Ομήρου Ιλιάδα.

Μετάφραση: Δ. Ν. Μαρωνίτης

Αθήνα: ‘Αγρα, 2009

Ραψωδία Ω: Έκτορος Λύτρα

2. ΠΡΟΘΕΣΗ

2.1. Θρήνος

Πρώτα η γυναίκα του κι η σεβαστή του μάνα,                                                710

2.1.1. Χειρονομίες: μαδώντας τα μαλλιά τους, πήδησαν πάνω στην καλλίτροχη

άμαξα, ανακρατώντας το κεφάλι του΄Εκτορα. Και γύρω

ο κόσμος όλος να θρηνάται.

Μια μέρα ολόκληρη, ώσπου να δύσει ο ήλιος, δάκρυα

θά’ χυναν πολλά, μπροστά στις πύλες οδυρόμενοι

για τον νεκρό, αν απ’ το αμάξι πάνω ο γέροντας δεν φώναζε

στον κόσμο:                                                                                        715

«Κάντε επιτέλους πίσω, οι μούλες να περάσουν· μετά

μπορείτε να χορτάσετε το κλάμα, αφού τον οδηγήσω εγώ

μέσα στο σπίτι.»

Είπε, κι άνοιξαν δρόμο να περάσει η άμαξα.

…..

Αυτοί κανορχούσαν με το κλάμα τους το θλιβερό τραγούδι,

κι αναστενάζοντας αντιφωνούσαν οι γυναίκες.

Πρώτη ξεκίνησε τον γοερό της θρήνο λευκώλενη η Ανδρομάχη,

κρατώντας μες στα δυο της χέρια την κεφαλή του ΄Εκτορα,

περίφημου πολεμιστή

2.1.Θρήνος: «΄Εφυγες νέος, ακριβέ μου, χάθηκες, κι εμένα μ’ άφησες                725

χήρα μες στο παλάτι· είναι μωρό ακόμη ο γιος μας

που τον γεννήσαμε εσύ κι εγώ, οι δυο μας δύσμοιροι,

και πια δεν περιμένω έφηβο παλικάρι να τον δω.

Πιο πριν η πόλη αυτή, το κάστρο της, θα πατηθεί

απ’ άκρη σ’ άκρη, τώρα που εσύ αφανίστηκες ο φύλακάς της,

της πόλης ο προστάτης, σώζοντας απ’ τον κίνδυνο

σεμνές γυναίκες και μωρά παιδιά. Τώρα οι εχθροί                                                730

στα κοίλα πλοία τους θα τις φορτώσουν, κι εγώ μαζί.

Εσύ, αγόρι μου, θ’ ακολουθείς, δουλεύοντας

σ’ αταίριαστα έργα, μοχθώντας, θέλοντας και μη, σ’ αμείλικτο

αφεντικό. Ή κάποιος ίσως Αχαιός θα σε τραβήξει

από το χέρι,να σε γκρεμίσει από τον πύργο −τέλος σου φριχτό.                                735

Άγρια χολωμένος, που σκότωσε τον αδελφό του ο ΄Εκτορας,

μπορεί και τον πατέρα του, τον γιο του, αφού πολλοί

έφαγαν χώμα σκοτωμένοι από του ΄Εκτορα το χέρι.

Όχι, ο πατέρας σου δεν ήταν μαλακός πάνω στην άγρια

μάχη. Γι’ αυτό ο λαός, ο κόσμος όλος στην πόλη μέσα

τώρα τον θρηνεί.                                                                                740

΄Αφησες,΄Εκτορα άφραστο πένθος στους γονείς σου κι οδυρμό,

σ’ εμένα όμως πέφτει ο πιο μεγάλος σπαραγμός·

μήτε πεθαίνοντας το χέρι μού άπλωσες απ’ το κρεβάτι,

μήτε κι ακούστηκε  απ’ το στόμα σου λόγος στερνής

παρηγοριάς, να τον θυμάμαι πάντα, μέρα νύχτα,

στο μαύρο δάκρυ βουτηγμένη.»                                                                745

Θρηνούσε εκείνη και μοιρολογούσε, γύρω της αναστέναζαν

άλλες γυναίκες.

Ανάμεσό τους η Εκάβη κινούσε το δικό της μοιρολόι:

2.1.2 Θρήνος: «΄Εκτορα, απ’ όλους μου τους γιους εσένα πιο πολύ αγαπούσα.

Που σ’ είχαν στην καρδιά τους οι θεοί, όσο ακόμη ζούσες,

και τώρα όμως, στου θανάτου σου την ώρα, πάλι σε  προσέχουν.                        750

Τους άλλους γιους μου ο Αχιλλέας άπιαστος τους πούλαγε,

όποιον κι αν έπιανε, πέρα απ’ τη θάλασσα την άκαρπη,

στη Σάμο και στην ΄Ιμβρο, στη Λήμνο τη συννεφιασμένη·

εσένα μόνο σε θανάτωσε με χάλκινο μακρόσκιο δόρυ, κι ύστερα

σ’ έσερνε, δίχως σταματητό, γύρω απ’ του φίλου του                                        755

το μνήμα, που εσύ τον σκότωσες −όμως κι αυτός δεν τον ανάστησε.

Και νά που τώρα ολόδροσος κείσαι μέσα στο σπίτι,

λες μόλις σκοτωμένος, σάμπως ο Απόλλων αργυρότοξος

με τα πονετικά του βέλη περνώντας σε σημαδέψε.»

Μιλούσε η Εκάβη και θρηνούσε, γύρω σηκώνοντας κλάμα                                760

ασυγκράτητο και γοερό. ΄Επειτα, τρίτη στη σειρά, η Ελένη

έλεγε το δικό της μοιρολόι:

2.1.2. Θρήνος: «΄Εκτωρ, απ’ όλους τους αντράδέλφους, εσένα έχω

μέσα στην καρδιά μου. Ας είναι άντρας μου ο Αλέξανδρος,

πεντάμορφος που λένε, αυτός που μ’ έφερε εδώ –

καλύτερα πιο πριν νά’ χα πεθάνει.

Είκοσι χρόνια ολόκληρα, πέρασαν κιόλας, αφότου βρέθηκα                                765

στην Τροία, τη μακρινή πατρίδα μου αφήνοντας.

Και μολαταύτα πότε μου ως τώρα εγώ δεν άκουσα

από το στόμα σου λόγο κακό· κι αν κάποιος άλλος στο παλάτι,

πήγαινε άσχημα να με προσβάλει (αντράδελφος, κουνιάδα,

η πεπλοφόρος συννυφάδα, κι ακόμη η πεθερά μου –

ο πεθερός μου σαν πατέρας ήταν γλυκός πάντα μαζί μου -                                770

έμπαινες τότε εσύ στη μέση, τον εμπόδιζες με τρόπο,

με τη δική σου ευγένεια και τα καλά σου λόγια.

Γι’ αυτό και τόσο σε θρηνώ, μαζί σου και τη δύσμοιρη,

εμένα, στη μαύρη θλίψη μου παραδομένη.

΄Αλλος κανείς, όπως εσύ, στην Τροία πια δεν βρίσκεται,

να θέλει και να λέει το καλό μου −όλοι τους μ’ αποστρέφονται.»                                775

Μιλούσε και θρηνούσε, κι όλος ο κόσμος γύρω στέναζε.