε, φορώντας όπλα, πεζοί και καβαλάρηδες,

σάλευσαν σαν το κύμα –στα ύψη έφτανε βοή μεγάλη.                                70

Σβήσιμο πυράς:

Κι όταν του Ηφαίστου η φλόγα έκανε το κατόρθωμά της,

Συλλογή οστών:

με της αυγής το χάραμα μαζέψαμε, Αχιλλέα, λευκά τα οστά σου,

μέσα σε άκρατο κρασί και αλοιφές.

Τοποθέτηση λειψάνων σε λάρνακα:

Τότε κι η μάνα σου προσφέρει χρυσό αμφορέα, δώρο, όπως έλεγε,

του Διονύσου, έργο του έξοχου τεχνίτη Ηφαίστου.                                 75

Εκεί λευκά τα οστά σου μένουν, λαμπρέ Αχιλλέα, με του Μενοιτιάδη,

του νεκρού Πατρόκλου, τα οστά αξεχώριστα.

Χώρια ωστόσο του Αντιλόχου, που τον τίμησες πιο πολύ

από τους άλλους σου συντρόφους, μετά τον θάνατο

του αγαπημένου σου Πατρόκλου.